Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Το Ιστολόγιο του ΡΟΔΟΣυλλέκτη, απευθύνεται σε όσους αγαπούν τον τόπο τους… εδώ είναι λοιπόν και περιμένει τα δελτία για τις εκδηλώσεις και τις δράσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων αλλά και ότι αφορά τον τόπο μας – ακόμα και την πολιτική… Το Email μας είναι: r.telxinas@yahoo.gr

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

Η εκπαίδευση στο Θολό μετά το 1920, ενώ η κατοικία του Αγά, γίνεται δημοτικό σχολείο.

Η κατοικία του Αγά ήταν διώροφη και ο επάνω όροφος το "ανώγι" χρησιμοποιήθηκε για δημοτικό σχολείο.
Η εκπαίδευση στη Ρόδο, όπως και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα σε πόλεις και χωριά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα πρώτα χρόνια της Ιταλοκρατίας γινόταν με ευθύνη της εκκλησίας. Η εκκλησιαστική επιτροπή κάθε χωριού ή κάθε ενορίας έβρισκε τους δασκάλους, συμφωνούσε το μισθό που θα έδινε και η Ιερά Μητρόπολις Ρόδου ενέκρινε πάντα τις προσλήψεις των δασκάλων που έκαναν οι εκκλησιαστικές επιτροπές.Συνήθως το σχολείο του χωριού μας είχε δύο δασκάλους ένα δάσκαλο για τις μεγάλες τάξεις και μία δασκάλα για τις μικρές. Τους δάσκαλους εκτός από τον μισθό είχαν υποχρέωση για την εξασφάλιση του ψωμιού της σχολικής χρονιάς. Κάθε Σάββατο ο δάσκαλος όριζε πόσοι μαθητές έπρεπε την Δευτέρα πρωί να φέρουν ψωμί για όλη την εβδομάδα και για τους δύο δασκάλους.
Για το Θολό το σχολικό έτος 1914-1915, διορίζεται ο κ. Κωσταντίνος Διακοσάββας και για το σχολικό έτος 1915-1916 διορίζεται ο κ. Χατζηκυριαζής Εμμανουήλ από την Σορωνή. Ενώ από το 1917 και μέχρι το τέλος σχολικού έτους 1922-1923 δάσκαλος ήταν ο κ. Γεώργιος Μυριαλλάκης από τον Έμπωνα, ο οποίος αφού παντρεύτηκε την Θολοενή Βαρβάρα Στέργου Σταμάτη το 1919, εγκαταστάθηκε στο Θολό και έτσι το χωριό είχε μόνιμο δάσκαλο, πράγμα που ήταν καλό για τα παιδιά. Τα σχολικά έτη 1923-1924 και 1924-1925,ο Γεώργιος Μυριαλλάκης συμφώνησε με την εκκλησιαστική επιτροπή του Αγίου Λουκά Σορωνής να διδάξει εκεί και οι θολοενοί βρίσκουν και συμφωνούν με ένα νεαρό Σαλακενό που είχε τελειώσει το γυμνάσιο και για οικονομικούς λόγους δεν μπορούσε να πάει να σπουδάσει αμέσως στη Αθήνα στο Πανεπιστήμιο αλλά είχε πάρει την απόφαση να δουλέψει πρώτα 1-2 χρόνια και μετά να συνεχίσει τις σπουδές. Ο νεαρός λεγόταν Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου και πρόκειται για τον μεγάλο μας δάσκαλο, το σοφό ιστορικό και γλωσσολόγο που ο Θολός είχε την τύχη να τον έχει δάσκαλο των παιδιών του έστω και για μικρό χρονικό διάστημα. Για τις σχολικές χρονιές 1923-1924 και 1924-1925 εκτός από τον Παπαχριστοδούλου, οι θολοενοί είχαν για δασκάλα την κ.Καραβόλια Μαρία από το Παραδείσι.
Στα 1925 ο δάσκαλος κ.Μυριαλλάκης Γεώργιος που δίδασκε στη Σορωνή επανήλθε στο Θολό και συνέχισε να διδάσκει μέχρι το 1933. Στα 1934 αποφάσισε να διδάξει στο χωριό του τον Έμπωνα και στο χωριό προσλαμβάνεται από την εκκλησιαστική επιτροπή ο Αφαντενός δάσκαλος κ.Καραγιάννης Αντώνης που είχε παντρευτεί την Θολοενή Παπανικολάου Δέσποινα μαία στο επάγγελμα.Το 1938 ο Καραγιάννης παύεται από την θέση του δάσκαλου. Η απόφαση της παύσης αφορούσε και άλλους 6 δασκάλους, ανάμεσα τους η κ. Σταμπολή Μαρία (Μαριγούλα) η οποία μετά την απελευθέρωση γίνεται δασκάλα στο Θολό. Η αιτιολογία της παύσης όλων ήταν η ίδια: η μη συμμόρφωση στις διαταγές των κατακτητών, και η άρνηση διαπαιδαγώγησης των μαθητών τους, σύμφωνα με το πρόγραμμα εξιταλισμού κατά τον De Vecchi.Ημερομηνία απόδοσης εγγράφου και παύσης ήταν την 1/5/1938.
Στη θέση του Καραγιάννη στο δημοτικό σχολείο του Θολού διορίστηκε ξανά ο κ.Γεώργιος Μυριαλλάκης. Την ίδια εποχή στο δημοτικό σχολείο Θολού υπηρετούσε η νεαρή δασκάλα κ.Μαλτέζου Αναστασία.
Όταν τελικά οι Ιταλοί έκλεισαν τα δημοτικά σχολεία, έκαναν επίταξη το σχολικό κτίριο και έμεναν σε αυτό οι Ιταλοί υπαξιωματικοί του στρατιωτικού αποσπάσματος του Θολού.
Για την στέγαση του ιταλικού σχολείου έκαναν επίταξη πριν κατοικηθεί το σπίτι που ετοίμαζε για προίκα της, η Διακονικόλα Αννούλα μετέπειτα σύζυγος του Ελευθερίου Γιανναρά. Ήταν η εποχή που οι Ιταλοί με διάφορα μέσα προσπαθούσαν να εξιταλίσουν τον πληθυσμό και ένα από τα μέσα ήταν να κρατούν τα μικρά παιδιά όσο το δυνατόν περισσότερο υπό παρακολούθηση και με διάφορους τρόπους προπαγάνδας επιχειρούσαν να αλλάξουν τα φρονήματα τους. Ενας τρόπος ήταν τα μαθητικά συσσίτια που πρόσφεραν στα παιδιά. Και σ'αυτό το σχολείο στη κουζίνα μαγείρευαν το σχολικό συσσίτιο. Με μαγείρισσα την Μαρούλλη Διακονικόλα-Γιαβάση, που όπως θυμούνται τα παιδιά της εποχής εκείνης, ηλικιωμένοι πια σήμερα, ήταν και πολύ καλή μαγείρισσα και μια στοργική μητέρα για όλα τα παιδιά.
Στο μεταξύ το διώροφο πρώην σχολείο φαίνεται έπαθε ζημιά και λίγο πριν την απελευθέρωση κατεδαφίστηκε ο πάνω όροφος. Ενώ στο ισόγειο ακόμα και μετά την απελευθέρωση συνέχισε να στεγάζεται το δημοτικό σχολείο του χωριού μέχρι να χτιστεί το καινούργιο στη θέση που βρίσκεται σήμερα το πνευματικό κέντρο.
Η εκκλησιαστική επιτροπή επισκεύασε εκτός από το σχολείο και τα υπόλοιπα κτίσματα της "οικίας της επαύλεως" του Αγά. Φρόντισε να υπάρχουν 1-2 δωμάτια τα οποία παραχωρούσε με πολύ χαμηλό ενοίκιο να μένουν οικογένειες που είχαν ανάγκη και η δασκάλα του χωριού που συνήθως ήταν ξένη. Μια άλλη δασκάλα που επίσης έμενε αρκετά χρόνια αργότερα ήταν η Πάχου Σεβαστή από την Σύμη με συντροφιά την αδερφή της.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022

Το παλιό τοπωνύμιο της κοιλάδας με τις Πεταλούδες ήταν “Πελεκάνος

«Πελεκάνος και Καλαμώνας»
Στα νότια του χωριού “Θολός”, (στην αντίθετη από την Θάλασσα πλευρά), και σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων, υπήρχε μία χαράδρα με πολύ πυκνή βλάστηση (μεγάλα και πυκνά δέντρα - δάσος) και άφθονα νερά. Τα νερά ανάβλυζαν από πηγή, η οποία έδινε 500-600 περίπου κυβικά το εικοσιτετράωρο.
Το παλιό τοπωνύμιο αυτής της κοιλάδας ήταν “Πελεκάνος”. Οι παλιοί θολοενοί ανέφεραν μια παράδοση ή μύθο για την ονομασία της κοιλάδας σε «Πελεκάνο», μας έλεγαν πως :
«Κάποιο βασιλόπουλο του Βυζαντίου ερωτεύτηκε μια γυναίκα, που κανένας από το Παλάτι του Βυζαντίου δεν την ενέκρινε για σύζυγό του. Το βασιλόπουλο, όμως, επέμενε στον έρωτά του Τότε, αποφάσισαν να το στείλουν «σε μακρινό ταξίδι» (να το εξορίσουν δηλαδή) για να ξεχάσει τη γυναίκα που ερωτεύτηκε...
‘Έτσι, το βασιλόπουλο εξορίστηκε στη Ρόδο και μάλιστα, στο Μοναστήρι της Καλόπετρας, όπου οι τότε Καλόγηροι θα τον φρόντιζαν και θα τον βοηθούσαν με «νηστείες» και προσευχές να ξεχάσει
Άδικα όμως .... Το βασιλόπουλο, συνήθιζε να κατεβαίνει από το μοναστήρι στην Κοιλάδα και να περνά αρκετές ώρες κλαίοντας και αναστενάζοντας, κρυφά από τους Καλόγηρους, που, κατά κάποιο τρόπο, τους θεωρούσε και δεσμώτες του .Εκεί μέσα στο δάσος, έκλαιγε και προσευχόταν στο Θεό να τον λυτρώσει από τον πόνο «του έρωτα».
Ο θεός φαίνεται πώς λυπήθηκε και συμπόνεσε τον ερωτευμένο νέο και τον μετέτρεψε σε ένα από τα επιβλητικά «πουλιά» (πτηνά) που ζούσαν μέσα στην κοιλάδα, δηλαδή σε «πελεκάνο». ‘Έτσι εξηγούσαν οι παλαιότεροι την ονομασία της κοιλάδας, η οποία άλλωστε, παλαιότερα, ήταν γεμάτη από αυτά τα ωραία πτηνά.
Επειδή όλοι οι μύθοι και οι παραδόσεις, όλο και κάτι θέλουν να μας πουν, ίσως αυτή η παράδοση - μύθος να θέλει να μας πει ότι:
«Το Ιερό Μοναστήρι της Παναγιάς Καλόπετρας Ρόδου» βρίσκεται σ’ αυτόν εδώ το χώρο από τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ήταν, ιδιαίτερα, στενά συνδεδεμένο με το Ιερό Παλάτι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και στους δύσκολους καιρούς του τόπου μας οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, ιδιαίτερα οι Θολοενοί, σ’ αυτό κατέφευγαν και ζητούσαν παρηγοριά.
Οι Ιταλοί, την κοιλάδα αυτή, την ονόμασαν «Pelecani Rio» (Rio στα ιταλικά σημαίνει «ρεύμα»). Το πιο ψηλό σημείο της έφθανε μέχρι τα όρια της περιοχής της Παναγιάς Καλόπετρας. Σαν χαράδρα, συνεχιζόταν μέχρι τα σύνορα του χωριού Ψίνθος, άλλά χωρίς πυκνή βλάστηση και άφθονα νερά.
Το μήκος της κοιλάδας με την πυκνή βλάστηση, χωρίς τα παρακλάδια της και μέχρι το πλάτωμα που βρίσκεται περίπου κάτω από το μοναστήρι της Παναγιάς Καλόπετρας, είναι πάνω-κάτω 1.000 μέτρα.
Τα νερά αυτής της κοιλάδας έρρεαν ελεύθερα και χάνονταν σε μία ποταμιά (μικρό ποταμάκι, κάτι σαν παραπόταμο μεγαλύτερου ρεύματος). Στην ποταμιά αυτή εφύτρωναν πολλά και πυκνά καλάμια, μιας και το καλάμι είναι φυτό υδρόβιο και υδροχαρές. Η ποταμιά αυτή βρισκόταν σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από την κοιλάδα και οι κάτοικοι, από πολύ παλιά την ονόμαζαν “Καλαμώνα” (από το καλαμιών”) Και σιγά-σιγά το τοπωνύμιο “Καλαμώνας”, επεκράτησε σε ολόκληρη την περιοχή. “Ομως δυτικά της κοιλάδας του Πελεκάνου, και σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων, υπάρχει μια δεύτερη χαράδρα, περίπου 3 χιλιομέτρων, που φθάνει δυτικά, μέχρι τα σύνορα του χωριού Σορωνή και ανατολικά, μέχρι και τα σύνορα του χωριού Ψίνθος. Αυτή την περιοχή την ονομάζουμε από πολύ παλιά «Πάνω Καλαμώνα», ενώ την αρχική που περιγράψαμε και ξεκινά από την περιοχή της κοιλάδας του Πελεκάνου, κατεβαίνει προς το χωριό Θολός και συνεχίζεται μέχρι τα σύνορα του χωριού Δαματριά και τελειώνει στον κεντρικό δρόμο Ρόδου-Καμείρου, στην περιοχή δηλ. όπου βρίσκεται το στρατόπεδο του Καλαμώνα, την ονομάζουμε “Κάτω Καλαμώνα” ή απλός “Καλαμώνα”.
Στην περιοχή του “Κάτω Καλαμώνα”, από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανοκρατορίας , εγκαταστάθηκαν περίπου 30 Μουσουλμάνικες οικογένειες, πιθανώς από εναπομείναντες στρατιώτες στους οποίους μοιράστηκε η γή για να την καλλιεργούν. Και στον Πάνω Καλαμώνα, επίσης εγκαταστάθηκαν μερικές Μουσουλμάνικες οικογένειες. Τόσο οι κάτοικοι του “Κάτω Καλαμώνα”, όσο και οι κάτοικοι του “Πάνω Καλαμώνα”, ήταν ανεξάρτητοι από τον Αγά του τσιφλικιού του Θολού.
Αυτές οι οικογένειες, αφού ‘έκτισαν τα σπίτια τους, και σχημάτισαν το χωριό τους, έκτισαν και ένα τζαμί για τις λατρευτικές τους ανάγκες.
Το τζαμί κτίστηκε στον “Κάτω Καλαμώνα”, όπου έμεναν οι περισσότερες οικογένειες. Στον “Κάτω Καλαμώνα” έφθανε επίσης από την κοιλάδα του “Πάνω Καλαμώνα” νερό, που ήταν περίπου 50-60 κυβικά. Στον “Πάνω Καλαμώνα” μέχρι σήμερα σώζονται τα ερείπια των σπιτιών . Στον “Κάτω Καλαμώνα” ερείπια των σπιτιών δεν έχουμε αφού όλα ισοπεδώθηκαν όταν ήλθαν οι Ιταλοί και δημιούργησαν το Ιταλικό χωριό, Τόσο στον “Κάτω Καλαμώνα”, όσο και στον “Πάνω Καλάμωνα” καλλιεργούσαν τη γή με σπορές σιτηρών και δημητριακών και παράλληλα διατηρούσαν και μάντρες από αιγοπρόβατα. Από το νερό που έφθανε, τόσο στον “Πάνω Καλαμώνα”, όσο και στον “Κάτω Καλαμώνα”, κάθε οικογένεια Μουσουλμάνων καλλιεργούσε και από ένα λαχανόκηπο για της δικές της ανάγκες, ενώ είχαν φυτέψει και μερικά ξυνόδεντρα (πορτοκαλιές, λεμονιές κ.λ.π). Τους Μουσουλμάνους κατοίκους οι παλιοί θολοενοί τους αποκαλούσαν “Καλαμωνιάτες”.
Τα νερά που “ξέφευγαν”, ως περίσσευμα από την κοιλάδα του “Πελεκάνου”, ανάμεσα στα δύο χωριά σχημάτιζαν δύο μικρούς χείμαρρους (μικρούς ποταμούς), οι οποίοι όμως, σε κάποιο σημείο ενώνονται, και πάνω από το σημείο της ένωσης τους, σχηματίζουν ένα πλάτωμα. Σε αυτό το πλάτωμα σχηματίσθηκε το Μουσουλμανικό Νεκροταφείο, που ήταν κοινό και για τα δύο χωριά. Αυτή η τοποθεσία, τόσο από εμάς τους Θολοενούς, όσο και από τους Σορωνιάτες με τους οποίους έχουμε κοινά σύνορα, μέχρι σήμερα ονομάζεται “Μνημόρια” και με αυτό το τοπωνύμιο έχει καταγραφεί και στο κτηματολόγιο Ρόδου , όταν αυτό δημιουργήθηκε από τους Ιταλούς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: «Η Κοιλάδα του Πελεκάνου ή Η Κοιλάδα με τις Πεταλούδες στον Καλαμώνα, Θεολόγου ,Ρόδου» Βασίλειος Ν. Παπανικολάου

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

1940-1945: Η Γενική Κατάσταση στο Θολό και τα Θλιβερά Γεγονότα που συνέβησαν αυτό το διάστημα

Αντιγραφή επεξεργασία κειμένου Σέβα Νικολίκου

1940-1945: Η Γενική Κατάσταση στο Θολό και τα Θλιβερά Γεγονότα που συνέβησαν αυτό το διάστημα
Από το 1932- 12/11/1944 την φροντίδα της εκκλησίας της Παναγίας Καλόπετρας 
και των γύρω χώρων ανέλαβε το ζεύγος Ατσίδη Χρήστου και Κυριακούλας Αυγερινού 
(κόρη της Κωστίαινας και αδερφή της Κίνας)
Ο Ατσίδης Χρήστος του Γεωργίου και της Παπανικολάου Βαρβάρας 
γεννήθηκε το 1875 στο Θολό νυμφεύθηκε το 1908 την Αυγερινού Κυριακή του Κωνσταντίνου 
και της Χριστοδούλου Παρασκευής γεννηθείσα το 1890 απέκτησαν την Σωτηρία, 
την Αμαράνδη, και την Δέσποινα.


Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1940 μέχρι και την απελευθέρωση το 1945 ήταν πολύ θλιβερά και δύσκολα και για το Θολό, όπως και για τη Δωδεκάνησο ολόκληρη, την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο απόηχος του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ο τορπιλισμός της <Έλλης» και η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων — Μεγάλων Δυνάμεων, με τις ανάλογες συνέπειες, έφθαναν και στο μικρό μας χωριό δυνατά και εφιαλτικά.

Η θεία Δέσποινα Νικολίκου του Αυγερινού (του Λαμπρίκου)και της Σεβαστής Γρηγοριάδη γεννήθηκε το 1915 ένα χρόνο μικρότερη, από τον πατέρα μου Σταμάτη, τα μεγαλύτερα αδέρφια ήταν ο Παναγιώτης,ο Νικόλαος, η Ελένη και η Παρασκευή(Τσεγκούλα). Υπήρξε θύμα των εγκαταλελειμμένων πυρομαχικών της ιταλικής και της γερμανικής κατοχής όταν πήγε να «μπαλουκώσει» την κατσίκα της στο χωράφι, κάτω ακριβώς από το μπαλούκι (ξύλινο πασαλάκι) βρέθηκε χειροβομβίδα που εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα να της βγάλει το μάτι και να μείνει ανάπηρη και ανύπαντρη για την υπόλοιπη ζωή της. Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Αθήνας για 2 χρόνια με συνοδό τον ανύπαντρο τότε αδερφό και πατέρα μου Σταμάτη.Ο Σταμάτης Νικολίκος σε ηλικία τότε 28 χρονών, αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους,ενώ νοσηλεύοταν η θεία, να δουλέψει στις τράτες ως ψαράς,στο Μεγαλιμιώνα,στην Ερέτρια και την Ελευσίνα , αργότερα να μας διηγείται τις συναρπαστικές περιπέτειες του όταν είχε φουρτούνα και κινδύνευαν να πνιγούν, ενώ δεν γνώριζε καν κολύμπι.(φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Δέσποινας Κωνσταντίνου Φέκκου και της Ελένης Αυγερινού Μαλιλή)

Ο Καταλειφός Γεώργιος, που ήταν υπήκοος Έλληνας λόγω της καταγωγής του πατέρα του από ένα μικρό νησί των Κυκλάδων, μόλις μπήκε η Ελλάδα στον πόλεμο και κηρύχτηκε γενική επιστράτευση λόγω του Ελληνοϊταλικού πολέμου, το έσκασε από τη Ρόδο και πήγε να καταταγεί στον Ελληνικό στρατό, για να μη θεωρηθεί λιποτάκτης. Η γυναίκα του έμεινε μόνη με 4 μικρά παιδιά, απροστάτευτη, στο έλεος του Θεού και την ευσπλαχνία των Θολοενών. Όλο το διάστημα του πολέμου δεν είχαν ειδήσεις του και δεν ήξεραν αν ζούσε ή πέθανε ή σκοτώθηκε. Το ίδιο συνέβη και με το Γιάννη Χατζηιωάννου (Χατζημιχάλη), αλλά αυτός τουλάχιστον ήταν λεύτερος και τον πόνο τον είχαν οι γονείς και τα αδέλφια του.
Μόλις η Ιταλία κατέρρευσε και κυριάρχησαν και εδώ οι Γερμανοί, από το χωριό συνελήφθησαν: Ο Παναγιώτης Σταμάτη (Πανάος), ο Απόστολος Στέργου Σταμάτης (Αποστολάς), ο Εμμανουήλ Κρητικός (Πισπιχάς), ο Νικόλαος Διακίδης (Καμπούρης), ο Βασιλείου Νικόλαος (Νικόλας της Τσιμπούς) και ο Παπανικολάου Βασίλειος (Βασίλης της Κίνας), γιατί στα σπίτια τους βρέθηκαν όπλα, έπειτα από έρευνα που έκαμαν οι Γερμανοί, όπως το συνήθιζαν, γιατί φοβούνταν εξέγερση του Λαού εναντίον τους.
Στην αρχή τούς μετέφεραν όλους στη Ρόδο και στη συνέχεια στον Καλαμώνα. Μετά από λίγες μέρες, εκτός από τον Πανάο, τον Πισπιχά και τον Καμπούρη, τους άλλους τρεις τούς άφησαν ελεύθερους. Τον Πανάο, τον Πισπιχά και τον Καμπούρη τούς μετέφεραν στην Αθήνα, για να τους οδηγήσουν στη Γερμανία. Στην Αθήνα, ο Πανάος κατάφερε και το ‘σκασε και έμεινε κρυμμένος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, όλο το διάστημα μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος. Ο Καμπούρης και ο Πισπιχάς μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη Γερμανία. Ευτυχώς επέζησαν και μόλις τελείωσε ο Πόλεμος, γύρισαν όλοι σώοι και αβλαβείς στις οικογένειές τους, γεγονός που όλο το χωριό κυριολεκτικά το πανηγύρισε.
Όμως είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια που έλειπαν Οι: Καταλειφός, Πανάος, Πισπιχάς και Καμπούρης, οι χωριανοί παντοιοτρόπως φρόντιζαν και συμπαραστέκονταν στις οικογένειές τους ηθικά και υλικά. Κάθε Κυριακή π.χ., την περίοδο του σκαψίματος των αμπελιών, όλοι οι Θολοενοί πήγαιναν εθελοντικά και αμισθί. έσκαβαν τα αμπέλια τους, για να μη <ρημάξουν» και για να συμπαρασταθούν με μια ακόμη όμορφη και ευγενική χειρονομία στις οικογένειες αυτών, που για πατριωτικούς λόγους έλειπαν μακριά.
Το Νοέμβριο του 1944 (2-11-1944), οι Γερμανοί έκαμαν μαζικές συλλήψεις Ροδίων, που ήταν γνωστοί για την αντιστασιακή τους δράση ή που απλώς τους υποψιάζονταν και που ως επι το πλείστον ήταν άνθρωποι μορφωμένοι. Ανάμεσα τους, από το Θολό, ήταν ο γιατρός Σάββας Σαββίγκος και ο δάσκαλος Καραγιάννης Αντώνιος. Τους έκλεισαν σε ένα στρατόπεδο στον Καλαμώνα και η τύχη τους δε Θα ήταν καθόλου ευχάριστη, αν δεν επενέβαινε και δε μεσολαβούσε για την απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων ο τότε Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος.
Στο διάστημα αυτό, στο Θολό συνέβησαν και μερικά θλιβερά γεγονότα, που άφησαν τα σημάδια τους και την ανάμνησή τους μέχρι σήμερα στις καρδιές εκείνων που τα έζησαν.
Το 1943, ένα δεκατριάχρονο αγόρι, ο Κωστής Αυγερινού Αυγερινού, μετέπειτα γραμματέας της κοινότητας, επεξεργαζόμενος μια χειροβομβίδα που βρήκε πεταμένη από τους Ιταλούς σε ένα χωράφι, την έκαμε να εκραγεί, με αποτέλεσμα να χάσει τα δύο πρώτα δάκτυλα του αριστερού του χεριού.
Άλλος χωριανός, ο Παναγιώτης Καρίκης (Παππαρί), είχε επίσης την ατυχία να χάσει το αριστερό του χέρι από τον αγκώνα και κάτω, επεξεργαζόμενος και αυτός ιταλικά πυρομαχικά.
Όμως το πιο τραγικό και συγκλονιστικό ήταν όταν η μικρότερη κόρη του Μαριού και του Μανόλη Γρηγοριάδη, το οχτάχρονο Βασιλικό, μη έχοντας συναίσθηση του κινδύνου, πέρασε μέσα από ένα κτήμα με νάρκες, για να «κόψει δρόμο» και να προλάβει τη συντροφιά της που προπορευόταν, με αποτέλεσμα να πατήσει πάνω σε νάρκη και να τιναχτεί στον αέρα, σκορπίζοντας με τα κομμάτια του διαμελισμένου τρυφερού κορμιού της θλίψη και πόνο όχι μόνο στις καρδιές των μελών της οικογένειάς της, αλλά και στις καρδιές όλων των χωριανών. Για τραγική ειρωνεία, το γεγονός αυτό συνέβη στις 17-4-1945, ένα μήνα περίπου πριν ξημερώσει και στα μαρτυρικά μας νησιά η πολυπόθητη Λευτεριά...
Όμως θύμα των εγκαταλελειμμένων πυρομαχικών της ιταλικής και της γερμανικής κατοχής ήταν και η χωριανή μας Δέσποινα Αυγερινού Νικολίκου (Δέσποινα του Λαμπρίκου), που αμέσως μετά την απελευθέρωση, όταν πήγε να «μπαλουκώσει» την κατσίκα της στο χωράφι, κάτω ακριβώς από το μπαλούκι (ξύλινο πασαλάκι) βρέθηκε χειροβομβίδα που εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα να της βγάλει το μάτι και να μείνει ανάπηρη σε όλη την υπόλοιπη ζωή της.
Το Νοέμβριο επίσης του 1944, ακόμα και το ξωκλήσι της Παναγιάς της Καλόπετρας γεύτηκε την αγριότητα των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, όταν ένα Σαββατόβραδο, γύρω στις 20 Νοεμβρίου, Γερμανοί στρατιώτες πήγαν αργά τη νύχτα και αφού παραβίασαν την πόρτα του στάβλου έκλεψαν δύο κατσίκες, ένα μοσχάρι και πολλά κοτόπουλα και επιπλέον, όταν ο «επιστάτης» του Μοναστηριού, το Χριστολί (Χριστόδουλος Ατσίδης) και η γυναίκα του Κυριακούλλα, άκουσαν το θόρυβο και άνοιξαν την πόρτα του κελλιού τους να δουν τι συνέβαινε, οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν, με αποτέλεσμα η Κυριακούλλα να χτυπηθεί με μια σφαίρα στον ώμο. Η σφαίρα μπήκε από τη μια μεριά και βγήκε από την άλλη, αφήνοντάς την τραυματισμένη και αιμόφυρτη.
Οι Γερμανοί στρατιώτες με τα αυτοκίνητα και τα κλεμμένα ζώα έφυγαν αφήνοντας πίσω τους την καταστροφή και τους δύο ηλικιωμένους ανθρώπους να τα έχουν χαμένα, να είναι φοβισμένοι και να μην ξέρουν τι να κάμουν. Μόλις συνήλθαν κάπως και συνειδητοποίησαν πως οι στρατιώτες έφυγαν και παρά τις σφαίρες που έπεσαν βροχή, αυτοί εξακολουθούν να είναι ζωντανοί και να έχει μόνο ένα τραύμα η γυναίκα, σκέφτηκαν πως η Παναγιά η Καλόπετρα θαυματουργικά τους προστάτεψε και τους έσωσε από «του Χάρου τα δόντια». Γύρισαν πίσω στο κελλί τους και με μεγάλη ψυχραιμία η ίδια η τραυματισμένη έσχισε ένα σεντόνι σε λουρίδες και με τις οδηγίες της, ο άνδρας της, της έδεσε τον πληγωμένο ώμο. Στη συνέχεια, μπήκαν στην εκκλησία, συμπλήρωσαν το λάδι που είχε καεί στα καντήλια, για να μη σβήσουν μέχρι το πρωί, προσευχήθηκαν και αφού έλυσαν και σαμάρωσαν το μικρό τους γαϊδουράκι, η γυναίκα κάθισε πάνω και ο άντρας τραβώντας το από το σχοινί και περπατώντας, έφτασαν στο χωριό. ‘Ηταν σχεδόν χαράματα και μόλις ξημέρωσε, η τραυματισμένη γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για ιατρική φροντίδα και περιποίηση. Ευτυχώς γρήγορα έγινε καλά, αλλά, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, άντρας και γυναίκα έμεναν στο χωριό τις νύχτες και κάθε πρωί πήγαιναν και φρόντιζαν το μοναστήρι και μετά επέστρεφαν στο χωριό, φοβούμενοι μην τους ξανασυμβεί το ίδιο.
Μετά το τέλος του πολέμου, το ζεύγος Χριστολί και Κυριακούλλα ξαναγύρισαν στην Καλόπετρα και συνέχισαν να φροντίζουν την εκκλησία και όλους τους χώρους γύρω από την εκκλησία, μέχρι που η ηλικία, οι δυνάμεις και η υγεία τους το επέτρεπε.
Η Θεία η Κυριακούλλα, όσο ζούσε, κάθε φορά που μας διηγόταν το επεισόδιο αυτό, έλεγε πως δεν ένιωσε πόνο από τη γερμανική σφαίρα και μόνο από τα αίματα που τρέχανε κατάλαβε πως ήταν πληγωμένη. Πάντα συμπλήρωνε τη διήγησή της λέγοντας πως το να μην αισθανθεί πόνο ήταν θαύμα της Παναγίας της Καλόπετρας.

Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.

Σέβα Νικολίκου

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Οι πιο Χαρακτηριστικές Αποστολές των Θολοενών Αντιστασιακών.

Αντιγραφή επεξεργασία κειμένου Σέβα Νικολίκου

Οι πιο Χαρακτηριστικές Αποστολές των Θολοενών Αντιστασιακών.

Το Νοέμβριο του 1944 ο Νικήτας Κυρμιχάλης παίρνει μια διαταγή του στρατηγείου Μέσης Ανατολής, που του τη διεβίβασε ο Αλέκος Κατσαράς, μέλος της Αντιστασιακής Οργάνωσης Ρόδου και κάτοικος Ρόδου. Σύμφωνα με την παραπάνω διαταγή, έπρεπε να παραλάβει με τους συντρόφους του Ατσίδη Γιώργη και Παπανικολάου Βασίλη μια ορισμένη νύχτα, που δεν Θα είχε φεγγάρι, κάποιο πρόσωπο από την παραλία του Θολού. Το πρόσωπο αυτό θα έφθανε από τη Μέση Ανατολή με το υποβρύχιο που είχε εκτελέσει και άλλες αποστολές, παραλαμβάνοντας χάρτες και σχεδιαγράμματα με πληροφορίες για τις θέσεις και τις κινήσεις των εχθρών.
Την καθορισμένη νύχτα πήγαν να εκτελέσουν την αποστολή αυτή ο Γιώργης Ατσίδης και ο Βασίλης Παπιανικολάου. Αποφασίστηκε να μην πάει μαζί τους ο Νικήτας σαν πιο ηλικιωμένος, γιατί σε περίπτωση που θα πέφτανε σε στρατιωτική περίπολο, οι νέοι πιο εύκολα θα εκινούντο. Πράγματι, αργά τη νύχτα, την καθορισμένη ώρα, ένα αγγλικό υποβρύχιο πλησίασε αθόρυβα σε απόσταση αναπνοής την ακτή του Θολού και αφού αντάλλαξαν τα συμφωνημένα σήματα και συνθήματα με τους Ατσίδη και Παπανικολάου που ήδη βρίσκουνταν εκεί, με μια βάρκα έβγαλαν έξω ένα άτομο. Αυτό το άτομο ήταν Συμιακός στην καταγωγή, κάτοικος Ρόδου, που στη διάρκεια του πολέμου το είχε σκάσει στη Μέση Ανατολή και τώρα γύριζε πίσω σαν κατάσκοπος με σοβαρή αποστολή. Ηταν ο Φώτης Κατσουράκης.
Η βάρκα έφυγε αμέσως και εξαφανίστηκε μαζί με το υποβρύχιο. Ο Ατσίδης κι ο Παπανικολάου παρέλαβαν τον Κατσουράκη στο σημείο της παραλίας που βρίσκεται κάτω από το σημερινό εργοστάσιο της ΔΕΗ. Η επιχείρηση ήταν πολύ δύσκολη και επικίνδυνη, γιατί η περιοχή είχε πολλούς στρατιώτες και κατά διαστήματα από την παραλία περνούσε και Γερμανική περίπολος. Όμως, πριν από μερικές μέρες, ο Ατσίδης και ο Παπανικολάου είχαν παρακολουθήσει εντατικά όλες τις κινήσεις των Γερμανών και ήξεραν ακριβώς τις κινήσεις και τα ωράριά τους και ανάλογα μ’ αυτά κανόνιζαν τις δικές τους κινήσεις.
Ο Γιώργος Ατσίδης του Νικολάου και της Χριστοδούλου Τσαμπίκας γεννήθηκε το 1917 στο Θολό,το 1939 νυμφεύθηκε την Ελπίδα Κάλλα του Κωνσταντίνου και της Χατζηκαντή Αναστασίας.Απέκτησαν την Τσαμπίκα,τον Κωνσταντίνο,την Άννα,τον Νικόλαο,τον Αναστάσιο και την Μαρία.

Αφού με πολλές προφυλάξεις και με κίνδυνο της ζωής τους μετέφεραν το Φώτη Κατσουράκη στο Μάγγανο του Νικήτα, σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπιτάκι, πληροφορούνται από αυτόν ότι πρέπει, να προετοιμασθούν να παραλάβουν σε λίγο διάστημα έναν ασυρματιστή με τον ασύρματό του, να τον εγκαταστήσουν σε ασφαλές μέρος και να αρχίσει να μεταδίδει τις πληροφορίες στους Συμμάχους με τον ασύρματο για πιο γρήγορα και με περισσότερη ασφάλεια. Στο διάστημα αυτό θα κρατούσαν κρυμμένο τον Κατσουράκη, που θα έφευγε το ίδιο βράδυ που θα έφθανε ο ασυρματιστής, σε 18 περίπου ημέρες. Ως εδώ όλα πήγαν καλά. Το παλιό σπιτάκι στο Μάγγανο του Νικήτα θεωρήθηκε ασφαλής κρυψώνα για το Φώτη Κατσουράκη και αποφάσισαν να τον αφήσουν εκεί και να συναντιούνται αργά κάθε νύχτα και έπειτα από πολλές προφυλάξεις.

Η σόκκα στο Μακλωνάρι όπου αριστερά ήταν ο στάβλος της Κίνας, μέσα στον οποίο οι αντιστασιακοί του Θολού το 1944 έκρυψαν τον κατάσκοπο Φώτη Κατσουράκη

Μετά από δύο μέρες όμως οι Γερμανοί έκαμαν επίταξη το εξοχικό σπίτι του Νικήτα Κυρμιχάλη, αυτό το οίκημα που είναι σήμερα το πρατήριο υγρών καυσίμων του Θολού και το γέμισαν με πυρομαχικά. Ο Νικήτας, ο Γιώργης κι ο Βασίλης φοβούνται με τη σκέψη πως ισως σε λίγο οι Γερμανοί Θα κάμουν επίταξη και το μικρό σπιτάκι στο Μάγγανο, εκεί που κρύβουν τον κατάσκοπο και τότε όλα Θα αποκαλυφθούν. Συσκέπτονται και αποφασίζουν να μεταφέρουν τον κατάσκοπο στο χωριό και να τον κρύψουν στο μόνο μέρος που διαθέτουν, στο «κελλί», δηλαδή στο στάβλο της μάνας του Βασίλη, στης Κίνας του Κοντού, παρόλο που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, ακριβώς μέσα στο Μακλωνάρι. Δεν έχουν όμως περιθώρια χρόνου για να βρουν κάτι άλλο και αποφασίζουν η μεταφορά του κατασκόπου να γίνει το ίδιο κιόλας βράδυ. Πάλι με κίνδυνο της ζωής τους ο Γιώργης κι ο Βασίλης αρχίζουν την επιχείρηση, αφού εξήγησαν στον κατάσκοπο τους λόγους μεταφοράς του. Η διαδρομή που ακολούθησαν για τη μεταφορά του κατασκόπου ήταν: Μάγγανο Νικήτα—χαντακιά προς τη Θάλασσα (εκεί που έγινε ο δρόμος δίπλα από του Φώκιαλη προς τη θάλασσα)—Μάγγανο παπα-Αυγερινού—προς τα Πάνω με κατεύθυνση Τον Κεντρικό δρόμο Ρόδου-Καμείρου—Πατέλλια (Περιοχή σημερινού γηπέδου)—κατηφόρα Θολού, από την περιοχή του Γερανιού στο χωριό. ‘Οταν έφθασαν όμως κοντά στον κεντρικό δρόμο, αντιλαμβάνονται ότι μια φάλαγγα γερμανικών αυτοκινήτων κατευθυνόταν προς τα έξω. Πέφτουν μέσα στο διπλανό χαντάκι "μπρούμυτα" και κρύβονται για αρκετή ώρα. Όταν κατάλαβαν πως τα πράγματα ησύχασαν, βγήκαν από την κρυψώνα τους και τρέχοντας πέρασαν από τον κεντρικό δρόμο απέναντι. Στην πορεία αυτή και ο Γιώργης και ο Βασίλης ήταν φορτωμένοι με τα ατομικά είδη του κατασκόπου και όταν έφθασαν κοντά στο χωριό, σε κάποια στιγμή ο Γιώργης σκόνταψε και στραμπούληξε το πόδι του. Δε σταματούν όμως, συνεχίζουν και με πολλές προφυλάξεις φθάνουν στις ελιές του παπα-Αυγερινού. Σταματούν για λίγο, για να σκεφτούν με τι τρόπο Θα ανεβάσουν τον κατάσκοπο στο χωριό, χωρίς να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί που περιπολούν.

Είναι η μάμμη Κίνα (Κατερίνα Αυγερινού Παπανικολάου) σύζυγος του Νικόλα του Κοντού (Νικολάου Βασιλείου Παπανικολάου),καθίμενη ανάμεσα στη οικογένεια της μετά την χηρεία της.

Αποφασίζουν να πάει μπροστά ο Γιώργης, έστω και κουτσαίνοντας, να δει πού βρίσκεται η γερμανική περίπολος και το σύνθημα που θα τους έκαμνε, για να καταλάβουν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για να προχωρήσουν, ήταν να ανάψει δυο φορές το τσιγάρο του. ‘Ετσι κι έγινε. ανέβηκαν από το μονοπάτι που ήταν κάτω από το σπίτι του Μερκούρη του Σαρρή και από κείνη τη νύχτα ο κατάσκοπος εγκαταστάθηκε στο στάβλο της Κίνας για 18 ολόκληρες ημέρες, μέχρις ότου κριθεί ότι ήταν η κατάλληλη νύχτα για να έλθει το υποβρύχιο, να φέρει τον ασυρματιστή και να πάρει πίσω τον Κατσουράκη.
Στο μεταξύ η Κίνα ήξερε τι συνέβαινε και πού ήταν «νακατεμένος» ο γιος της ο Βασίλης και ήταν πολύ σκεφτική και με τον παραμικρό θόρυβο πεταγόταν επάνω κι έτρεχε στην πόρτα και όταν έβλεπε πως δεν ήταν τίποτα, έκανε το σταυρό της και ησύχαζε κάπως. Εγώ, μιας και ήμουνα συνέχεια μαζί της, γιατί ήταν η γιαγιά μου, παρατηρούσα πόσο αλλαγμένη ήταν εκείνο το διάστημα και μου έκανε εντύπωση που κρυφομιλούσαν σοβαροί και σκεφτικοί με το θείο Βασίλη, κάτι που δε συνέβαινε πριν. (Η εποχή εκείνη ήταν το διάστημα της μεγάλης πείνας που άρχισε και στα Δωδεκάνησα, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943 και την επικράτηση των Γερμανών. Τον αδελφό μου Σάββα, 4 ετών τότε, κι εμένα 9, μας είχε μαζί της η γιαγιά στο Θολό, γιατί μας είχε εξασφαλίσει για κάθε μέρα από ένα ποτήρι γάλα της κατσίκας της, ενώ οι γονείς μας και η νεογέννητη αδελφή μας, η Κινίτσα, έμεναν αναγκαστικά στ’ Αφάντου, όπου δούλευε η μητέρα μας ως μαμμή και που μόλις και μετά πολλών δυσκολιών μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα πιο απαραίτητα για το μωρό.
Χωρίς απρόοπτα ευτυχώς, περάσανε οι μέρες που έπρεπε να μείνει κρυμμένος ο κατάσκοπος κι έφτασε το βράδυ που το υποβρύχιο θα έφερνε τον ασυρματιστή στην παραλία του Θολού και θα έπαιρνε πίσω τον Φώτη Κατσουράκη.
Ξανά ο Ατσίδης Γιώργης και ο Βασίλης Παπανικολάου, σε συνεννόηση με το Νικήτα Κυρμιχάλη, που τους διεβίβαζε προφορικές διαταγές ανθρώπων της οργάνωσης από τη Ρόδο, ετοιμάσθηκαν για την καινούρια αποστολή. Στο μεταξύ είχαν βρει σπίτι στη Ρόδο για τον ασυρματιστή, γιατί θα ήταν πολύ επικίνδυνο να τον κρατήσουν στο χωριό. ‘Ηδη στο χωριό υπήρχε η υποψία ότι κάτι συνέβαινε και μερικοί στη γειτονιά, όπου ήταν ο στάβλος, κάτι είχαν παρατηρήσει, έστω κι αν έκαμναν πως δεν καταλάβαιναν κι ο Γιώργης κι ο Βασίλης κι ο Νικήτας δεν ήθελαν να το ρισκάρουν πιο πολύ και να γίνουν αιτία να κινδυνέψει μαζί τους ολόκληρο το χωριό, σε περίπτωση που οι Γερμανοί θα ανακάλυπταν κάτι, έστω και κατά τύχη. Με τις σκέψεις αυτές συμφωνούσε και ο Κατσουράκης...

Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.

Σέβα Νικολίκου

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Η Αντιστασιακή Ομάδα του Θολού Εξελίσσεται.

Γράφει η Σέβα Νικολίκου

Η Αντιστασιακή Ομάδα του Θολού Εξελίσσεται.


Ο Νικήτας Κυρμιχάλης του Λεωνίδα και της Βογιατζή Δικαίας γεννήθηκε το 1897 στη Σύμη.Η διαμονή του στη Ρόδο ξεκίνησε όταν ο πατέρας του Λεωνίδας εγκαταστάθηκε σε ένα σπιτάκι στη παραλία της Σορωνής και με ένα βαρκάκι μετέφερε κηπευτικά στη Σύμη.Ο αδερφός του Ηλίας γεωργός στο επάγγελμα και πατέρας του μετέπειτα ήρωα Κυρμιχάλη Γεωργίου παντρεύτηκε στη Σορωνή.Ο Νικήτας επαγγελματίας αυτοκινητιστής, είχε αγοράσει λεοφορείο και εκτελούσε δρομολόγια Ρόδο-Καλαβάρδα, νυμφεύθηκε το 1921 την Άννίκα Κρητικού,του Κωνσταντίνου και της Καστρουνή Ζαφείρας γεννηθείσα το 1897 από την Σύμη, χήρα του Παναγιώτη Σαββίγκου επιστάτη του τσιφλικιού. Απέκτησαν δύο κορίτσια την Δικαία που γεννήθηκε το 1922 και την Ζαφείρα που γεννήθηκε το1924 .Το γεγονός που συγκλόνισε την κοινωνία τότε του Θολού ήταν ο θάνατος αυτών των νεαρών αδερφών μέσα σε σαράντα μέρες και συγκεκριμένα την άνοιξη του 1937 .Η Δικαία στα δεκαεφτά της χρόνια και μετά σαράντα μέρες, η Ζαφείρα στα δεκαπέντε από ανεξήγητη αιτία.Την απήχηση του γεγονότος αυτού δίνουν τα παρακάτω ποιήματα για την κάθε μία, του διδασκάλου και γείτονα των κοριτσιών τότε και μετέπειτα ιερέα του Θολού Γεωργίου Μυριαλλάκη με στίχους, μέσα στους οποίους λιτά και συγκινητικά εκφράζονται τα συναισθήματα όλων των θολοενών της εποχής εκείνης.
Μετά από λίγα χρόνια η μάνα των κοριτσιών πέθανε από τον καυμό της και ο πατέρας τους Νικήτας υιοθέτησε ένα από τους δύο γιους της κουνιάδας του Ειρήνης τον Κωνσταντή Γεωργίου Οικονόμου.
Για την Δικαία (1922-1938) στίχοι Γεωργίου Μυριαλλάκη ( 1891- 1977 ) 
διδασκάλου και μετέπειτα ιερέα του Θολού.

Στον Νικήτα Κυρμιχάλη αποδόθηκε Βεβαίωση Αντιστασιακής Δράσης προερχόμενη κατευθείαν από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής αλλά δεν βρέθηκε όπως αναφέρει η κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου στο βιβλίο της "ΘΟΛΟΣ" όπου παρακάτω αναφέρει το ρόλο του στην εξέλιξη της αντιστασιακής ομάδας του Θολού ως σύνδεσμος της με αυτή της Ρόδου.
{{Το 1942 ο Νικήτας Κυρμιχάλης γίνεται μέλος άλλης αντιστασιακής ομάδας με έδρα την πόλη της Ρόδου , κάτοικος Θολού, και θείος του ήδη συλληφθέντος από τους Ιταλούς για αντιστασιακή δράση ήρωα Γεωργίου Κυρμιχάλη, κατοίκου Σορωνής.
Ο Νικήτας Κυρμιχάλης σκέπτεται πως πρέπει με τη σειρά του να κάμει μέλη της ομάδας του δύο νέους ανθρώπους, έμπιστους και κατάλληλους για τη συγκέντρωση πληροφοριών. Στη σκέψη του έρχονται αμέσως τα πρόσωπα που του χρειάζονται και που συγκεντρώνουν τα προσόντα που απαιτούνται: ο βαπτιστικός του Βασίλης Παπανικολάου και ο κάποτε εισπράκτορας του λεωφορείου του Ατσίδης Γιώργης.
Για την Ζαφείρα (1924 -1938) στίχοι Γεωργίου Μυριαλλάκη ( 1891- 1977 ) 
διδασκάλου και μετέπειτα ιερέα του Θολού.

Ο μεν Βασίλης είναι υπάλληλος της υπηρεσίας ύδρευσης της Ρόδου στο Τμήμα του εξωτερικού δικτύου, από τη «Νύμφη» της Σαλάκου ως την πόλη. Κινείται καθημερινά σ’ αυτήν τη διαδρομή παρακολουθώντας το δίκτυο, που μεγάλο μέρος του περνά κοντά από στρατιωτικές μονάδες, όπως από τον Καλαμώνα, την Ελεούσα, τα Μαριτσά και την Παστίδα και κανένας δε θα τον υποψιασθεί, όταν συνδυάσει τη δουλειά του με πατριωτική αποστολή.
Ο δε Γιώργης, από την εποχή που ήταν εισπράκτορας, με τον ανοιχτό χαρακτήρα του έκαμε τόσες γνωριμίες, ώστε μπορεί, χωρίς να τον υποψιάζονται, να μαζεύει τις πληροφορίες που θα του ζητηθούν.
‘Οταν ο Νικήτας τους κάλεσε για να τους ανακοινώσει το σκοπό του, με έκπληξη και χαρά πληροφορήθηκε ότι αυτοί ήδη έχουν μπει στον αγώνα. Καταλαβαίνει χωρίς πολλές εξηγήσεις ότι πίσω τους κρύβεται ο δάσκαλος ο Καραγιάννης. Τους λέει τότε πως έτσι είναι καλύτερα και αρχίζει η συνεργασία τους, που κράτησε μέχρι την απελευθέρωση. Από τη στιγμή εκείνη ανέλαβαν πολλές επικίνδυνες αποστολές, από τις οποίες θα αναφέρουμε τις πιο χαρακτηριστικές.}}

Σέβα Νικολίκου

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Αφιέρωμα για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940: Η φυλάκιση θολοενών στο κοντσετραμέντο

Γράφει η Σέβα Νικολίκου

Αφιέρωμα για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και αφορά την φυλάκιση θολοενών στο κοντσετραμέντο όπως αναφέρει στη σελίδα 119 στο βιβλίο της «ΘΟΛΟΣ» η κυρία Μαρμαροκόπου Καραγιάννη

ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΠΑΤΡΙΩΤΩΝ
ΜΕ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

‘Όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940, εδώ στα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί προέβησαν αμέσως σε συλλήψεις κατοίκων, που είχαν την Ελληνική Υπηκοότητα. Στο Θολό, την Ελληνική Υπηκοότητα είχαν ο Γεώργιος Καταλειφός, ο Χαράλαμπος Καλόγουλου και ο Χατζημιχάλης με τους δύο γιους του, το Γιάννη και το Θανάση.
Ο Καταλειφός και ο Γιάννης του Χατζημιχάλη, την ίδια μέρα της κήρυξης του πολέμου, κατάφεραν να διαφύγουν και να φτάσουν στην Ελλάδα,. Στο χωριό ήταν μόνο ο Χατζημιχάλης, ο γιος του ο Θανάσης και ο Καλόγουλου. Στις 29 Οκτωβρίου ειδοποιήθηκαν αμέσως από τους «καραμπινιέρους» της Βιλλανόβας να είναι έτοιμοι με δυο κουβέρτες και λίγα ρούχα ο καθένας, γιατί θα τους συγκέντρωναν για λίγες μέρες προληπτικά δήθεν και Θα τους κρατούσαν μέσα στη Ρόδο.
Πράγματι, στις 30 Οκτωβρίου ήλθαν οι Ιταλοί στο Θολό και συνέλαβαν το Θανάση του Χατζημιχάλη και το Χαράλαμπο Καλόγουλου. Τον πατέρα του Θανάση, το Χατζημιχάλη τον ίδιο, δεν τον συνέλαβαν, γιατί η ηλικία του ήταν περασμένη, αλλά του επέβαλαν τον «κατ’ οΙκον περιορισμόν».
Με ένα αυτοκίνητο, που είχε μέσα και άλλους ‘Έλληνες υπηκόους από τα έξω χωριά, τους μεταφέρανε στη Ρόδο, κάνοντας στάση και στη Βιλλανόβα, απ’ όπου παραλάβανε και τους εκεί κατοίκους με Ελληνική Υπηκοότητα.
Στη Ρόδο τούς οδήγησαν μέσα στην τάφρο του Κάστρου και εκεί αντίκρισαν και πολλούς άλλους που είχαν συλληφθεί (περίπου 360 αρχικά). Είδαν ότι είχαν στηθεί ήδη μικρά αντίσκηνα (2χ2 μ. περίπου) και σε καθένα από αυτά τους έβαλαν ανά έξι άτομα.
Εκεί, κάτω από άθλιες συνθήκες, τους κράτησαν μέχρι τις 23 του Δεκέμβρη. Από εκεί τους μετέφεραν, την παραπάνω ημερομηνία, στους στρατιωτικούς στάβλους, που ήταν πίσω από το Δημαρχείο και εκεί τους κράτησαν μέχρι τον Ιούνιο του 1941, οπότε τους περισσότερους, που ανάμεσά τους ήταν και οι Θολοενοί Θανάσης Χατζηϊωάννου και Χαράλαμπος Καλόγουλου, τους άφησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, έχοντάς τους πάντα κάτω από αυστηρή παρακολούθηση. Οι συνθήκες κράτησής τους, τόσο μέσα στην τάφρο όσο και μέσα στους στάβλους, ήταν «συνθήκες στρατοπέδου συγκέντρωσης αιχμαλώτων», πολύ άθλιες δηλαδή. Το μόνο ευχάριστο διάλειμμά τους όλο αυτό το διάστημα ήταν η Θεία Λειτουργία, που σι Ιταλοί. επέτρεψαν να τελέσει για τους αιχμαλώτους, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1940, μέσα στο χώρο κράτησής τους, ο Τότε Πρωτοσύγκελος της «Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου» Απόστολος Παπαϊωάννου, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Κάσου και Καρπάθου, που ήταν ακόμη διάκος και είχε πάρει μαζί του για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας τον παπα-Βασίλη της Εκκλησίας της Μητρόπολης. Ο Θανάσης Χατζηϊωάννου, μόλις έμεινε ελεύθερος και καθώς οι αναμνήσεις του από την αιχμαλωσία ήταν πολύ νωπές ακόμη, έγραψε σε στίχους όλη του την περιπέτεια και αξίζει κανείς να αφιερώσει λίγο χρόνο για να διαβάσει αυτούς τους απλοϊκούς αλλά πολύ παραστατικούς στίχους, που αρχίζουν:

Ι. Ακούσατε να σας ειπώ όλα τα βάσανά μου
που έπαθα ο δυστυχής εις την νεότητά μου.

2. Στο χίλια εννιακόσια έτος εις το σαράντα
Τετάρτη μέρα ήτανε και του μηνός Τριάντα.

3. Πρωί πρωί σηκώθηκα, βλέπω τον αστυνόμο,
μού λέει: πιας τα ρούχα σου κι άτε κάτω στο δρόμο.

4. Εμάζεψα τα ρούχα μου και ό,τι ημπορούσα
και οι γονείς κι αδέλφια μου με βλέπαν και θρηνούσαν.

5. Φίλοι γνωστοί και συγγενείς, όλοι με χαιρετούσαν
και ως το καφενείο μας μαζίν ακολουθούσαν

και Παρακάτω:

19. Τετάρτη μέρα ήτανε, τριάντα Οκτωβρίου,
όπου μας εκατέβασαν στα βάθη του φρουρίου.

20. Βλέπω αρχόντους και φτωχούς όλους μες τα τσαντίρια και μες το κάστρο γύριζαν σα ναρκωμένα φίδια.

Χαρακτηριστικό είναι το σημείο που αναφέρει ότι οι Ιταλοί υποχρέωσαν το διάκο (Απόστολο Παπαϊωάννου) και τον ιερέα να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία, τοποθετημένοι προς τα Δυτικά, αλλά ο διάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά:

86. Να λειτουργήσει του Χριστού γέννηση την Αγίαν
και να μας δώσει και εμάς την Θείαν Κοινωνίαν

90. Η λειτουργία ήθελαν να γένει προς την Δύση,
αλλ’ από μας δεν ήθελε κανείς να σταματήσει.

93. Ο Διάκος μας τους απαντά, πρέπει να λειτουργήσει
καρσίν εις την Ανατολήν και όχι εις την Δύσην.

94. Στήνουν την Αγία Τράπεζα στα Ανατολικά μας
κι εμείς ευθύς μεταβολή κάνουμε στα δεξιά μας.

114. Ετρώγαμε και πίναμε καθένας ό,τι είχεν
και μαντολίνα παίζαμε και μια κιθάρα πούχε

115. Επιάσασιν εις το χορό όλοι κι ετραγουδούσαν
κι όσοι εστέκοντο μακριά τα χέρια των χτυπούσαν.

116. Με βάλαν σούστα κι έπαιξα με το μαντολινάκι
κι έπιασε εις τον εμπρός ο Χρήστος Μαλανδράκης.

117. Μετά από τον Χρήστο έπιασε ο Κώστας Καμπαλάκης κι έτσι διασκεδάσαμεν οι δυστυχείς λιγάκι.
118. Εκούσαμε πως προχωρούν οι δικοί μας πέρα

κι έτσι επήραμε κι εμείς οι δυστυχείς αέρα...
‘Ετσι απλά, παραστατικά και συγκινητικά ο Θανάσης Χατζηϊωάννου περιέγραψε την αιχμαλωσία των κατοίκων της Ρόδου, που συνελήφθησαν από τους Ιταλούς τον Οκτώβριο του ‘40, γιατί είχαν την «ατυχία» να είναι ‘Έλληνες υπήκοοι.
Όλα όσα αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό, είναι ακριβώς όπως μου τα διηγήθηκε ο ίδιος ο Θανάσης Χατζηιωάννου, που όταν τα διηγείται, ξαναζεί τις θλιβερές εκείνες ημέρες όχι μόνο με πόνο αλλά και εθνική ικανοποίηση και υπερηφάνεια...
Η πρώτη φωτογραφία είναι Πάσχα του 1941 των κρατουμένων,η δεύτερη φωτοτυπία από τα χειρόγραφα του κ.Θαναση Χατζηιωάννου και η τρίτη ο κύριος Θανάσης Χατζηιωάννου που συνελήφθη από τους Ιταλούς και έγραψε τις εντυπώσεις του από την αιχμαλωσία σε στίχους που δείχνουν ταλέντο γνήσιου λαϊκού ποιητή

Σέβα Νικολίκου

Παραμονές του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και η ζωή στο Θολό

Αντιγραφή επεξεργασία κειμένου Σέβα Νικολίκου

Παραμονές του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και η ζωή στο Θολό

{{Ενώ η δεκαετία του 1930 προχωρούσε προς το τέρμα της, η ζωή στο Θολό, όπως και σ’ όλη τη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα, γινόταν όλο και πιο δύσκολη, καθώς ο Ιταλός Διοικητής De Vecchi ήταν από τους πιο σκληρούς διοικητές που πέρασαν από τη Ρόδο.
Εξάλλου τα σύννεφα του Β Παγκοσμίου Πολέμου, που θα ξεσπούσε το 1939 στην Ευρώπη, είχαν αρχίσει να ρίχνουν τη σκιά τους και στον ουρανό του Θολού με πολλούς τρόπους από το 1937-1938 και μετά.
Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ‘30, ιταλικός στρατός εγκαταστάθηκε και στο Θολό στην περιοχή "Ροτσάλια" και στην "Αγγάρια", που από τότε η τοποθεσία αυτή άλλαξε όνομα και λέγεται «Παράγκες» από τις στρατιωτικές παράγκες που έκαμαν οι Ιταλοί και που ερείπιά τους υπάρχουν
ακόμη και σήμερα. Επίσης ναρκοθέτησαν μεγάλο μέρος της παραλίας του Θολού και έφτιαξαν παρατηρητήρια τόσο στη θαλάσσια περιοχή στο κτήμα του Μανόλη Γρηγοριάδη, την «Ποστατσιόνα» όπως το λέγαμε, καθώς και στην αυλή της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα...
Το καφενείο του Νικόλα Παπανικολάου (Κοντού) είχε κλείσει από τις αρχές του 1930, όταν η υγεία του ιδιοκτήτη είχε κλονισθεί σοβαρά, με αποτέλεσμα το 1934 να πεθάνει. Είχαν ανοίξει όμως άλλα δύο μεγαλύτερα και μάλιστα μέσα στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το ένα ήταν του Πασάλη και το άλλο του Παναή. Θα ήταν δίπλα-δίπλα, αν δεν τα χώριζε το σπίτι του Γιώργη του
Κασταμούλα.
Τα βράδια οι γυναίκες και οι κοπέλες δε βγαίνανε στις αυλές να γειτονέψουν, ούτε στη βρύση να φέρουν νερό στα σπίτια τους, γιατί φοβόντουσαν τους Ιταλούς στρατιώτες, που περιπολούσαν ακόμα και μέσα στο χωριό και παρακολουθούσαν το καθετί.
Στους συνηθισμένους και ειρηνικούς ήχους του χωριού προστέθηκε τώρα και ο ήχος της ιταλικής στρατιωτικής μπότας...
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 έχουμε μια σημαντική πρόοδο στον αγροτοκηπευτικό τομέα: το πατροπαράδοτο "Γεράνι", που μέχρι τότε χρησιμοποιείτο για την άντληση νερού από τα πηγάδια, αντικαθίσταται με την «Τρούμπα». Η τρούμπα είναι νερόμυλος με σιδερένιο σκελετό, που δουλεύει με κινητήρια δύναμη τον αέρα, καθώς με τη δύναμή του φουσκώνει και κινεί τα οχτώ ανοιγμένα πανιά της τρούμπας, που στηρίζονται ακτινοειδώς σε σίδερα τοποθετημένα στο μπροστινό μέρος του άξονα της.}}

Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.

Σέβα Νικολίκου

Ο Σχηματισμός της πρώτης Αντιστασιακής Ομάδας στο Θολό

Αντιγραφή επεξεργασία κειμένου Σέβα Νικολίκου

Ο Σχηματισμός της πρώτης Αντιστασιακής Ομάδας στο Θολό

Η δεκαετία του 1940 αρχίζει με δυσάρεστα σημάδια. ‘Ηδη έχει αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Τοπικά η διακυβέρνηση των νησιών από τον Ιταλό Διοικητή De Vecchi γίνεται όλο και πιο σκληρή, όλο και πιο αυταρχική, όλο και πιο φασιστική. Η ζωή των ανθρώπων κάθε μέρα γίνεται δυσκολότερη. Το βάρος της ιταλικής σκλαβιάς γίνεται ανυπόφορο και αβάσταχτο. ‘Ομως η σκέψη και η ψυχή των Δωδεκανησίων μένουν αλύγιστες, ανυπόταχτες και αποφασισμένες να παλέψουν τον αγώνα τον καλό, για να ‘ρθει γρήγορα η μέρα της πολυπόθητης Λευτεριάς. Από την αδούλωτη σκέψη και ψυχή των Δωδεκανησίων αυτά τα χρόνια ξεπετιέται και η απόφαση για έμπρακτη και χειροπιαστή αντίσταση κατά των κατακτητών.
Στη Ρόδο, τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά, την εποχή αυτή, «σαν έτοιμες από καιρό» δημιουργούνται οι διάφορες αντιστασιακές ομάδες.
Και το μικρό και ασήμαντο χωριουδάκι, ο Θολός, παίρνει μέρος σ’ αυτόν τον αγώνα και σχηματίζει τη δική του Αντιστασιακή Ομάδα. Το πώς έγινε η αρχή, καθώς και πολλές λεπτομέρειες της δράσης της ομάδας αυτής, μου τα διηγήθηκαν οι χωριανοί μας Ατσίδης Γεώργιος και Παπανικολάου Βασίλειος, στελέχη από τα πρώτα και πρωταγωνιστές της ομάδας αντίστασης του Θολού.
‘Ηταν Άνοιξη του 1942, η εποχή που σκάβανε τ’ αμπέλια. Ο Γιώργης Ατσίδης, ο Κωστής Παπανικολάου, ο Βασίλης Παπανικολάου, ο Γιώργης Παπανικολάου, ο Αλέξανδρος Πασάλης και ο Γιώργης Στρατής (Πανανάκι) ήταν εργάτες του Βγερνάκκου (Αυγερινού Κωστή Αυγερινού) και του έσκαβαν το αμπέλι έξω στις «Γλώσσες». Ξαφνικά, γύρω στις 11 π.μ., είδαν μπροστά τους το Φαντενό το δάσκαλο, Αντώνη Καραγιάννη.
Ο Καραγιάννης Αντώνης από το 1938, όταν παύθηκε ως δάσκαλος από τους Ιταλούς, μετακόμισε οικογενειακώς από το Θολό στ’ Αφάντου. Δυο-τρεις φορές το χρόνο ερχόταν στο Θολό από τ’ Αφάντου με ένα δανεικό γαϊδουράκι μέσω Ψίνθου-Καλόπετρας- Καλαμώνα και έφερνε τα παιδιά του να δουν τη γιαγιά τους, τους θείους, θείες, νονές και υπόλοιπους συγγενείς.
Στην αρχή, όταν εκεί που έσκαβαν τον είδαν, νόμισαν πως ήλθε να δει τους κουνιάδους του Κωστή, Βασίλη και Γιώργη. Σταμάτησαν όλοι το σκάψιμο, χαιρετήθηκαν και αντάλλαξαν τις συνηθισμένες και τυπικές φράσεις «τι κάνετε, είστε καλά;», «είμαστε καλά», «ήλθα να φέρω τα παιδιά να δουν λίγο τη γιαγιά τους κλπ.».
‘Οταν τελείωσαν τα τυπικά και ενώ συγχρόνως με πολλή προσοχή ο δάσκαλος παρατηρούσε ποιοι αποτελούσαν την ομάδα των εργατών, χωρίς πολλές περιστροφές, άλλαξε ύφος ξαφνικά και πολύ σοβαρά τους είπε: «Το βράδυ γύρω στα μεσάνυχτα σάς Θέλω όλους στην εκκλησία. Θα ορκιστούμε για πατριωτικό σκοπό. Πέστε να έλθει και όποιος άλλος νομίζετε. Απ’ ό,τι ξέρω, εδώ στο Θολό, δε γίνεται τίποτα, ενώ εκεί στα χωριά της πίσω γραμμής (εννοούσε τα χωριά της Ν. Ρόδου) κάτι άρχισε να γίνεται.
Δεν είπε πιο πολλά ο δάσκαλος και σε λίγο έφυγε από το αμπέλι του Βγερνάκκου από τις «Γλώσσες» και γύρισε στο χωριό, αφήνοντας τους εργάτες να τελειώσουν τη δουλειά τους.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς, όλοι οι παραπάνω και μερικοί άλλοι μαζεύτηκαν στην Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Εκεί, κάτω από το θαμπό φως των κεριών και των καντηλιών, τους περίμεναν ο παπα-Αυγερινός και ο δάσκαλος.
Σε λίγο ο παπα-Αυγερινός, πολύ συγκινημένος, τους έβαλε να ορκισθούν πάνω στο ιερό Ευαγγέλιο πως ό,τι ακούσουν και ό,τι αποφασίσουν θα μείνει μεταξύ τους για το καλό του χωριού και της Πατρίδας.
Στη συνέχεια ο δάσκαλος τούς ζήτησε να παρακολουθούν τις κινήσεις του στρατού των κατακτητών και ιδίως ό,τι γίνεται στον Καλαμώνα και να του τα γνωστοποιούν συνθηματικά και με μεγάλη προσοχή. Ο ίδιος, με τη σειρά του, τις πληροφορίες αυτές θα τις μετέδιδε σ’ εκείνους που του είχαν αναθέσει αυτήν την αποστολή και ανήκαν σε ομάδα αντιστασιακών που δρούσε στα χωριά της Ν. Ρόδου, μέλος της οποίας ήταν και ο γιατρός Εμμανουήλ Παπαβασιλείου, ο οποίος, όπως μαθεύτηκε πια μετά την απελευθέρωση, ήταν ο σύνδεσμος του Καραγιάννη με τους αντιστασιακούς της Ν. Ρόδου.
Εδώ πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το τελευταίο βράδυ, πριν γυρίσει ο Καραγιάννης στ’ Αφάντου με τον κουνιάδο του το Βασίλη, πήγαν πολύ αργά στη Σορωνή και έκαμαν μέλη της αντιστασιακής τους ομάδας το Λάμπρο το ράφτη (Δημητρά), το Χριστοφή το Δημητρά, το Λούκα Δημητρά (Λουκάκι), το Γληοράκι το Δημητρά με τους γιους του και μερικούς άλλους και η διαδικασία έγινε στο σπίτι που σήμερα μένει η κόρη του Μανόλη Δημητρά, η Σοφία Διακονικόλα ή Κρίπα.

Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.

Σέβα Νικολίκου

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Το θέρισμα και το αλώνισμα στα αλώνια του Θεολόγου (Θολού) Της Σέβας Νικολίκου

Αντιγραφή επεξεργασία κειμένου Σέβα Νικολίκου

{{ Το θέρισμα ήταν δύσκολη δουλειά και έπεφτε, κατά κανόνα, στους ώμους των γυναικών, που παράλληλα έπρεπε να μαγειρεύουν, να φροντίζουν τα μικρά παιδιά τους και να κάμνουν και όλες τις υπόλοιπες δουλειές του νοικοκυριού τους. Οι άντρες έδεναν τα θερισμένα στάχυα σε δεμάτια και τα κουβαλούσαν με τα ζώα στ’ αλώνια.
Όταν άρχιζε το αλώνισμα, τα σχολεία είχαν κλείσει για τις καλοκαιρινές διακοπές και τα παιδιά βοηθούσαν πολύ, γυρίζοντας και «λαλώντας» τα ζώα γύρω-γύρω στο αλώνι μέχρι να πατηθούν τα στάχυα, μια δουλειά που κρατούσε αρκετές ημέρες.
Επίσης, όταν τελείωνε το αλώνισμα και το «ξεχύρισμα», το ξεχώρισμα δηλαδή του καρπού από τα άχυρα, μια διαδικασία που γινόταν με τη βοήθεια του αέρα, τα παιδιά βοηθούσαν και στη μεταφορά του άχυρου από το αλώνι στον αχυρώνα, στο στάβλο.
Το άχυρο, στιβαγμένο μέσα σε τσουβάλια, μεταφερόταν στους στάβλους φορτωμένο στα γαϊδουράκια κι αυτό ήταν δουλειά των αγοριών ηλικίας 14-16 χρονών. Άλλα μικρά παιδιά, ηλικίας 8, 10, 12 χρονών, πατούσαν το άχυρο πολλές ώρες μέσα στον αχυρώνα, για να κάτσει και να χωρέσει όσο το δυνατόν πιο πολύ.
Όταν κάποιος γεωργός από αμέλεια ή από έλλειψη εργατικών χεριών δεν έκαμνε τη μεταφορά του άχυρου μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες και παρέμενε στο αλώνι μέχρι το φθινόπωρο, όταν άρχιζαν τα πρωτοβρόχια, με τα άχυρα στ’ αλώνια, έτρεχε και δεν πρόφταινε...}}

Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Η ζωή στο Θολό κατά την διάρκεια της Μ. Σαρακοστής και το Σάββατο του Λαζάρου

Γράφει η Σέβα Νικολίκου

Η ζωή στο Θολό κατά την διάρκεια της Μ. Σαρακοστής και το Σάββατο του Λαζάρου

Με τις Απόκριες τελείωνε σχεδόν και ο χειμώνας με τις πολλές γιορτές και την κάπως πιο ξεκούραστη ζωή. Στη συνέχεια άρχιζε η εποχή με τις πολλές δουλειές: τα αμπέλια έπρεπε να σκαφτούν.Οι κήποι να ετοιμασθούν για τα ανοιξιάτικα κηπουρέματα, οι συκιές να ζεχτούν κ.ά. Άρχιζαν και οι κατσίκες να γεννούν τα κατσικάκια, από τα οποία κάθε οικογένεια ξεχώριζε πρώτα-πρώτα το «λαμπριώτη», το κατσικάκι δηλαδή που θα έσφαζε τη Λαμπρή.
Οι γυναίκες, κάθε βδομάδα της Μ. Σαρακοστής, 1-2 μέρες δε συνόδευαν τους άνδρες τους στα χωράφια. Έμεναν στα σπίτια τους και άρχιζαν τις ετοιμασίες για το Πάσχα. Πήγαιναν στο ποτάμι για να πλύνουν τα βαριά χειμωνιάτικα ρούχα (χρέμια, σεντόνες, κουρελούδες κ.ά.).Να κάμουν το άσπρισμα ή το «ασβέστωμα» των σπιτιών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους, στα πεζούλια και στα δέντρα.
Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σοκάκι κάθε νοικοκυρά, φρόντιζε να φαίνεται το σπίτι περιποιημένο
όταν θα περάσει η πομπή του επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή. Έπλυναν και στόλιζαν τα πιάτα γυάλιζαν τα μπακίρια, τις λάμπες τα ταψιά και περνούσαν τα εικονίσματα με λάδι και ξύδι, το σπίτι μυρίζε ασβέστη και σαπούνι, καθάριζαν τους
πάγκους, τον σουφά που ήταν το κρεβάτι τους και κάθε σημείο από ξύλο, έκαναν όλες εκείνες τις δουλειές του νοικοκυριού που έπρεπε να γίνουν πριν το Πάσχα, για να «μυρίσει η Λαμπρή».
Πάντως, όσο πολυάσχολοι και να ήταν οι Θολοενοί στο διάστημα της Μ. Σαρακοστής, κάθε βδομάδα, την Παρασκευή το βράδυ, φρόντιζαν να έχουν τελειώσει νωρίς τις δουλειές τους, για να πάνε στην εκκλησία, στην ακολουθία των Χαιρετισμών (Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου).
Την Τελευταία βδομάδα, που δεν είχε Χαιρετισμούς, της «Κουφής», όπως την ονομάζαμε και τότε και τώρα, οι νοικοκυρές τελείωναν όλες τις χοντροδουλειές τους, φροντίζοντας να μην έχουν πολλά να κάμουν τη Μεγαλοβδομάδα, ώστε ξένοιαστες να παρακολουθούν κάθε βράδυ όλες τις κατανυκτικές ακολουθίες.
Το Σάββατο του Λαζάρου, ξεχώριζαν από το ζυμωτό του ψωμιού ζυμάρι και βάζοντας διάφορα μυρωδικά, ζύμωναν τα «Λαζαράκια» και ήταν σε μικρό σχήμα μυρωδάτα νηστίσιμα ψωμάκια. Τα παιδιά γύριζαν τα σπίτια μετά το τέλος της λειτουργίας και έλεγαν το «Λάζαρο».

"Σήμερον έρχεται ο Χριστός Ο επουράνιος Θεός
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφό της
Τον γλυκύ καρδιακό της
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
Και τον εμοιρολογούσαν
Την ημέρα την τετάρτην
κίνησε ο Χριστός για να' ρθει.
Και βγήκε κι η Μαρία έξω
Από τη Βηθανία.
Σκύβει εμπρός γονατιστή και τους
Πόδες του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου,
δεν θα πέθαινε ο αδερφός μου.
Μα κι εγώ τώρα πιστεύω
Και καλότατα εξεύρω
Ότι δύνασαι αν θέλεις
Και νεκρούς να ανασταίνεις.
-Λέγε, πίστευε, Μαρία
άγωμεν εις τα μνημεία
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
Και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρε
Λάζαρε να μη σε πάρει:
Δεύρο έξω Λάζαρε μου,
Φίλε και αγαπητέ μου
Παρευθύς από τον Άδη
Ως εξαίσιο σημάδι.
Λάζαρος απενεκρώθη,
Ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος
Και με το κηρί ζωσμένος
-Λάζαρε πες μας τι είδες
εις τον Άδη που επήγες;
......

Όπως με τα χελιδονίσματα την πρώτη του Μάρτη που τραγουδούσαν οι Ρόδιοι από την εποχή του Κλεοβούλου
γίνεται και με τα κάλαντα του Λαζάρου , μαζεύοντας χρήματα και συγχρόνως αυγά για τον παπά ή τον δάσκαλο του χωριού ,τώρα πλέον για έσοδα του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων. Αυτό γινόταν ακόμη και επί ιταλικής κατοχής που οι δάσκαλοι αμείβονταν από τις κοινότητες και τους γονείς των μαθητών.Για τους μαθητές του σχολείου πριν τις διακοπές του Πάσχα η προετοιμασία ήταν ένα είδος επιπλέον γιορτής.Είχαν το ελεύθερο να τριγυρνούν στα χωράφια να κόβουν από τους αμαράγκους πολλές μαργαρίτες και να κόψουν και μια Βαγιά.Επέστρεφαν στο σχολείο και άρχιζαν την προετοιμασία.Οι καλές μαργαρίτες γινόταν με βελόνα και κλωστή κορδέλα για το αγόρι που θα έκανε τον Λάζαρο .Οι υπόλοιπες μαργαρίτες μέσα σε καλαθάκια για να τις ρένουν κατά την είσοδο του Λαζάρου σε κάθε σπίτι. Ο ρόλος του Λαζάρου, ντυμένος διακάκι στα άσπρα και κρατώντας την Βαγιά ,ήταν να μπαίνει σε κάθε σπίτι και γονατισμένος σε μαξιλάρι προς τα εικονίσματα όταν προέτρεπαν οι μελωδικές φωνές των παιδιών να πει τι είδε εις τον Άδη που επήγε να απαντά.

"Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
Να ξεπλύνω το φαρμάκι
Της καρδίας, των χειλέων
Και μη με ρωτάτε πλέον"

Του χρόνου πάλι να έρθουμε με υγεία να σας βρούμε στους οίκους σας χαρούμενοι τον Λάζαρο να πούμε
Με την παραπάνω ευχή τελείωναν τα κάλαντα του Λαζάρου.
Και του χρόνου χαρούμενοι και καλό Πάσχα.!!!

Σέβα Νικολίκου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου