Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Το Ιστολόγιο του ΡΟΔΟΣυλλέκτη, απευθύνεται σε όσους αγαπούν τον τόπο τους… εδώ είναι λοιπόν και περιμένει τα δελτία για τις εκδηλώσεις και τις δράσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων αλλά και ότι αφορά τον τόπο μας – ακόμα και την πολιτική… Το Email μας είναι: r.telxinas@yahoo.gr

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ ΣΑΒΒΑ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ ΣΑΒΒΑ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Συνέντευξη της Ζωής Κοντόγιαννου με την κα Χαριστούλα Καρασάββα "Μετά την καταιγίδα... το ουράνιο τόξο"

Στις 30 Ιουνίου του 2011, παραμονή των Αγίων Αναργύρων, ένα ατύχημα άλλαξε ριζικά τη ζωή της κας Χαριστούλας. Από τότε ανεβαίνει έναν τεράστιο κι επίπονο Γολγοθά έχοντας ως στήριξη όχι μόνο τον άντρα της που δεν λείπει από το πλευρό της ούτε λεπτό αλλά επίσης την ελπίδα της και την πίστη της στον Θεό και στη ζωή.
Από την πρώτη στιγμή που άκουσα την ιστορία της ήθελα να την γνωρίσω και πριν λίγες μέρες η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα.
Πάντα πίστευα πως οι ήρωες που έχουμε όλοι στο μυαλό μας δεν είναι μακριά…κι είχα δίκιο! Οι ήρωες και οι ηρωίδες ζουν και παλεύουν ανάμεσά μας και καταφέρνουν με τον δικό τους ανεπανάληπτο τρόπο να καταπονούν τα θεριά και τους δράκους της ζωής και να βγαίνουν νικητές.
Τέτοιοι ακριβώς ήρωες είναι η Χαριστούλα και ο Ρουβήμ. Δυο άνθρωποι απλοί, γεμάτοι αγάπη, φιλοξενία και αλληλεγγύη.
Διασχίζοντας το σπιτικό τους αισθάνθηκα πως μπαίνω μέσα σε ένα βασίλειο που μπορεί να μην είχε χρυσά έπιπλα και κρυστάλλινη διακόσμηση, ξεχείλιζε όμως από τον πλούτο της ψυχής των ανθρώπων που το κατοικούν. Παρά τις κινητικές της δυσκολίες η Χαριστούλα μαζί με τον Ρουβήμ είχαν ετοιμάσει του κόσμου τα καλά και μας είχαν υποδεχτεί εμένα και τον άντρα μου με ένα τραπέζι γεμάτο λιχουδιές.
Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα πρόσωπά τους. Όσο για το πρόσωπο της Χαριστούλας ένιωθα πως έλαμπε συνέχεια. «Αλήθεια, πως βγαίνει τόση λάμψη από έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να φέρει εις πέρας ακόμα και τα πιο απλά πράγματα;» αναρωτιόμουν και μέχρι το τέλος της βραδιάς είχα δώσει την απάντηση στον εαυτό μου.
Πάμε λοιπόν να γνωρίσουμε καλύτερα την κυρία Χαριστούλα και θα διαπιστώσετε κι εσείς το μεγαλείο της ψυχής της που κάνει το πρόσωπό της να λάμπει.

Κυρία Χαριστούλα μιλήστε μας για την καταγωγή σας

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο νησί της Ρόδου στο χωριό Φάνες. Είχα όμορφα παιδικά χρόνια και έχω πολλές όμορφες παιδικές αναμνήσεις.
Όλα κυλούσαν όμορφα μέχρι…
Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, παραμονή των Αγίων Αναργύρων. Αξέχαστη μέρα! Είχαμε κλείσει το καφενείο με τον Ρουβήμ και θελήσαμε να κάνουμε μια βόλτα με το μηχανάκι μας. Όλα εκείνη τη βραδιά λες και συνωμοτούσαν για να γίνει το ατύχημα. Ο Ρουβήμ ποτέ δεν με άφηνε να ανέβω στο μηχανάκι χωρίς κράνος. Η ζέστη ήταν αφόρητη όμως κι επέμεινα να μην το βάλω κι ενώ άλλες φορές εκείνος ήταν πιο πεισματάρης από εμένα εκείνο το βράδυ με άφησε να ανέβω χωρίς κράνος. Από τις Φάνες αποφασίσαμε σιγά σιγά να πάμε στην Κρεμαστή. Ο Ρουβήμ δεν έτρεχε! Ποτέ δεν έτρεχε! Δυστυχώς έσκασε το λάστιχο και χτύπησα με το κεφάλι στην άσφαλτο. Δεν είχα ούτε γρατζουνιά όμως είχα πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Κινδύνευα να χάσω τη μάχη με τη ζωή όμως τα κατάφερα κι έζησα χάρη στην σωστή φροντίδα των γιατρών και στην σκέπη του Θεού της Παναγίας και των Αγίων. Εικοσιπέντε μέρες ήμουν σε κώμα. Ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, που τόσο πολύ αγαπώ και πιστεύω, βγήκα από την μονάδα εντατικής θεραπείας. Η πρώτη ερώτηση που έκανα στο Ρουβήμ ήταν βέβαια τι είχε συμβεί και αν έβγαλε φωτογραφίες για να έχω να θυμάμαι από το ατύχημα. (η κυρία Χαριστούλα σκάει στα γέλια). Αργότερα όταν βγήκα από το νοσοκομείο δεν μπορούσα να περπατήσω για έναν ολόκληρο χρόνο. Είχα βάλει πείσμα όμως πως έπρεπε να ξανασταθώ στα πόδια μου για να ξανακάνω τον άντρα μου να χαμογελάσει. Και το κατάφερα!

Πόση δύναμη ψυχής και πόσα αποθέματα πίστης χρειάζεται κάποιος για να αντέξει ένα τέτοιο σοβαρό ατύχημα;

Χρειάζεται μεγάλη δύναμη, υπομονή και πίστη! Όχι μόνο από αυτόν που είναι τραυματισμένος αλλά και από τους δικούς του ανθρώπους. Εγώ όσο καιρό ήμουν σε κώμα δεν καταλάβαινα τίποτα. Ο Ρουβήμ όμως τα έζησε όλη την αγωνία κι όλο τον πόνο. Εκείνος άντεξε κι άντεξα κι εγώ μετά!

Που ακουμπήσατε για να αντέξετε;

Όπως είπα πρώτα από όλα στον άντρα μου! Εκείνος είχε γίνει πια και τα χέρια μου και τα πόδια μου και όλα! Ακόμα και σήμερα δεν φεύγει στιγμή από κοντά μου! Έχω όμως να πω κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένειά μου που ήταν και είναι συνέχεια κοντά μου και σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς αλλά και στους άγνωστους που πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού μου για να μου συμπαρασταθούν, να μου πουν έναν λόγο παρηγοριάς. Είναι πολύ σημαντικό να σε νοιάζονται οι άλλοι. Από την αγάπη τους παίρνεις δύναμη. Ακούμπησα και τον πόνο μου όμως στον Θεό, στην Παναγία μας, στους Αγίους μας. Είναι μεγάλο πράγμα η πίστη!
Θα ήθελα όμως να εκφράσω κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στους γνωστούς κι αγνώστους αγγέλους επί της γης που μου στάθηκαν και μου συμπαραστάθηκαν στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου...πιστεύοντας σ αυτούς τους αγγέλους υπάρχει πάντα ελπίδα...

Τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Μου έλειπε η αυτονομία. Ήμουν ένα πολύ ενεργητικό άτομο. Όλα μόνη μου τα έκανα. Κι ύστερα βρέθηκα σε έναν καναπέ να μην μπορώ να κάνω τίποτα και να τα περιμένω όλα από τους άλλους. Αυτό ήταν με δυσκόλευε πολύ και με έριχνε ψυχολογικά. Τουλάχιστον τώρα μπορώ και σηκώνομαι και κάνω κάποιες δουλειές μόνη μου. Υπάρχουν πολύ χειρότερες περιπτώσεις από τη δική μου. Γι αυτό δεν παραπονιέμαι ούτε και ποτέ είπα «Γιατί σε μένα!
Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να δώσετε σε αυτούς που καλούνται λόγω ενός ατυχήματος να δουν τη ζωή τους τελείως διαφορετικά αλλά και σε όλους τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες;
Να μην το βάζουν κάτω! Να μην λυγίζουν! Να προσπαθούν! Αν δεν μπορείς με τον έναν τρόπο τότε κάντο με τον άλλο! Να ακουμπούν τον πόνο τους στους ανθρώπους που τους αγαπούν και να τον μοιράζονται! Μόνο έτσι μαλακώνει ο πόνος: όταν τον μοιράζεσαι κι όταν μιλάς κι ανοίγεις την ψυχή σου. Να μην κλίνονται στον εαυτό τους. Να απασχολούν το μυαλό τους με κάτι άλλο, να φεύγει από το πρόβλημά τους κι όλα σιγά σιγά γίνονται! Κι εμείς όλοι οι άλλοι να νοιαζόμαστε! Να κάνουμε έστω κι ένα τηλεφώνημα να δίνουμε κουράγιο στους άλλους! Εμένα οι φίλοι μου δεν με άφησαν ποτέ και τους ευγνωμονώ!

Πως ζείτε σήμερα; Περιγράψτε μας μια μέρα σας.

Κάθε πρωί θα ξυπνήσω και θα κάνω τον σταυρό μου και θα σταυρώσω όλες τις φωτογραφίες των παιδιών μου. Θα σταθώ στο εικονοστάσι μου και θα ψάλλω τα τροπάρια των Αγίων μου και της Παναγιάς μας. Κι ύστερα σιγά σιγά θα ασχοληθώ με το σπίτι. Όμως ο Ρουβήμ είναι η βοήθειά μου και το στήριγμά μου! Αυτός έχει αναλάβει να κάνει πια τα περισσότερα.

Περιγράψτε μας τον εαυτό σας με τρεις λέξεις.

Είμαι πολύ δυνατός άνθρωπος. Έχω πολλή υπομονή και επιμονή! Κι εύχομαι αυτήν μου τη δύναμη να την πάρουν και τα παιδιά μου!

Αν δίνατε έναν τίτλο για τη ζωή σας ποιος θα ήταν αυτός;

«Μετά την καταιγίδα, το ουράνιο τόξο…»
θα ήθελα όμως να μου επιτρέψεις να πω, πως για να έρθει αυτό το ουράνιο τόξο στη ζωή μου με βοήθησαν πάρα πολλοί άνθρωποι και τους οφείλω ένα δημόσιο ευχαριστώ! Ευχαριστώ λοιπόν από καρδιάς τους γιατρούς μου κύριο Στάγκα και τους κυρίους Μακρή, επίσης το νοσηλευτικό προσωπικό για την άριστη φροντίδα, όλο το χωριό που έκαναν αγρυπνία για να παρακαλέσουν τον Θεό για μένα.
Πάνω απ' όλα ευχαριστω όμως την οικογένεια μου, τους δικούς μου ανθρώπους που δεν έλειψαν, ούτε λείπουν κοντά μου καμία στιγμή.

Κυρία Χαριστούλα σας ευχαριστώ ολόψυχα για αυτήν την συζήτηση που είχαμε κι εύχομαι ο Θεός να σας έχει έτσι πάντα δυνατή!

Τους πίνακες στον τοίχο έχει ζωγραφίσει ο κος Ρουβήμ, ο σύζυγος της κας Χαριστούλας

Η κυρία Χαριστούλα επίσης γράφει πολύ όμορφα ποιήματα και κείμενα. Με την άδεια της σας παρουσιάζω λίγα από τα γραπτά της.

Γι αυτό απ' την καρδιά μου θα σας πω λόγια με σημασία.
Έχει η καρδιά μας νόμισμα στον ευεργέτη το δίνει αυτό.
Του λόγου είναι νόμισμα μια λέξη "ευχαριστώ"


Νιώθω αυτούς όπου γέρνουν κάτω από το βάρος μιας αρρώστιας, πόνου, θλίψης, εγκατάληψης, απελπισίας και αδιεξόδου.
Ακόμα και ο Χριστός λύγισε ανεβαίνοντας τον δρόμο του Γολγοθά.
Βρέθηκε όμως ο Σίμων από την Κυρηναία
σήκωσε και φορτώθηκε τον Σταυρό του Χριστού.
Γι αυτό ας ακουμπήσουμε κι ας αφήσουμε στα τρυπημένα χέρια του Χριστού ό,τι μας βαραίνει.


Λίγα πράγματα αξίζουν μέσα στη ζωή αυτή
Πράγματα που σε γεμίζουν
και αξίζουν για να ζεις
Μια καλημέρα από καρδιάς
και μία καλή κουβέντα
Μια βόλτα στη λιακάδα
Μια παρέα για πάντα
στης μοναξιάς τα δύσκολα

...Κι αν με ρωτάτε θα σας πω, πως είναι μεγάλη ευλογία να γνωρίζεις τέτοιους όμορφους ανθρώπους!


Συνέντευξη Ζωή Κοντόγιαννου






H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" ( Ο Άγγελος της καρδιάς μας ). Κείμενα της έχουν επισης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος"

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Διάλογος με τον φόβο... Της Ζωής Κοντόγιαννου

Γράφει η Ζωή Κοντόγιαννου (*)

«Θα του πω ότι δεν τον φοβάμαι! Πως έπαψε πια να μου κλέβει τη ζωή μπροστά από τα μάτια μου!» λέω δυνατά καθώς κοιτάω το είδωλο μου στον καθρέφτη, έτοιμο να χυμήξει στον φόβο και να τον λιώσει. Μα δεν θέλω να παρατηρήσω το βλέμμα μου… Δεν θέλω να νιώσω ξανά ηττημένη…
«Μα δεν γίνεται να με νικήσεις! Με κουβαλάς μέσα σου πόσα χρόνια τώρα και τρέμεις να με αποχωριστείς, λες και σου δίνω νόημα να υπάρχεις» απάντησε εκείνος με βαθιά φωνή που ένιωθα πως θα με κατάπινε σε ένα αιώνιο σκοτάδι.
Βρήκα το θάρρος κι απάντησα κι ας μην είχα το κουράγιο ούτε να τον βλέπω.
«Δεν τρέμω! Μπορώ να το κάνω! Θα το κάνω!» είπα και χαμήλωσα τα μάτια.
«Βλέπεις δεν μπορείς! Είσαι δειλή!» είπε περιπαιχτικά.
«Γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη;» είπα αγανακτισμένη.
«Έχεις ιδέα τι θα πει φόβος κοπέλα μου; Εγώ έρχομαι μόνο όταν με καλέσουν! Ακάλεστος δεν πάω πουθενά! Και φεύγω όταν με διώξουν. Αλλιώς ποιος ο λόγος να φύγω;»
«Δεν σε καταλαβαίνω!»
«Μα δεν γίνεται να με καταλάβεις! Είμαι ο φόβος το ξέχασες πάλι; Έτσι κι αλλιώς αυτό κάνετε όλοι! Ξεχνάτε τη δύναμή μου και με αφήνετε χωρίς προστασία να κάνω κατάληψη στην ψυχή σας. Άσε που δεν μπαίνετε και ποτέ στον κόπο να με καταλάβετε! Όλοι με θεωρείται περίπλοκο μα είμαι απλός. Όσο με φοβάστε άλλο τόσο σας φοβάμαι κι εγώ!»
«Με μπερδεύεις!»
«Αυτή είναι η δουλειά μου! Να σε μπερδεύω!»
«Δεν θέλω πια να υπάρχεις στη ζωή μου! Φύγε!»
«Θα υπάρχω όσο το επιτρέπεις εσύ! Με το ζόρι δεν γίνεται να φοβάσαι!»
«Δηλαδή αν θέλω σε διώχνω και τώρα;»
«Ε, τι λέμε τόση ώρα; Αλλά άδικος κόπος! Εσύ ούτε που προσπαθείς!
«Προσπαθώ! Αλλά ο φόβος του θανάτου νικιέται;»
«Δεν είναι προς συμφέρον μου αυτό που θα σου πω, όμως εγώ νικιέμαι με την αγάπη για ζωή! Αλήθεια δεν το ξέρεις πως όλοι θα πεθάνετε μια μέρα;»
«Το ξέρω!»
«Ε, τότε τι νόημα έχει να πεθαίνεις κάθε μέρα; Ένα θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου! Πριν να πεθάνεις, ζήσε! Άφησε τον θάνατο στην άκρη! Ξέρει εκείνος πότε είναι η ώρα του να κόψει το νήμα της ζωής σου!» έλεγε ο φόβος κι εγώ τον κοίταγα αμίλητη. Μα εκείνος συνέχιζε απτόητος.
«Πιο καλά να πεθάνεις μια στιγμή παρά κάθε μέρα!» τόνισε με δυνατή φωνή κι ύστερα εξαφανίστηκε.
Κοιτάχτηκα απότομα στον καθρέφτη. Δεν μπορεί να ήμουν τρελή τόση ώρα! Με κάποιον σίγουρα μιλούσα! Παράξενο μα το βλέμμα μου είχε θαρρείς αλλάξει! «Είχα ξεφορτωθεί έτσι απλά τον φόβο του θανάτου;» Αναρωτήθηκα και προσπάθησα να αφουγκραστώ την ψυχή μου. Όλα μέσα μου τα ένιωθα ήρεμα, ίσως και γαλήνια.
Εκείνη την ώρα άρχισαν να παιχνιδίζουν οι ακτίνες του ήλιου μέσα στον καθρέφτη καθώς εκείνος πήγαινε να δύσει. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου.
«Πιο καλά να πεθάνεις μια στιγμή παρά κάθε μέρα!» ψιθύρισα στον εαυτό μου κι έτρεξα να απολαύσω τον ήλιο έτσι όπως εκείνος έβαφε με τα χρώματά του τον ουρανό και σιωπηλά του έδινε ζωή…ο θάνατος δεν υπήρχε πουθενά…

Ζωή Κοντόγιαννου

(...και δυστυχώς κάποιοι έβαλαν τον φόβο για τα καλά στη ζωή μας...κι η απόλαυση ενός ηλιοβασιλέματος θεωρείται πλέον πολυτέλεια...ας κάνουμε κάτι πριν να είναι αργά...ας μην αφηνόμαστε σε χέρια "χαζών σωτήρων"...)

(*) H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" ( Ο Άγγελος της καρδιάς μας ). Κείμενα της έχουν επισης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος"

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Η παράγκα (Της Ζωής Σ Κοντόγιαννου)

Ζωή Σ Κοντόγιαννου (*) 

Νοέμβριος 1950 

Το φως της λάμπας τρεμόπαιζε μέσα στην πετρόχτιστη παράγκα. Ο αέρας λυσσομανούσε. Η Μαρίνα καθόταν στην γωνιά του μικρού μαυρισμένου τζακιού με μάτια ανήσυχα, θολά. 
Το δυνατό βουητό τ’ ανέμου απ’ το μισοσπασμένο παράθυρο, που ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να αποτελειώσει, την έβγαλε απ’ τις θλιβερές τις σκέψεις. 
Μέρες είχε να πάρει νέα από το Δημήτρη , από τον άντρα π’ αγαπούσε όσο τίποτα άλλο. Δυο χρόνια έμεναν σ’ αυτήν την μικρή, φτωχική παράγκα, που έφτιαξαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ο Δημήτρης δεν είχε λείψει ποτέ πάνω από πέντε ώρες. Πάντα γυρνούσε κοντά της και πάντα η αγκαλιά του ήταν αυτή που τη ζέσταινε και της έδινε άπλετη στοργή και αγάπη. 
Σηκώθηκε επάνω να ανάψει το καντήλι που έστεκε μπροστά από την εικόνα της γλυκιάς Παναγιάς. Γέμισε το ποτήρι με λίγο λάδι, δεν είχε άλλωστε και πολύ, κι άναψε το καινούργιο φυτίλι. Με σφιγμένη την καρδιά γονάτισε κι άφησε τα δάκρυά της ελεύθερα να τρέξουν. 
«Μεγαλόχαρη, ας μην του χει συμβεί τίποτα κακό! Σκέπασέ τον!» το ‘λεγε και το επαναλάμβανε χίλιες φορές. 
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Ο Δημήτρης μπήκε μέσα. Ήταν βρεγμένος και ταλαιπωρημένος. Τα χέρια του ματωμένα. Το παντελόνι του σχισμένο. Η Μαρίνα έτρεξε κοντά του, τον αγκάλιασε, τον βοήθησε να καθίσει δίπλα στο τζάκι. Ίσα που κατάφερε εκείνος να ψελλίσει δυο κουβέντες. 
«Μας βρήκαν!» 
Η Μαρίνα δάγκωσε τα χείλη της. Στο πρόσωπό της καθρεφτιζόταν ο τρόμος. 
«Δεν είναι δυνατόν!» ξεφώνισε. 
Συνήλθε λιγάκι από τον τρόμο και κάθισε κοντά του. «Γιατί είσαι πληγωμένος καλέ μου;» του είπε και έπιασε τα χέρια του να τα δει. 
«Τσακίστηκα στα βράχια, όταν έφτασα στο λιμανάκι. Η θάλασσα ήταν αγριεμένη και ο δυνατός αέρας την έσπρωξε με μανία κατά ‘κει.» 
Η Μαρίνα έφερε ζεστό νερό και με ένα πανί καθάριζε τις πληγές του. 
«Τι θα απογίνουμε τώρα;» ρώτησε και η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στα γαλάζια της μάτια. 
Ο Δημήτρης την κοίταξε λυπημένος. Χάιδεψε το πρόσωπό της. Προσπάθησε να της δώσει κουράγιο. 
«Αύριο θα ξυπνήσω χαράματα. Θα φτιάξω τη βάρκα κι ύστερα θα φύγουμε απ’ εδώ. Είναι πια επικίνδυνα. Βρήκα άλλο καταφύγιο.» 
Εκείνη έσκυψε καταφατικά το κεφάλι. Τον εμπιστευόταν και τον αγαπούσε. Τον εμπιστεύτηκε ακόμα κι όταν της είπε ότι θα την λευτέρωνε από τον άγριο και σατράπη άντρα της. 
Είκοσι χρονών κοριτσάκι ήταν όταν την έδωσαν στο σαραντάρη Μαυρόπουλο. Σχίστηκε τότε η καρδιά του Δημήτρη , αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ήταν κι αυτός είκοσι τριών χρονών παλικάρι, φτωχό, πολύ φτωχό. 
Ήταν πολύ όμορφη η Μαρίνα κι ο Μαυρόπουλος τη ζήλευε υπερβολικά. Σχεδόν όλη μέρα κλεισμένη ήταν στο σπίτι. Ώσπου ο Δημήτρης βρήκε τον τρόπο να την ελευθερώσει και να την γλυτώσει από την κόλασή της. Ήταν ανήμερα του Πάσχα όταν το ‘σκασαν μαζί με μια παλιά μισοσπασμένη βάρκα. 
Η θάλασσα τότε θαρρείς και ήταν με το μέρος τους. Με τα κύματά της τους έσπρωχνε γρήγορα, όλο και πιο κοντά στο ξερονήσι που βρήκαν καταφύγιο. Όταν έφτασαν εκεί χελιδόνια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια τους και τραγουδούσαν θαρρείς την λευτεριά τους και την αγάπη τους. 
Μέρα γιορτής, αναστάσιμη ήταν για όλους, μα πιο πολύ για τη Μαρίνα και τον Δημήτρη. Είχαν γυρίσει και οι δύο σελίδα στη ζωή τους. Έμενε τώρα αυτή η σελίδα να γεμίσει με χρώματα και μελωδίες. 
Η ζωή τους σε αυτήν τη φτωχοπαράγκα ήταν δύσκολη, σκληρή πολλές φορές. Τι θα μπορούσε όμως να μειώσει την αγάπη τους; Τα λιγοστά τρόφιμα ή το κρύο που αλύπητα έμπαζε από την ξύλινη πόρτα και το σπασμένο παράθυρό; Ας ζούσαν μόνο και με λίγο γάλα, εκείνοι ένιωθαν ευτυχισμένοι. 
Τώρα έπρεπε να εγκαταλείψουν την παράγκα της αγάπης. Κιόλας αύριο θα έφευγαν μακριά της, ίσως να μην την ξανάβλεπαν ποτέ. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια… 
Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά. Μόλις η μέρα χάραξε, σηκώθηκε ο Δημήτρης και τράβηξε στην ακτή για να φτιάξει τη βάρκα. Η Μαρίνα έμεινε στην παράγκα να τακτοποιήσει τα πράγματά τους. Έβγαλε το ξύλινο, σκαλιστό κουτί από την μικρή τους ντουλάπα κι έβαλε μέσα τις βέρες τους, χαραγμένες με τα ονόματά τους. Θα τις φόραγαν όταν η Μαρίνα θα ήταν και επισήμως ελεύθερη. Προσεχτικά τοποθέτησε μέσα και ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο, που σε μια όμορφη και τρυφερή στιγμή της είχε χαρίσει ο αγαπημένος της. Έκλεισε το κουτί και βγήκε στον κήπο με τις τριανταφυλλιές, που με τόσο μεράκι και αγάπη είχαν φυτέψει οι δυο τους. Άνοιξε μια λακκούβα και το ‘χωσε μέσα. Το κάλυψε με χώμα κι από πάνω τοποθέτησε μια μεγάλη πέτρα. Κάποια μέρα θα γυρνούσαν και θα τις έπαιρναν πάλι πίσω. 
«Μαρίνα έλα! Τέλειωσε η βάρκα! Άντε να πηγαίνουμε!» ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη… και μετά σιωπή. Ατέλειωτη σιωπή και ησυχία. Θαρρείς και ήταν η ηρεμία πριν την καταιγίδα που έμελλε να ξεσπάσει. Έτρεξε στην βάρκα η Μαρίνα. Πεταμένο στην καυτή άμμο του μεσημεριού ήταν το ασημένιο ρολόι του Δημήτρη. Φώναξε με όλη της τη δύναμη το όνομά του. Σχεδόν ούρλιαζε. Καμία απάντηση. Το κακό έγινε! Ο Δημήτρης χάθηκε. 
Ο Μαυρόπουλος είχε εκπληρώσει την υπόσχεση του: «Θα σε εξαφανίσω από προσώπου γης! Κι αυτήν θα την ντύσω στα μαύρα!» τους είχε μηνύσει κάποτε ο σκληρόκαρδος αυτός άνθρωπος. 
Έμεινε η Μαρίνα στην παραλία να φωνάζει το όνομα του αγαπημένου της, μέχρι που ο ουρανός σκοτείνιασε. Αποκαμωμένη από τον πόνο γύρισε στην παράγκα και ντύθηκε στα μαύρα. 
Πέρασαν σαράντα ολόκληρα χρόνια. Η Μαρίνα δεν εγκατέλειψε ποτέ την παράγκα. Κάθε Νοέμβριο κατέβαινε στην παραλία και πετούσε τριαντάφυλλα στη θάλασσα κι αυτά κυμάτιζαν στα γαλανά νερά της. Ύστερα ύψωνε τα μάτια στον ουρανό, θαρρείς και ‘βλεπε τον αγαπημένο της να της χαμογελά. 
Ένα ηλιόλουστο πρωινό του Νοέμβρη, βγήκε στον κήπο και ξέθαψε το κουτί. Φίλησε τις βέρες σαν να φιλούσε το χέρι του Δημήτρη. Ξάπλωσε στο χώμα με τις βέρες σφιγμένες στην παλάμη της και γαλήνια παρέδωσε την ψυχή της. 
Κάποιοι που βρέθηκαν Νοέμβριο μήνα κοντά στο ξερονήσι, που έζησαν η Μαρίνα και ο Δημήτρης, είπαν πως τη νύχτα είδαν ένα φως να φωτίζει μια μισογκρεμισμένη παράγκα κι ύστερα να χάνεται αργά στο απέραντο του ουρανού. 
Το φως της μικρής αυτής παράγκας βλέπουν καθαρά ακόμα και σήμερα, όσοι αληθινά αγαπιούνται, έτσι όπως αγαπήθηκαν η Μαρίνα και ο Δημήτρης. 
Ζωή Σ Κοντόγιαννου 


Πηγή φωτογραφιών: Ρουβήμ Καρασάββας 

(*) H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" (Ο Άγγελος της καρδιάς μας). Κείμενα της έχουν επίσης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος"

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Η μάνα για την κόρη… της Ζωής Σ. Κοντόγιαννου

Πίνακας της Μαίρη Κάσατ.
Πηγή: 
https://www.elculture.gr/blog/article/mairi-kasat-mitera/
Ζωή Σ. Κοντόγιαννου (*) 

Η μάνα για την κόρη… 
«Αλίμονό σου και σε δω να τριγυρνάς από εδώ κι από εκεί! Ο νους σου στο κεφάλι σου! Όμορφα, όμορφα! Και να ξέρεις πως ό,τι κάνεις, θα το μάθω! Τα μάτια σου δεκατέσσερα!» είναι μερικές από τις φράσεις που λέει η μάνα στην έφηβη κόρη, όταν εκείνη στολιστεί κι ετοιμάζεται να βγει. Κι η κόρη ακούει, κοκκινίζει από τα νεύρα της μα προσπαθεί να συγκρατηθεί, αλλιώς πάει η έξοδος! Ψελλίζει λοιπόν η κόρη ένα σχεδόν αδιάφορο «Εντάξει, θα προσέχω» και φεύγει. 
Επιστρέφει η κόρη από τη βόλτα, γεμάτη μούτρα, κακοκεφιά, ίσως να είναι κι αθεράπευτα πληγωμένη. Τα χει αυτά η εφηβεία. Μπαίνει στο σπίτι κλαίγοντας, αναζητά τη μάνα που πριν λίγες ώρες δεν ήθελε να βλέπει από τα νεύρα της. Κι η μάνα έρχεται με το πολύ γνωστό ρητό στα χείλη: «Εγώ στα λεγα, αλλά τη μάνα σου ποτέ δεν την ακούς! Μα την κόρη δεν την νοιάζει! Η μάνα της είναι εκεί, δίπλα της, είναι η αγκαλιά που δεν κλείνει, η παρηγοριά της.
Τα χρόνια περνούν. Η κόρη είναι σε ηλικία γάμου. Ντύνεται, στολίζεται, ετοιμάζεται να βγει. Οι συμβουλές δεν έχουν αλλάξει, όμως έχει προστεθεί ακόμα μία: «Κοίτα να βρεις ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτείς! Καιρός είναι πια! Δεν μπορείς να χαζολογείς πέρα δώθε άσκοπα!»
Το καλό παιδί εντέλει βρίσκεται κι η ώρα του γάμου πλησιάζει. Η κόρη νιώθει γεμάτη ανασφάλεια. Όλα πρέπει να τα περάσει κι η μάνα από κόσκινο. «Έτσι το νυφικό, έτσι οι μπομπονιέρες, αλλιώς τα μαλλιά, πιο απαλό το μέικ απ και πάει λέγοντας. Η κόρη αγαναχτεί, μα θα άντεχε αλήθεια όλη τη γαμήλια προετοιμασία χωρίς τη μάνα της; 
Η ώρα η καλή φτάνει κι η μάνα είναι εκεί βράχος! Σταυρώνει, ευλογεί, εύχεται, δακρύζει. Υπάρχουν άραγε λέξεις να περιγράψουν τη χαρά και τη συγκίνησή της; 
Κι έρχεται η στιγμή που η κόρη μένει έγκυος. Μέσα της χτυπάει η καρδιά ενός μικροσκοπικού πλάσματος. Μέχρι τώρα η κόρη ήξερε πως μάνα σημαίνει αγάπη, σκέπη, αγκαλιά, παρηγοριά, στήριγμα, φύλακας άγγελος. Μα τώρα πια δεν το ξέρει μόνο, το νιώθει κιόλας!
Το μωρό γεννιέται. Δυο μάνες στέκουν από πάνω του. Στέκει η μαμά για το μωρό της, η γιαγιά για το εγγόνι της μα κι η μάνα για την κόρη της που γέννησε κι οι πόνοι της γέννας εξασθενούν το σώμα της και φοβίζουν την ψυχή της. Η μάνα συμβουλεύει και παρακολουθεί την κόρη σε κάθε της βήμα στον καινούργιο της ρόλο. 
Τα χρόνια περνούν κι η μάνα ξέρει να κάνει αυτό που πάντα έκανε: ν΄αγαπά! Κι η κόρη παίρνει παράδειγμα από εκείνην. Αγαπά και νοιάζεται τα δικά της παιδιά. Τρέμει για εκείνα κι οι συμβουλές της μάνας που την εκνεύριζαν είναι τώρα στον δικό της στόμα. Κι όταν η κόρη κοιτά τα παιδιά της σκέφτεται: «Ο ρόλος της μάνας είναι μόνο ένας: Να γίνεται φύλακας άγγελος να απλώνει τα φτερά της να τα σκεπάζει, να τα ζεσταίνει, να ζει μόνο για αυτά…»
Κι αν καμιά φορά αναρωτιέσαι αν είσαι ευλογημένος άνθρωπος τότε ρίξε μια ματιά στη μάνα σου ή τη γιαγιά σου και θα καταλάβεις πως έχεις στη ζωή σου μια από τις μεγαλύτερες ευλογίες…
ΥΓ. Το τηλέφωνο μου χτυπά. Είναι η μάνα μου. «Μην μαγειρέψεις σήμερα! Θα κάνω εγώ φαΐ! Ελάτε να φάμε όλοι μαζί!» Αυτή είναι η μάνα...να είσαι στα σαράντα σου κι ακόμα να σ΄αγαπά και να σε νοιάζεται το ίδιο λες κι είσαι το μικρό της κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια στα μαλλιά που αρνιόταν πεισματικά να αφήσει το παιχνίδι και να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του…
Ζωή Κοντόγιαννου 

♥️ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΝΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΑΝΟΥΛΑ♥️ 

(*) H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" (Ο Άγγελος της καρδιάς μας). Κείμενα της έχουν επίσης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος" 

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις! Της Ζωής Κοντόγιαννου

Ζωή Κοντόγιαννου(*) 

Θέλησε κάποιος να κάνει ένα μακρινό ταξίδι κι έψαχνε έναν ικανό οδηγό για συνοδοιπόρο. 
Ήθελε να τον βοηθάει ν΄ αποφεύγει τις κακοτοπιές, τους εχθρούς και τ΄ άγρια θηρία. Κανείς δεν δεχόταν να τον συνοδέψει μα κι αυτουνού κανείς δεν του γέμιζε το μάτι. Κανέναν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τυφλά. 
Μέχρι που σήκωσε τα μάτια ψηλά και προσευχήθηκε. «Μόνος μου Θεέ μου τέτοιο ταξίδι δεν μπορώ να κάνω. Σίγουρα θα χαθώ και θα πάθω κακό. Εσύ που είσαι εκεί ψηλά, στείλε μου κάποιον για οδηγό!» 
Τότε μπροστά του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Θεός. «Άκουσα την προσευχή σου κι ήθελα να σε ρωτήσω αν δέχεσαι εμένα για οδηγό. Μόνο που δεν θα είμαι μαζί σου. Εγώ θα κάθομαι στον ουρανό κι από εκεί ψηλά θα σε καθοδηγώ. Δέχεσαι;» Τον ρώτησε. 
Ο νέος μην έχοντας άλλη λύση δέχτηκε, οπότε και ξεκίνησε το ταξίδι του. Καθώς πήγαινε ο δρόμος του τον έφερε μπροστά σ΄άλλους δυο δρόμους. Ο ένας ήταν χωματένιος κι έρημος, γεμάτος πέτρες και λακκούβες. Ούτε δέντρα είχε μα ούτε και φυτά. Ο άλλος ήταν πολύ στρωτός γεμάτος πάρκα, παγκάκια και παχύ ίσκιο. 
Για τον νεαρό η απόφαση ήταν εύκολη. 
Τον άνετο και στρωτό δρόμο έπρεπε να πάρει. 
Ο οδηγός του όμως είχε άλλη άποψη. «Ξέχνα αυτόν τον δρόμο. Τον χωματένιο ακολούθα!» του είπε. 
Ο νεαρός όμως ήταν δύσπιστος. 
Η φωνή του Θεού ακούστηκε ξανά: «Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις!» 
Ο νεαρός πείστηκε. 
Άρχισε να βαδίζει τον δύσκολο δρόμο. Τα πόδια του μάτωναν, το πρόσωπό του συνέχεια ίδρωνε. 
Μπορεί να εμπιστευόταν τον Θεό, όμως το μυαλό του ήταν συνέχεια στον παχύ ίσκιο του δρόμου που προσπέρασε. 
Μετά από αρκετή ώρα κι αφού είχε πια εξαντληθεί βλέπει μπροστά του ένα πελώριο παλάτι με πανύψηλα δέντρα, με κρυστάλλινες λίμνες και κάθε λογής λουλούδι. 
Ο βασιλιάς του παλατιού τον υποδέχτηκε με τιμές. 
Του βαλε να φάει, του δωσε βασιλικό κρεβάτι να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί. 
Πριν τον πάρει ο ύπνος μονολόγησε: «Χαλάλι ο κόπος κι ο ιδρώτας! 
Τώρα απολαμβάνω όλα τα καλά! 
Η φωνή του Θεού ακούστηκε ξανά: «Η πίστη σου κι η εμπιστοσύνη σου σε μένα σε οδήγησαν εδώ. Να θυμάσαι πως εγώ είμαι ψηλά κι από σένα βλέπω πιο πολλά. Ο δρόμος που προσπέρασες, έκρυβε φίδια και θεριά. Δέκα βήματα να έκανες και δεν θα ήσουν τώρα ζωντανός. 
«Ας είναι δοξασμένο τ΄ Όνομά Σου!» αναφώνησε ο νεαρός. 
Το επόμενο πρωί έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του. Φορτώθηκε στην πλάτη όσα τον φίλεψε ο φιλόξενος βασιλιάς και ξεκίνησε. 
Ο δρόμος του τον έφερε μπροστά σ΄ένα λιμάνι. 
Εκεί ήταν αγκυροβολημένα ένα μικρό καΐκι κι ένα τεράστιο πολυτελές πλοίο. 
Και πάλι για τον νεαρό η απόφαση ήταν εύκολη. 
Με το που πήγε όμως να διαβεί την μπουκαπόρτα του μεγάλου καραβιού η φωνή του Θεού τον σταμάτησε και τον πρόσταξε να μπει στο μικρό καΐκι. 
«Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις!» του φώναξε κι εκείνος έκανε ότι του είπε ο Θεός. 
Το καΐκι θαλασσοδερνόταν για μήνες πολλούς, χτυπημένο από πολλές θύελλες και καταιγίδες. Θαλάσσια κήτη κόντευαν να το κατασπαράξουν όμως εκείνο κατάφερε και βγήκε σ΄ένα παραδεισένιο νησί με εξωτικά φρούτα και φιλόξενους ανθρώπους. 
Τη νύχτα άκουσε πάλι ο νεαρός τη φωνή του Θεού να λέει: «Η πίστη σου κι η εμπιστοσύνη σου σε μένα σε οδήγησαν εδώ! Το μεγάλο πλοίο ήταν καταδικασμένο να βυθιστεί στα βάθη του ωκεανού. Οι μηχανές του ήταν χρόνια χαλασμένες.» 
«Ας είναι δοξασμένο τ΄ Όνομά Σου!» αναφώνησε πάλι ο νεαρός. 
Το επόμενο πρωί ξεκίνησε πια για τον τελευταίο του προορισμό. 
Ο δρόμος του τον έφερε μπροστά σε δυο ξύλινα μπαούλα. 
Το ένα ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά και τ΄ άλλο ήταν γεμάτο με ξύλα. 
Τρελάθηκε από τη χαρά του ο νεαρός κι έτρεξε να φορτωθεί στην πλάτη το μπαούλο με τον θησαυρό. Αμέσως η φωνή του Θεού τον σταμάτησε. «Φόρτωσε στην πλάτη σου τα ξύλα και προχώρα χωρίς χρονοτριβή! Εμπιστέψου με και δεν θα χάσεις!» 
Με βαριά καρδιά έκανε εκείνος ότι τον πρόσταξε ο Θεός. Φορτώθηκε τα ξύλα και ξεκίνησε να περπατά με γοργό βήμα. Σε λίγο βασιλικά στρατεύματα τον περικύκλωσαν και τον σταμάτησαν. Τον διέταξαν να ανοίξει το μπαούλο που κρατούσε. 
Χωρίς αντίσταση εκείνος το άνοιξε και τους έδειξε τα ξύλα. «Μα αυτός δεν είναι ο θησαυρός του βασιλιά» φώναξε ο επικεφαλής στρατιώτης. 
Έτσι όλοι ανέβηκαν ξανά στ΄ άλογα κι έφυγαν βιαστικά συνεχίζοντας το ψάξιμο για τον χαμένο θησαυρό. 
Αφού ο νεαρός γλύτωσε από τη μανία των στρατιωτών κατάφερε κι έφτασε επιτέλους σώος κι αβλαβής στον προορισμό του. 
Τη νύχτα κι αφού πια ξεκουραζόταν στο σπίτι του άκουσε πάλι τη φωνή του Θεού να του λέει: «Η πίστη σου κι η εμπιστοσύνη σου σ΄έφεραν εδώ! Το μπαούλο με τον θησαυρό ανήκε σ΄έναν σκληρόκαρδο βασιλιά που σκότωσε εκατοντάδες αθώους ανθρώπους για να τον αποκτήσει. Τα ίδια του τα πλούτη όμως τον τιμώρησαν, αφού έγιναν η αφορμή να τον σκοτώσουν οι ίδιοι του οι στρατιώτες και να του τον πάρουν. Εσύ έχεις τα ξύλα, αλλά και τη ζωή σου χωρίς καμιά λαβωματιά. Σήκω, άναψε φωτιά, ζέστανε το σπίτι σου και την καρδιά σου και πάντα να θυμάσαι πως εγώ είμαι πιο ψηλά και βλέπω από σένα πιο πολλά! Να μ΄ εμπιστεύεσαι πάντα και δεν θα χάνεις! Ο δύσκολος δρόμος οδηγεί στη ζωή κι ο εύκολος σχεδόν πάντα στην καταστροφή!» 
«Ας είναι δοξασμένο τ΄ Όνομά Σου!» αναφώνησε πάλι ο νεαρός κι από εκείνη την ημέρα και στο εξής διάβαινε τον δρόμο της ζωής του με τυφλή εμπιστοσύνη στον Θεό που ήταν από εκείνον πιο ψηλά κι έβλεπε πάντα πιο πολλά! 
Ζωή Κοντόγιαννου 

(*) H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" ( Ο Άγγελος της καρδιάς μας ). Κείμενα της έχουν επισης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος"

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ιστορίες...στ' αρχαγγελίτικα... από τη Ζωή Κοντόγιαννου

Γράφει η Ζωή Κοντόγιαννου (*) 

Ο πεθαμένος και οι κλέφτες Εκόντεβγεν η Λαμπρή.
Ο Κολλιός και ο Μανιός, γιοί του Σταματουλλιού, κομέ χλωροί κι οι γκιο, επαίζασιν ε στην αυλή του σπικιού τους.
Καταλάθος εσπάσασιν τη ριφική της μάνας τους που την είχε πάνω στο πλυστραργκό για να την πλύνει. 
-Ε κακόμοιρε Μανιέ! Χλωρός είσαι πρε πιο; Κοζά μου ριφική εν την είδες; 
-Και τι φτω πρε βω; Ας μην με κούντας! 
-Μαύρη μας μοίρα τώρα! Ε να μας φε! Μάψε την εγλύορα να την πετάξουμε! 
-Ω πρε Κολλιέ με τώρα τι ε να κάμουμε; Α Παναγιούλλα μου Τσαμπίκα και βάλε το χέρι σου! 
-Σώπα πρε πιο! Κάτι ε να σκεφτούμε! 
-Εσύ πρε ε να σκεφτείς; Με εσύ είσαι πιο χλωρός και που τα χόρτα! 
-Είπεν ο γάδαρος τον πετεινό κεφάλα! Άκου τι ε να κάμουμε: το βράδυ α πάμε ε στου Πανάγου του γείτονα που κάμει τα κεραμικά α κλέψουμεν ε μια. 
-Καλά λες πρε! 
-Είδες που κόβγκει η κούνα μου; 
-Είδα πρε είδα! 
Το Σταματουλλί στρέφει που της πεττεργκάς της και μιλά μοναχή της. 
-Ε και φτηδα πιο η εβλογημένη η πεττεργκά μου! Έβουσέ μου τ΄αφκιά μου! Ο γιος της και ο γιος της! Ε χάτε δα πιο και εν ητον ο Τζίμης ( ο Κρεμαστινός)! Ας τον πάρει πίσω να γλυτώνω! Και τη ριφική μου φέτος ε να τη βάλω στης γειτόνισσας. Α την έχω ε βω να μου λε και τούτο και κείνο. Εβαρέθη την πιο η ψυχή μου! Βα! Με που ναι ποτέ η ριφική μου; Τι μου την εκάμασι; Ω πρε Μανιέ! Κολλιέ! Με που στε πρε μσυροσκιασμένοι; 
Ο Μανιός κι ο Κολλιός ήτον κρυμμένοι μες τον αμπαταρό και ελαμένασι να νυχτώσει. Μόλις ενύχτωσε ήβγκιασιν όξω κι επήασι ε στο σπίτι του Πανάγου που χε τα κεραμικά. Εσαρτάρασι που το παναθύρι κι ήμπασιν μέσα. 
-Ω Μανιέ ξάνα καλά μην εσπάσεις τίποτα και ε να μας πνίξουν ε στη Ρένη πιο μετά! 
-Ξανίω πρε μην φούσαι! Ω πρε με που ναι ντες τις ριφικές! Ε τες ε βλέπω! 
-Εξανάμπα πρε χλωρέ τουβά μέσα για να ξέρω; 
-Βούρη με τι ητο τούτο; Παναγιούλλα μου! 
-Που ναιν τη; 
-Ποια πρε; 
-Την Παναγιούλλα! 
-Ω πρε Μανιέ λω και χάνεις; Ετσάτισα πάνω σε έναν που ναι τέζα! 
-Που ναιν τον πρε; 
-Νάντον! Ξάνα μην τον πατήσεις! 
-Ω πρε ο Πανάγος είναι! Εμαψε το ο κακόμος! 
-Με τι καθούμεστε πρε τουβά με τον πεθαμένο! Εβώ φεύβγκιω! Ε να κατουρηστώ πάνω μου σε λίο!
-Λάμενε να πάρουμε πρώτα τη ριφική και μετά φεύγκιουμε! Ο Κολλιός έπιασεν τη ριφική αλλά που τη βγκιασύνη του έπεσέ του πάνω στο Πανάγο που κείτετο κατάχαμε. -Θιοχλωρος είσαι πρε πιο Κολλιέ; Εξανασκότωσές το τον κακόμοιρο! 
-Γλύορα κουνιού να φύουμε και μην πολυμιλάς! Με το θόρυβο νιώνει η γυναίκα του Πανάγου. 
-Ε τους ξελεματικούς τους Κάττες! Ε θα με φήκουν να κοιμηθώ. Με που ναι ποτέ ο Πανάγος; Λω κι εγίνει πίττα πάλε! Πανάγο! Ω πρε Πανάγο! Με που σαι πρε σκιασμένε; 
Ο Πανάγος μπροβάλλει με σπασμένα τα κούτελλα. 
-Με ποιος σου την έσκισε την κεφάλη σου πρε Πανάγο; 
- Εν ε ξέρω πρε γεναίκα! Εκείτουμου κάτω στην ψάθα κι έπεσε που πάνω μια ριφική. 
-Ο αταβνάς ο κάττης ε να την έριξε. Κι είπα σου το: Ψάκωσε τον τον ψόφο να γλυτώνουμε! Ας ήτο να με κούσεις και μια βολά! 
-Πάλε με μένα τα βαλες πρε γεναίκα; 
-Εμε με ποιον ε να τα βάλω; Πες και γίνεσαι σαλούκι και σπάς και τες κεφάλες σου και που πάνω. Πάνε πιασε μια πατσάρα που το κουζινί και σκουπίστου και μη πολυμιλάς! Εζάλισές με βραγκιάτικο!
-Έλα Ταξιάρκη μου και δως μου υπομονή! Όταν εξημέρωσε ο Μανιός κι ο Κολλιός ήτον όξω στο στενό. Ξαφνικά βγκαίνει όξω κι ο Πανάγος. Βλέπειν τον πρώτος ο Μανιός και ρκινά και φωνάζει: 
-Ω πρε Κολλιέ! Φάντασμα! Εζωντάνεψε ο πεθαμένος! 
-Ταξιάρκη μου και βόθα μας! 
-Α πρε σκασμένοι εσείς ήστο που μου σκίσατε την κεφάλη μου; Λαμένετε και ε να δείτε! Κι αμα με ρωτάτε τι εγινίκασι ο Μανιός κι ο Κολλιός ε να σας πως ότι κόμα τρέχνουσι. 
Όσο για τη ριφικη το Σταματουλλί εδανείστει μια που τη πεττεργκά της κι όχι μόνο έβαλέ την ε στον ίγκιο φούρνο, αλλά παρα λίο να βάλει και την πεττεργκά της μέσα… 

(*) H Ζωή Κοντόγιαννου, kατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" ( Ο Άγγελος της καρδιάς μας ). Κείμενα της έχουν επισης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος" 

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις iWrite το βιβλίο της Ζωής Σάββα Κοντόγιαννου «Το Μπαουλάκι της Αγάπης "»

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου (*)

Το μπαουλάκι του μικρού Φίλιππου κρύβει έναν σπάνιο θησαυρό που το αδύνατο μπορεί να κάνει δυνατό...Έρχεται να μας γεμίσει με αγάπη δυνατή και να μας θυμίσει πως δεν γίνεται να ζούμε στη ζωή χωρίς αυτή...Το "Μπαουλάκι της Αγάπης" έχει τη δύναμη το μίσος να νικήσει και σ' όλες τις καρδιές ακόμα και στις πιο σκληρές αγάπη να χαρίσει! 



(*) Βιογραφικό της Ζωής Σ Κοντογιαννου 

Κατάγεται από τη Ρόδο. Ζει κι εργάζεται στον Αρχάγγελο της Ρόδου, στον τόπο που μεγάλωσε, διδάσκοντας γερμανικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Είναι επίσης ενεργό μέλος της ομάδας δημιουργικής γραφής της Ρόδου "Αγέρι Γραφής". Το παραμύθι "Το Μπαουλάκι της Αγάπης " είναι η πρώτης της επίσημη συγγραφική δουλειά. Έχει κάνει επίσης αυτοέκδοση το μυθιστόρημα με τίτλο "Δύναμη Ψυχής" ( Ο Άγγελος της καρδιάς μας ). Κείμενα της έχουν επισης δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ροδιακή και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Κέφαλος" 







Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Προς αποφόρτιση της μέρας: Μια ιστορία...για Αρχαγγελίτες... και όχι μόνο…

Της Ζωής Σάββα Κοντόγιαννου (*) 

Προς αποφόρτιση της μέρας: Μια ιστορία...για Αρχαγγελίτες... και όχι μόνο… 

Ανεράδες ε στον Ναίθωνα… 
Το Μαριώ θέλει να πε στον Ναίθωνα να ποτίσει. Ο γάδάρος της όμως εψόφησε. Πάνει λοιπόν στη γειτόνισσά της για να της εζητήξει τον δικό της.
-Ναστασουλλί! Με τι κάμεις;
Ο... πουφτός του Ναστασουλλί!!
-Εσύ είσαι μαρέ Μαριώ; Με τι φωνάζεις ε τσαδά και έσκιασές με;
-Θέλω να μου δώκεις τον πουφτό σου να πω στον Ναίθωνα.
-Και ποιος είναι κόρη μου ο πουφτός μου;
-Ο γάδαρος σου κόρη μου!
-Ε πε μου κακομά τσαδά! Αύριον έχω κι εβώ πότισμα. Α πάμε μαζί άμαν είναι.
-Ε χάτε καλά! Που το πορνό ένα μαι που όξω που την πόρτα σου.
-Έ να το το πω και του Χαριστουλλιού. Α μαστε τρεις να μη φούμεστε. Προχτές η ξάρφη μου έκουσε τες ανεράδες να τη φωνάζουσι!
-Ε κακομά Ναστασουλί! Με τι τα θελες ε φταδα κι είπες μου τα! Ε θα κλείσω μάτι ούλλη τη νύχτα.
-Να δε! Να πάρεις μαζί σου Λουτρουγιά κι εβώ ένα βάλω του γαδάρου μου καταμούτσουνα ένα σταυρό καλαμένο. Έ να πω και του Χαριστουλλιού να φέρει μαζί της αγιασμό να ρένει.
-Χάτε καλά! Φεύγκιω και λώμεντα μετά.
Το Ναστασουλλί έσιαξε τον γάδαρο και πήγε να κοιμηθεί. Στις πέντε που το πρωί ελαμέναν τη που όξω που την πόρτα της, το Μαριώ και το Χαριστουλλί.
-Ω μαρέ Χαριστουλλί έπιασές τον τον αγιασμό;
-Ναι μαρέ μη φούσαι! Άμα μας δουν οι ανεράδες ε να φοθούσι πρώτες!
-Ε σώπα κόρη μου! Εφτές εφούνται κανένα! Την περασμένη εσκιάσασι το κακόμοιρο το Στεργκαλί κι έφηκε τες πορτοκαλλιές του απότηστες. Κόμα λε ενεσυνήρτε! Ήβρα τη μάνα του κι είπε μου τα!
-Ω κακομά Μαριώ πολλύ φοτσιάρα είσαι! 
Το Ναστασουλλί έπιασε το γάδαρο που το στάβλο και επήγε να βρει τις άλλες.
-Ω μαρέ κόρες δονά στε;
-Ναι δονα μεστε! Χατε κουνιού κι ε να ργκήσουμε!
-Κουνιούμαι κόρη μου έμε βλέπεις; 
Με τα πολλά εκινήσασι κι οι τρεις τους για τον Ναίθωνα. Με το κουτσομπολιό εξεχάσασι τις ανεράδες. Όταν όμως εκοντέψαν ε στο κεπούλι ερκινήξαν να κούσι φωνές.
«Ω μαρε Μαρίώ! Ω μαρέ Ναστασσουλλί! Ω μαρέ Χαριστουλλί!»
-Άρη Παναγιούλα μου! Επιάσα μας οι ανεράδες! είπε το Μαριώ και εξεκίνησε να τρέχνει.
Που πίσω ετρέχνασι και οι άλλες γκιό!
Όταν εφτάξασιν ε στο χωργκό εσχολίασε το Χαριστουλλί:
-Ω μαρέ κόρες λω κι οι ανεράδες ήτον αρκαγγελίτισσες! Εφωνάζα μας ε στα αρκαγγελίτικα.
-Ε λω και χάνεις λάγκια κόρη μου! Ε λες πάλε καλά που εμπρολάβαμε και φύαμε! Είπε το Χαριστουλλί.
-Με τι ήτο κόρη εφτό που μας ήβρε! Κακό χρονά χου κι οι ανεράδες και που της έβγκιαλλέ! Πε κι ο γάδαρός μου! Έχασα τον τον κακόμοιρο! 
Αφού εξημέρωσε καλά έκουσε το Ναστασουλλί που όξω που την πόρτα της μια γεναίκα να τη φωνάζει.
-Ω μαρέ Ναστασουλλί έλα μια κόρη μου που σε θέλω!
-Καλός το Τουλλί! Με τι θέλεις;
-Δικός σου ναι κόρη μου φτος δα ο γάδαρός;
-Ναι δικός μου ναι! Με που τον ήβρες;
-Εφωνάζα σας κόρη μου σήμερα που το πορνό στον Ναίθωνα που σας είδα και σεις ετρέχνατε για τις λολές και παρατήσατε και τον γάδαρο. Νέφτη σας εβάλα κόρη μου στον πουφτό σας;
-Βα κακομά Τουλλί! Κι εθωρούσαμε κι ήτον οι ανεράδες!
-Α πρε παλαβιάρες! Με τι ε να σας κάμουν οι ανεράδες; Εκείνες κυνηούν τες όμορφες!
-Να δε Τουλλί φύε που δονά και μη με ταραχίζεις! Φέρμου και το γάδαρό μου κι άμε στο καλό!
Το Τουλλί επέθανε που τα γέλλια και μαζί της σε λίγες ώρες κι ούλλο το χωργκό!

(*) Ζωή Κοντόγιαννου 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
Το βιογραφικό μου είναι το εξής: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζομαι ως καθηγήτρια γερμανικών. Είμαι παντρεμένη κ έχω 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη μου συγγραφική δουλειά. 

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου: Όταν οι λέξεις μιλούν για τον έρωτα...

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου (*)
Όταν οι λέξεις μιλούν για τον έρωτα...
Αντίκρυ σου το Αιγαίο Πέλαγος. Το απέραντο μπλε που σήμερα θέλει να μοιάζει με χρώμα ασημί για να μην πλήττει κι αυτό από την μονοτονία. Το μόνο που χαλάει την ηρεμία μα τραγουδάει ρυθμικά και ξεκουράζει είναι το κύμα που σκάει πάνω στα βράγχια. Ευλογία μεγάλη να μπορεί ο άνθρωπος να ζει τέτοιες στιγμές.
Το κυματιστό τραγούδι χαϊδεύει απαλά τ΄αυτιά και σε ανέλπιστη στιγμή σου σιγομουρμουράει: «Ξεκίνα να γράφεις κι εγώ θα είμαι εδώ πιστό να τραγουδώ και να σε εμπνέω. Μην καθυστερείς!»
Μα τι να γράψεις αλήθεια; Τι να αποτυπώσεις στο χαρτί; Τι φωνή να του δώσεις; Της λογικής ή της καρδιάς; Πριν το καταλάβω οι λέξεις ξεγλιστρούν αυθόρμητα πάνω στη λευκή κόλλα του τετραδίου και παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους. Ακολουθώ σαν απλός θεατής. Σχηματίζουν τη λέξη ΕΡΩΤΑ.
Τι να γράψει κανείς για τον έρωτα;
Οι λέξεις μιλούν για εκείνον τον αδιάκριτο τοξοβόλο που έρχεται να σε βγάλει από τη βολεμένη σου ζωούλα, να σου την κάνει τα πάνω κάτω κι ύστερα να σε περιγελάει κι από πάνω. Πόσο θράσος έχει αλήθεια αυτός ο θεός; Άσπλαχνος θαρρείς είναι. Δεν ακούει κανέναν! Σε κοιτάζει αδιάντροπα στα μάτια και σου λέει: «Κάτσε να δεις πως θα ανακατέψω τα χρώματα στη ζωή σου κι ό,τι ήξερες μέχρι σήμερα θα το ξεχάσεις!»
Δυο γλάροι χτυπούν νευρικά τις φτερούγες τους πάνω στο θαλασσινό νερό. Τους κοιτάει αυτός ο τρελός κι άσπλαχνος κουμανταδόρος της καρδιάς και σου ξαναλέει: «Τ΄ακούς το χτύπημα και το παφλατό των φτερών τους; Έτσι θα χτυπάει και σενα το φυλλοκάρδι σου κι άντε να μου αντισταθείς μετά.
Κι εσύ τον κοιτάς χωρίς να θες να απαντήσεις. Όχι γιατί είσαι σοβαρός, ούτε γιατί το παίζεις δύσκολος. Αλλά ίσως επειδή λαχταράς αυτό το τρελό καρδιοχτύπι, ίσως πονάει και σενα το δοντάκι σου να βγεις έστω και για λίγο από τη ρουτινιασμένη σου ζωή.
«Μα πρόσεξε!» ακούγεται στα ξαφνικά μια άλλη φωνή. «Με τον έρωτα δεν παίζουμε. Ούτε μοιάζει ο έρωτας με ταινία που χει happy end. Ίσως και να χει δεν το ξέρω! Μα αν δεν έχει; Αν οι τίτλοι τέλους έχουν μια γεύση ολόπικρη; Μα εσένα σε βλέπω! Δεν έχεις στραμμένα τα αυτιά σου σε μένα, μα σε εκείνον τον τρελό με το τόξο και λιγουρεύεσαι τη στιγμή που θα σε χτυπήσει κατευθείαν στο κέντρο. Καλός ο έρωτας, δεν λέω! Μα εγώ σε κρατάω ισορροπημένο. Σε βλέπω πάλι, δεν μ΄ακούς! Ακούς αυτόν! Ακολούθα τον λοιπόν! Διώξε εμένα τη λογική και βάλε αυτόν στην καρδιά σου. Όμως νίπτω τας χείρας μου! Ό,τι είχα να σου πω το είπα. Από εκεί κι έπειτα…»
Δεν πρόλαβε η Λογική να τελειώσει τα λόγια της κι ο έρωτας τέντωσε το τόξο και σε τρύπησε καταμεσής της καρδιάς. Από τότε όλα έπαψαν να υπάρχουν. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Όπου κι αν κοιτάξεις βλέπεις ομορφιά, ακούς μελωδίες! Όπου κι αν πας αναζητάς μόνο δυο μάτια κι ένα χαμόγελο κι ύστερα δυο χέρια μόνο να σε αγκαλιάσουν.
Αυτό έκανε ο έρωτας. Σου πήρε έναν ολόκληρο κόσμο και σου έδωσε έναν μικροσκοπικό που λογάται από δυο μάτια, ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά. Όμως αλήθεια είναι σαν να έχεις τον κόσμο ολάκερο στα χέρια σου. Είναι σαν να είσαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στη γη.
Η Λογική σιώπησε. Ο έρωτας έκανε κατάληψη παντού στη ζωή σου, γέμισε ολόκληρη την ύπαρξή σου. Αν βγεις ζωντανός ή νεκρός δεν ξέρω…το μόνο που ξέρω είναι πως σίγουρα θα χεις ζήσει κάτι το συναρπαστικό…! Αυτά μου είπαν σήμερα οι λέξεις στο χαρτί και σιώπησαν…και θα αποκτήσουν πάλι φωνή όταν δυο μάτια πέσουν επάνω τους κι αρχίσουν να τις διαβάζουν…
(*) Ζωή Κοντόγιαννου 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
Το βιογραφικό μου είναι το εξής: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζομαι ως καθηγήτρια γερμανικών. Είμαι παντρεμένη κ έχω 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη μου συγγραφική δουλειά. 

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου: Ξεχασμένο πορτοφόλι

Γράφει η Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου (*) 

Ξεχασμένο πορτοφόλι
Στη σαββατιάτικη φασίνα η Αμαλία βρήκε στο δωμάτιο του γιού της, πάνω στο γραφείο του, ένα ξεχασμένο πορτοφόλι που σίγουρα δεν ανήκε σ΄ αυτόν. Η Αμαλία ήξερε κάθε πράγμα του, είτε γιατί το ψαχούλευε, είτε γιατί του το είχε αγοράσει η ίδια. Το πήρε λοιπόν στα χέρια της κι άρχισε να το περιεργάζεται. Ήταν ένα απλό υφασμάτινο, φτηνιάρικο θα ΄λεγε κανείς, μπλε πορτοφολάκι. Τ΄ άνοιξε βεβαίως για να βρει τον κάτοχο. Λεφτά δεν είχε μέσα σχεδόν καθόλου, μόνο κάτι σεντς, που δεν έφταναν ούτε για τσίχλες. Σε μια μικρή διαφάνεια ξεχώριζε μια μικρή φωτογραφία ενός νεαρού αγοριού και μιας κοπέλας, πιθανότατα της μητέρας του. Σαν παρατήρησε καλύτερα τη φωτογραφία, η μορφή του αγοριού της θύμισε τον καινούργιο φίλο που είχε φέρει ο γιος της λίγες μέρες πριν στο σπίτι. Μ΄ αυτήν την επίσκεψη θυμάται είχε παραξενευτεί πολύ. Ούτε χάχανα ακούγονταν από το δωμάτιο ως συνήθως, ούτε φωνές, ούτε και παιχνιδιάρικες εφηβικές βρισιές όπως άλλες φορές με άλλους φίλους που τύχαινε να φέρει στο σπίτι. Πίσω δε από τη διαφάνεια του μικρού πορτοφολιού ξεχώριζε ένα μικρό απόκομμα του ταχυδρομείου. Πάνω του αναφερόταν το ονοματεπώνυμο του αγοριού και η διεύθυνσή του. Το σπίτι του ήταν μόλις λίγα τετράγωνα παρακάτω από το δικό τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Αμαλία πέταξε από πάνω της την ποδιά της φασίνας, σενιάρισε λίγο τα μαλλιά της και ξεκίνησε για το σπίτι του περίεργου καινούργιου φίλου. Ευκαιρία ήταν να μάθαινε από που κρατάει η σκούφια του.
Σε λίγη ώρα στεκόταν έξω από ένα μικρό απεριποίητο σπίτι. Οι τοίχοι μαυρισμένοι και τα παράθυρα ετοιμόρροπα. Άνοιξε δειλά την εξώπορτα και στάθηκε στην μισάνοιχτη είσοδο του σπιτιού. Χτύπησε δυο τρεις φορές το κουδούνι όμως κανείς δεν ήρθε. Η γυναικεία της περιέργεια την έκανε να σπρώξει την πόρτα και να μπει λίγα μέτρα πιο μέσα καλημερίζοντας ευγενικά. Όμως και πάλι δεν πήρε απάντηση. Από το βάθος του διαδρόμου ακούγονταν πνιχτά κλάματα. Αμέσως πήγε προς τα κει. Αυτό που αντίκρυσε θα το θυμόταν μια ολόκληρη ζωή.
Μια γυναίκα σχεδόν λιπόθυμη κειτόταν στο πάτωμα κι ίσα που έβγαινε η φωνή της, καλούσε σε βοήθεια.
Η Αμαλία έτρεξε κοντά της.
-Ηρέμισε κοπέλα μου! Τώρα είμαι εγώ εδώ! Τι έπαθες καλή μου;
-Σας παρακαλώ να μην με δει έτσι το παιδί μου! Σας παρακαλώ, εκλιπαρούσε με κομπιασμένη φωνή από το κλάμα.
-Πως έτσι δηλαδή; Αναρωτήθηκε δυνατά η Αμαλία κι απαλά τράβηξε τα μαλλιά της που κάλυπταν το πρόσωπό της. Δάγκωσε τα χείλη της δυνατά η Αμαλία που παραλίγο να τα κόψει. Μαύρα ολομέλανα μάτια, μια μύτη σπασμένη, ένα αυτί κομμένο που αιμορραγούσε και δόντια ίσα που στέκονταν. Ένα πρόσωπο άμορφο, στραπατσαρισμένο, σακατεμένο που μαρτυρούσε τα νεύρα ενός κτήνους πάνω σε μια αδύναμη κοπέλα μόλις 35 χρόνων.
Η Αμαλία κάλεσε ασθενοφόρο. Σε λίγη ώρα βρίσκονταν και οι δυο στα επείγοντα. Οι γιατροί περιποιήθηκαν τα τραύματα της κοπέλας και τη βοήθησαν να καταγγείλει τον σύζυγό της που για χρόνια την κακοποιούσε. Η Αμαλία ήταν όμως αυτή που φρόντισε τα ψυχικά της τραύματα. Την φιλοξένησε στο σπίτι της, της βρήκε δουλειά κι ύστερα τη βοήθησε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα κοντά της.
Μετά από πολύ καιρό κι αφού όλα είχαν πάρει τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς ρώτησε η κοπέλα την Αμαλία.
-Τι σ΄εφερε κοντά μου εκείνη την ημέρα; Αν δεν ήσουν εσύ πιθανόν να μην ζούσα.
-Ένα ξεχασμένο πορτοφόλι κόρη μου…εκείνο ήταν η αιτία! Το βγαλε η Αμαλία από το συρτάρι της κουζίνας και της το παρέδωσε λέγοντάς της:
«Από τα πιο μικρά κι ασήμαντα πράγματα κόρη μου, ξεκινάνε οι πιο μεγάλες και σημαντικές πράξεις!»
(*) Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου 
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζοται ως καθηγήτρια γερμανικών. Είναι παντρεμένη και έχει 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα της "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη της συγγραφική δουλειά.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου: Όταν ξημέρωνε Σαββάτο...

Γράφει η Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου (*) 

Όταν ξημέρωνε Σαββάτο άκουγα βαθιά στον ύπνο μου τις γροθιές της μάμμης του Νταφυλιού μέσα στη σκάφη να προσπαθούν να μαλακώσουν το ζυμάρι...κι ύστερα ερχόταν στη μύτη μου η μυρωδιά της ζύμης που αν κι άψητη ακόμα μπορούσα να γευτώ τη γλύκα της...
Ήταν δεν ήταν 5 η ώρα το πρωί. Χωρίς δεύτερη σκέψη σηκωνόμουν κ καθόμουν πάνω από τη σκάφη...αλήθεια ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι χαρά μου δινε η θέα της σκάφης με το μεγάλο ζυμάρι..μα σαν είσαι μικρό παιδί τα πιο απλά πράγματα σου δίνουν θαρρείς την πιο μεγάλη ευτυχία...
Ύστερα αφού η ζύμη ήταν έτοιμη ερχόταν η σειρά της μεγάλης ξύλινης σανίδας. Η μάμμη την τοποθετούσε στο σουφά κι αφού έκοβε το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια το έπλαθε κατάλληλα και του έδινε σχήμα στρογγυλό...η μεγαλύτερη δε χαρά μου ήταν να βάλω το τυπάρι πάνω στο άψητο ψωμί...
Στη συνέχεια αφού όλα τα ψωμιά ήταν έτοιμα σκεπαζόντουσαν με κουβέρτες για να ζεσταθούν και ν ανέβουν...λίγες ώρες μετά ο παραδοσιακός ξυλόφουρνος στην αυλή του σπιτιού άναβε κι η μάμμη με μεγάλη μαεστρία τον έφτιαχνε κατάλληλα για να ψήσει σωστά τα ψωμιά...τη μυρωδιά απ τα καμένα κλαδιά θαρρείς και τη μυρίζω ακόμα...!!
Η μεγαλύτερη ομορφιά του Σαββάτου ήταν το μικρό ψημένο στρογγυλό ψωμάκι με το αβγό στη μέση που βγαινε ζεστό ζεστό από τον ξυλόφουρνο...αν και το αβγό τότε δεν ανήκε στις γευστικές μου προτιμήσεις παρόλα αυτά το περίμενα πως κ πως...!!! Το ψωμάκι λοιπόν κοβόταν ανυπόμονα κ γέμιζε με βούτηρο κ ζάχαρη και θα μπορούσα άνετα να το χαρακτηρίσω σαν "το βασιλικό γεύμα των παιδικών μου χρόνων"...
Τα χρόνια πέρασαν...το σπίτι της γιαγιάς γκρεμίστηκε κ μαζί του χάθηκε κι ο ξυλόφουρνος...Το ψήσιμο του ψωμιού φυλάχτηκε πολύ καλά στο μπαουλάκι των αναμνήσεων μου...
Μα κάθε που ξημερώνει Σάββατο γυρνάω εκεί πίσω και λαχταρώ εκείνο το ζεστό ψωμάκι που μου δινε τη μεγαλύτερη χαρά...κι ας ήταν μόνο ένα απλό ψωμάκι με βούτηρο κ ζάχαρη...❤
Ζωή Κ.
Την καλημέρα μου σ όλες τις αρχαγγελίτισσες κυράδες που με μεγάλο μεράκι θα ζυμώσουν κ θα ψήσουν σήμερα αρχαγγελίτικο ψωμί...ευλογημένο να 'ναι...❤
Καλημέρα σε όλους κ καλό Σαββατοκύριακο❤ 

(*) Η Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζοται ως καθηγήτρια γερμανικών. Είναι παντρεμένη και έχει 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα της "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη της συγγραφική δουλειά.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Της Ζωής Σάββα Κοντόγιαννου. Κύματα…

Γράφει η Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου (*) 

Κύματα…
Τα βήματα της Ιόλης βαριά. Δεν μπορούν πια να σηκώσουν τη σχισμένη της ψυχή, φορτωμένη από τις πίκρες, τα χτυπήματα της μοίρας, την απομόνωση, τη θλίψη. Ορφανό μεγάλωσε στους δρόμους. Μια ζωή δαχτυλοδειχτούμενη για την ορφάνια της, για τα φτωχικά της ρούχα, για την αγραμματοσύνη της. Φτάνει και στέκεται στο βράχο που από μικρό κι αδύναμο κοριτσάκι στεκόταν και χάζευε το απέραντο μπλε της θάλασσας ονειρευόμενη μια καλύτερη ζωή. Την αγαπούσε τη θάλασσα. Η αλμύρα της λες κι έβαζε αλάτι στα άγευστα κι άπιαστα όνειρά της και τα νοστίμιζε.
Τις δύσκολες μέρες απάλυνε τον πόνο της ψυχής της τραγουδώντας. Με νότες χάιδευε τον πόνο της, με μελωδίες ζωγραφιζόταν ξανά το χαμόγελο στα χείλη της. Παράξενο μα κι η ταραχή της θάλασσας γαλήνευε στ΄ άκουσμα του τραγουδιού της.
Σήμερα στέκεται στον ίδιο βράχο σιωπηλή. Οι ελπίδες της ν΄ακουστεί η μελωδία της φωνής της παντού και να ξεφύγει από την άθλια ζωή της γκρεμίστηκαν. Τα λόγια της καλοντυμένης πικρόχολης γραμματέας της δισκογραφικής εταιρίας ηχούσαν μέσα στο κεφάλι της σαν παράφωνοι ήχοι κι έπνιγαν τη δική της φωνή μέσα στη σιωπή.
«Να ξέρεις τη θέση σου κοπέλα μου! Θέλει κότσια από το τελευταίο σκαλί να φτάσεις στο πρώτο, αν βέβαια φτάσεις ποτέ…δες καλά ποια είσαι και μετά αν έχεις θράσος ξαναέλα…» της είχε πει.
Τα δάκρυά της έβγαζαν τον πόνο της προς τα έξω. Πόσο θα θελε σήμερα να γίνει βράχος, να κλέψει λίγο από την σκληρότητα της άψυχης πέτρας για να αντέξει τα πελώρια και μανιώδη κύματα της λύπης και της ζωής που ανελέητα τη χτυπούσαν. Η θάλασσα που απλωνόταν μπροστά της άρχισε να μοιάζει με την ταραχή της καρδιάς της. Ξεκίνησε να αφρίζει, να αγριεύει, να θεριεύει τα κύματά της, να λούζει με αλμύρα όλο το κορμί της νεαρής κόρης λες και προσπαθούσε να την ξυπνήσει από το λήθαργο της απελπισίας και της απόγνωσης.
Στεκόταν ακίνητη η Ιόλη και βρεχόταν. Τη λύτρωνε η μανία της θάλασσας. Της ξέπλυνε τον πόνο της ψυχής της με τα αγριεμένα κύματα. Κι ύστερα μούδιασε ολόκληρη. Τα κύματα απέκτησαν φωνή. Μέσα στο βουητό του παφλασμού ακούγονταν λέξεις που διαπερνούσαν σαν μαχαίρι το νου και την καρδιά της. Mια φωνή βαθιά και χαοτική που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει. Λες κι είχε υποχρέωση η θάλασσα να προστατέψει το ορφανό που τόσα χρόνια έβρισκε καταφύγιο στην αγκάλη της. Τα κύματα μετέφεραν το μύνημά της.
«Πάρε δύναμη από τα κύματά μου! Παρέσυρε στο διάβα σου ότι σε καταστρέφει. Βγες και πάλεψε και ξέβρασε από μέσα σου κάθε δηλητήριο που χεις καταπιεί! Διεκδίκησε ότι σου αξίζει!»
Τα λόγια της μάνας θάλασσας έφτασαν στο κέντρο της καρδιάς της και ξύπνησαν το νου της από τη ζάλη της θλίψης. Πήρε βαθιά ανάσα η Ιόλη και ξεκίνησε το τραγούδι. Η μελωδική της φωνή έσχιζε τον ορίζοντα και τα κύματα δαμάστηκαν σαν άγριο θεριό.
Αναγεννημένη ξεκίνησε να διεκδικήσει το όνειρό της. Σα θάλασσα δυνάμωνε κι άπλωνε παντού τη φωνή της. Σε λίγο καιρό τα κύματα θα μετέφεραν σε κάθε λιμάνι κι ακρογιάλι το μελωδικό τραγούδι της μελαγχολικής ψυχοκόρης της θάλασσας…
Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου 

(*) Η Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζοται ως καθηγήτρια γερμανικών. Είναι παντρεμένη και έχει 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα της "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη της συγγραφική δουλειά. 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Ήθελα μόνο να μ΄αγαπάς… της Ζωής Σάββα Κοντόγιαννου

Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου
Ζωή Σάββα Κοντόγιαννου(*) 

Ήθελα μόνο να μ΄αγαπάς… 

Η Μαρία δούλευε κάποτε σ’ ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Με όλους τους συνεργάτες της είχε καλές σχέσεις ακόμα και με τον κύριο Ορέστη, που ήξερε πως ήταν άθεος και που συχνά χωρίς να χάσει ευκαιρία κακολογούσε και υποβάθμιζε τον Κύριο Ιησού Χριστό. 
Πολλές φορές προσευχήθηκε η Μαρία για τον κύριο Ορέστη, να του δώσει ο Θεός φώτιση και να τον οδηγήσει στην Αλήθεια της πίστης, αλλά και στην χαρά που βρίσκει κανείς μέσα στην αγάπη του Θεού. Ο καιρός όμως περνούσε και ο κύριος Ορέστης συνέχιζε να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην απιστία του. 
Κάποια μέρα είχε έρθει στο γραφείο μια ηλικιωμένη κυρία. Ήθελε να ταξιδέψει στους Αγίους Τόπους. Για αυτήν, όπως είπε και η ίδια, ήταν όνειρο ζωής να περπατήσει στους δρόμους που περπάτησε και ο Κύριος. Εκείνη τη μέρα η Μαρία είχε πολλή δουλειά κι έτσι ανέλαβε να την εξυπηρετήσει ο κύριος Ορέστης. Στο άκουσμα ότι η γριούλα θέλει να ταξιδέψει στους Αγίους τόπους εκείνος γέλασε κοροϊδευτικά. Όταν επίσης την άκουσε να δοξάζει το Θεό γι αυτό το ταξίδι δεν άντεξε και γεμάτος περιφρόνηση για τον Ιησού Χριστό είπε: 
-Γιαγιά, μας πήρες τα αυτιά πια για αυτόν τον Χριστό. Εκεί ήσουνα εσύ όταν αυτός δήθεν θυσιαζόταν για σένα; Και πως ξέρεις σίγουρα ότι το έκανε; Επειδή το γράφουνε κάποιοι; Και ποιος μου λέει εμένα ότι δεν είναι ένα απλό παραμύθι; Και στο κάτω –κάτω, γιατί να πάει να σταυρωθεί; Και τώρα εγώ να Του είμαι κι υποχρεωμένος; Αν ήταν Θεός δε θα το έκανε! Θα έδειχνε την δύναμη Του! Έχω βαρεθεί πια να ακούω για την αγάπη του Χριστού! Και που είναι τώρα αυτός όταν άνθρωποι και παιδιά πεθαίνουν από την πείνα και την αρρώστια; Εδώ μέσα κανείς να μην μου ξαναπεί για τον Χριστό, γιατί είναι ψεύτικος!’’ αυτά είπε με τόση μανία και κακία για τον Κύριο. 
Η γριούλα όταν τον άκουσε να μιλάει έτσι δάγκωσε τα χείλη της.
-Κύριε ελέησον ! αναφώνησε! Τι αχάριστος άνθρωπος είσαι εσύ; είπε και σηκώθηκε κι έφυγε. 
Ο κύριος Ορέστης έμεινε να την κοιτάει απορημένος. «Θα μπορούσε να με πει άπιστο ή και να με βρίσει ακόμα. Γιατί όμως με είπε αχάριστο;» αναρωτιότανε. Όλη την υπόλοιπη μέρα ήταν σκεφτικός και αμίλητος. Η Μαρία πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. 
-Είσαστε καλά; Μήπως σας συμβαίνει κάτι; τον ρώτησε. 
-Εσύ είσαι θρήσκα το ξέρω! Εξήγησέ μου λοιπόν, γιατί η γριούλα με είπε αχάριστο και όχι άπιστο; 
Μετά από λίγη σκέψη η Μαρία άρχισε να του διηγείται μια ιστορία που της έλεγε η μητέρα της όταν ήταν μικρή για την αχαριστία.
«Ήταν κάποτε δύο φίλοι. Κι οι δύο ήταν γραμματισμένοι κι οι δύο ήταν ευγενείς. Ο ένας όμως πάντα ξεχώριζε, γιατί η ψυχή του ήταν γεμάτη από αγάπη και καλοσύνη για τους άλλους. Ο άλλος έβλεπε ότι ο φίλος του ξεχώριζε κι αυτό τον έκανε να τον ζηλοφθονεί. 
Κάποια μέρα ξέσπασε πόλεμος κι οι δυο φίλοι πήγανε στρατιώτες για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Δυστυχώς έπεσαν κι οι δυο στα χέρια του εχθρού που σαν λυσσασμένο λιοντάρι σκότωνε όποιον έπιανε στα χέρια του. Ο θάνατός τους έπρεπε να είναι αργός και βασανιστικός. Τους είπε λοιπόν ο διοικητής που τους κρατούσε αιχμάλωτους: 
-Εσείς θα αποφασίσετε ποιος θα σκοτωθεί! Τον άλλο θα τον αφήσουμε ελεύθερο! τους είπε όσο πιο πειστικά μπορούσε. Η αλήθεια όμως ήταν άλλη. Από την αρχή ήταν αποφασισμένος ο μανιασμένος διοικητής να τους σκοτώσει και τους δυο. 
Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο φίλος που την ψυχή του κατάτρωγε το σκουλίκι της ζήλιας και του φθόνου δε μίλησε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι επιτέλους είχε φτάσει η στιγμή να ξεφορτωθεί το φίλο του. Τώρα πια θα ήταν η σειρά του να επαινεθεί και να ξεχωρίσει. Ο φίλος με τη γλυκιά καρδιά γεμάτη αγάπη, φώναξε σχεδόν ουρλιάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη: 
-Εμένα να σκοτώσετε! Αφήστε τον φίλο μου να ζήσει! 
Ο ζηλόφθονος φίλος χάρηκε. Ο διοικητής πήρε αυτόν που δέχθηκε να θυσιαστεί και τον μαστίγωσε άγρια, τον βασάνισε , του άνοιξε φοβερές πληγές στο σώμα και στο τέλος πια αφού ξεθύμανε την κακία του τον σκότωσε πυροβολώντας τον στην καρδιά. Ο καλός στρατιώτης έπεσε χάμω. Το πρόσωπο του ήταν τόσο γαλήνιο , που θαρρείς πως πέθανε στον ύπνο του. 
Ο διοικητής ήταν τώρα πια έτοιμος να σκοτώσει και τον άλλον στρατιώτη, όμως εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι συμπατριώτες του και τον έσωσαν. Όταν τον ρώτησαν τι είχε γίνει, αυτός δεν είπε τίποτα. 
«Αν πω κάτι πάλι θα τον παινεύσουν και πάλι θα ξεχωρίσει» σκεφτόταν γεμάτος ακόμα μια φορά από ζήλεια για το νεκρό φίλο του. Τόσο σκληρή κι άσπλαχνη ψυχή είχε αυτός ο δυστυχής που δεν πήγε ποτέ να ανάψει ένα κεράκι για τη ψυχή του φίλου του κι αν καμιά φορά θυμόταν την θυσία που είχε κάνει εκείνος για αυτόν έλεγε: «Εγώ του είπα να πάει να σκοτωθεί; Ας μην το έκανε!» 
Ο φίλος του όμως που τον έβλεπε τώρα πια από ψηλά έλεγε με δάκρια στα μάτια: «Εγώ θυσιάστηκα για σένα , πόνεσα, βασανίστηκα και έχασα τη ζωή μου για σένα. Ήθελα μόνο να με αγαπάς!» 
Τελειώνοντας την ιστορία της η Μαρία είπε ακόμα: 
-Κι εσείς κάπως έτσι ακουστήκατε σήμερα κύριε Ορέστη! Για αυτό η γριούλα σας είπε αχάριστο. 
Η Μαρία περίμενε εκείνος να γίνει έξω φρενών και να την απολύσει. Εκείνος όμως ούτε φώναξε, ούτε μίλησε. Η Μαρία είδε προς έκπληξην της τα μάτια του να δακρύζουν. Κάθισε στην καρέκλα του σιωπηλός για αρκετή ώρα. Σαν να είχε μέσα στην ψυχή του ένα διάλογο με τον εαυτό του και με τον ίδιο τον Θεό που τόσα χρόνια απαξιούσε. Σε στιγμή που κανένας δεν το περίμενε βγήκε μια κραυγή μετάνοιας από το στόμα του. «Θεέ μου συγχώρα με! Πόσο αχάριστος είμαι!» 
Η καρδιά του κύριου Ορέστη εκείνη την ημέρα φωτίστηκε. Από τότε και στο εξής άρχισε να γεύεται τη Χαρά του Χριστού και από την ψυχή του να αναβλύζουν δοξολογίες για Εκείνον που με τόσο απλό τρόπο τον έφερε κοντά Του και του δειξε την πραγματική ευτυχία της ζωής…
(*) Ζωή Σ. Κοντόγιαννου 
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Αρχάγγελο της Ρόδου όπου και εργάζοται ως καθηγήτρια γερμανικών. Είναι παντρεμένη και έχει 4 παιδάκια! Το μυθιστόρημα της "Δύναμη Ψυχής" Ο Άγγελος της καρδιάς μας, είναι η πρώτη της συγγραφική δουλειά. 

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου