Ο Σχηματισμός της πρώτης Αντιστασιακής Ομάδας στο Θολό
Η δεκαετία του 1940 αρχίζει με δυσάρεστα σημάδια. ‘Ηδη έχει αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Τοπικά η διακυβέρνηση των νησιών από τον Ιταλό Διοικητή De Vecchi γίνεται όλο και πιο σκληρή, όλο και πιο αυταρχική, όλο και πιο φασιστική. Η ζωή των ανθρώπων κάθε μέρα γίνεται δυσκολότερη. Το βάρος της ιταλικής σκλαβιάς γίνεται ανυπόφορο και αβάσταχτο. ‘Ομως η σκέψη και η ψυχή των Δωδεκανησίων μένουν αλύγιστες, ανυπόταχτες και αποφασισμένες να παλέψουν τον αγώνα τον καλό, για να ‘ρθει γρήγορα η μέρα της πολυπόθητης Λευτεριάς. Από την αδούλωτη σκέψη και ψυχή των Δωδεκανησίων αυτά τα χρόνια ξεπετιέται και η απόφαση για έμπρακτη και χειροπιαστή αντίσταση κατά των κατακτητών.
Στη Ρόδο, τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά, την εποχή αυτή, «σαν έτοιμες από καιρό» δημιουργούνται οι διάφορες αντιστασιακές ομάδες.
Και το μικρό και ασήμαντο χωριουδάκι, ο Θολός, παίρνει μέρος σ’ αυτόν τον αγώνα και σχηματίζει τη δική του Αντιστασιακή Ομάδα. Το πώς έγινε η αρχή, καθώς και πολλές λεπτομέρειες της δράσης της ομάδας αυτής, μου τα διηγήθηκαν οι χωριανοί μας Ατσίδης Γεώργιος και Παπανικολάου Βασίλειος, στελέχη από τα πρώτα και πρωταγωνιστές της ομάδας αντίστασης του Θολού.
‘Ηταν Άνοιξη του 1942, η εποχή που σκάβανε τ’ αμπέλια. Ο Γιώργης Ατσίδης, ο Κωστής Παπανικολάου, ο Βασίλης Παπανικολάου, ο Γιώργης Παπανικολάου, ο Αλέξανδρος Πασάλης και ο Γιώργης Στρατής (Πανανάκι) ήταν εργάτες του Βγερνάκκου (Αυγερινού Κωστή Αυγερινού) και του έσκαβαν το αμπέλι έξω στις «Γλώσσες». Ξαφνικά, γύρω στις 11 π.μ., είδαν μπροστά τους το Φαντενό το δάσκαλο, Αντώνη Καραγιάννη.
Ο Καραγιάννης Αντώνης από το 1938, όταν παύθηκε ως δάσκαλος από τους Ιταλούς, μετακόμισε οικογενειακώς από το Θολό στ’ Αφάντου. Δυο-τρεις φορές το χρόνο ερχόταν στο Θολό από τ’ Αφάντου με ένα δανεικό γαϊδουράκι μέσω Ψίνθου-Καλόπετρας- Καλαμώνα και έφερνε τα παιδιά του να δουν τη γιαγιά τους, τους θείους, θείες, νονές και υπόλοιπους συγγενείς.
Στην αρχή, όταν εκεί που έσκαβαν τον είδαν, νόμισαν πως ήλθε να δει τους κουνιάδους του Κωστή, Βασίλη και Γιώργη. Σταμάτησαν όλοι το σκάψιμο, χαιρετήθηκαν και αντάλλαξαν τις συνηθισμένες και τυπικές φράσεις «τι κάνετε, είστε καλά;», «είμαστε καλά», «ήλθα να φέρω τα παιδιά να δουν λίγο τη γιαγιά τους κλπ.».
‘Οταν τελείωσαν τα τυπικά και ενώ συγχρόνως με πολλή προσοχή ο δάσκαλος παρατηρούσε ποιοι αποτελούσαν την ομάδα των εργατών, χωρίς πολλές περιστροφές, άλλαξε ύφος ξαφνικά και πολύ σοβαρά τους είπε: «Το βράδυ γύρω στα μεσάνυχτα σάς Θέλω όλους στην εκκλησία. Θα ορκιστούμε για πατριωτικό σκοπό. Πέστε να έλθει και όποιος άλλος νομίζετε. Απ’ ό,τι ξέρω, εδώ στο Θολό, δε γίνεται τίποτα, ενώ εκεί στα χωριά της πίσω γραμμής (εννοούσε τα χωριά της Ν. Ρόδου) κάτι άρχισε να γίνεται.
Δεν είπε πιο πολλά ο δάσκαλος και σε λίγο έφυγε από το αμπέλι του Βγερνάκκου από τις «Γλώσσες» και γύρισε στο χωριό, αφήνοντας τους εργάτες να τελειώσουν τη δουλειά τους.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς, όλοι οι παραπάνω και μερικοί άλλοι μαζεύτηκαν στην Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Εκεί, κάτω από το θαμπό φως των κεριών και των καντηλιών, τους περίμεναν ο παπα-Αυγερινός και ο δάσκαλος.
Σε λίγο ο παπα-Αυγερινός, πολύ συγκινημένος, τους έβαλε να ορκισθούν πάνω στο ιερό Ευαγγέλιο πως ό,τι ακούσουν και ό,τι αποφασίσουν θα μείνει μεταξύ τους για το καλό του χωριού και της Πατρίδας.
Στη συνέχεια ο δάσκαλος τούς ζήτησε να παρακολουθούν τις κινήσεις του στρατού των κατακτητών και ιδίως ό,τι γίνεται στον Καλαμώνα και να του τα γνωστοποιούν συνθηματικά και με μεγάλη προσοχή. Ο ίδιος, με τη σειρά του, τις πληροφορίες αυτές θα τις μετέδιδε σ’ εκείνους που του είχαν αναθέσει αυτήν την αποστολή και ανήκαν σε ομάδα αντιστασιακών που δρούσε στα χωριά της Ν. Ρόδου, μέλος της οποίας ήταν και ο γιατρός Εμμανουήλ Παπαβασιλείου, ο οποίος, όπως μαθεύτηκε πια μετά την απελευθέρωση, ήταν ο σύνδεσμος του Καραγιάννη με τους αντιστασιακούς της Ν. Ρόδου.
Εδώ πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το τελευταίο βράδυ, πριν γυρίσει ο Καραγιάννης στ’ Αφάντου με τον κουνιάδο του το Βασίλη, πήγαν πολύ αργά στη Σορωνή και έκαμαν μέλη της αντιστασιακής τους ομάδας το Λάμπρο το ράφτη (Δημητρά), το Χριστοφή το Δημητρά, το Λούκα Δημητρά (Λουκάκι), το Γληοράκι το Δημητρά με τους γιους του και μερικούς άλλους και η διαδικασία έγινε στο σπίτι που σήμερα μένει η κόρη του Μανόλη Δημητρά, η Σοφία Διακονικόλα ή Κρίπα.
Από το βιβλίο "ΘΟΛΟΣ" κ.Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.
Σέβα Νικολίκου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου