Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Από το Σάββατο 2 Ιουνίου 2018, σταμάτησαν οι αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου. Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω όσες και όσους με εμπιστεύτηκαν αυτά τα 12 χρόνια.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (έβδομο μέρος)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

901. Φ Σαν τον γιρούκην εκατάντισες πιό! ΝΕ Κατάντησες σαν τον αλήτη. Ε/Π Γιρούκης: τούρκος στρατιώτης 
902. Φ Έντο χωρείς που τσουμουκλαίει; ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που σιγοκλαίει; 
903. Φ Α με τουφλοπανιάσεις ξαννείς; ΝΕ Θέλεις να μου ρίξεις στάχτι στα μάτια; Ε/Π Να μου κλείσεις τα μάτια με πανιά προσπαθείς; 
904. Φ Εστούππωσε πιό, που το τσιάρο. ΝΕ Έκλεισε ο λαιμός του από το τσιγάρο. 
905. Φ Κόλτα του σιταρκιού. (ΜΕ, βρισιά) Ε/Π Κόλτα = αρρώστια κολλώδης. 
906. Φ Παχιαρντίζιτα ούλτα. ΝΕ Τα προλαβαίνει όλα. 
907. Φ Εμούραρε κια, που να μεταπατήσει; ΝΕ Επιμένει εκεί, και δεν αλλάζει γνώμη. Ε/Π Εμούραρε = έπεσε με τα μούτρα, όρμησε. 
908. Φ Επάεννε ζιρίττι. ΝΕ Πήγαινε γρήγορα-γρήγορα. Ε/Π Ζιρίττι: άλογο της ερήμου, για ταχυδρομικές μεταφορές. 
909. Φ Καματέβγκει πάνω - κάτω. ΝΕ Πάει πάνω-κάτω, εργάζεται πολύ. 
910. Φ Κκιούρου το νερό. ΝΕ Το νερό έπεσε απότομα σαν καταράκτης. Ε/Π Κιούρου = λέξη ηχοποίητη από τον θόρυβο του νερού. 
911. Φ Καλντικά πάνω και δρόμο. ΝΕ Κάθεται πάνω φεύγει. Ε/Π Καθίζει (καβαλλά) στο άλογο (στο κινητό) και φεύγει γρήγορος. 
912. Φ Ρχινά πιο και μαμμαλά. ΝΕ Αρχίζει πιά και πάει γονατιστός (και με τα τέσσερα). Ε/Π Μαμμαλά: μπουσουλάει. 
913. Φ Έκαμα μιά λέβα γύρου-γύρου. ΝΕ Έκανα ένα γύρο για να δω. 
914. Φ Επέρασε που τις αραμάες. (ΜΕ) ΝΕ Πέρασε από τις χαραμάδες. Ε/Π Κατάφερε το ακατόρθωτο. 
915. Φ Μίχχι κακομά, είες μυρωδκιά; ΝΕ Πώς μυρίζει, είδες μυρωδιά, κακομοίρα μου! 
916. Φ Ππούφφου εβρόμεσε τον κόσμο. ΝΕ Πω-πω βρόμισε το μέρος γύρω. 
917. Φ Είμαι νηστική, καρβούνι! ΝΕ Δεν έχω βάλει μπουκιά στο στόμα μου. 
918. Φ Πάνω που έσπασεν η κούνια του. (ΜΕ) ΝΕ Ναι παιρνιέται για μικρός ακόμα. Ε/Π Ειρωνικά, για όποιον θέλει να τρέφει αυταπάτες, ότι είναι νέος ακόμα. 
919. Φ Εδκιαλίστηκα στον καρβέττη. ΝΕ Χτενίστηκα στον καθρέφτη. Ε/Π Διάλα = κτένα. 
920. Φ Εχτήπα πάπλα. ΝΕ Χτυπούσε παλαμάκια. 
921. Φ Ήβρεν εφτός ένα λουφέ! ΝΕ Βρήκε αυτός τα έτοιμα! Ε/Π Λούφες: τούρκικα = μισθός. 
922. Φ Έριξα μερικά ρόσιτα τις πούλτες. ΝΕ Έριξα φαγητό στις κότες. Ε/Π Ρόσιτα: παράσιτα του σιταριού. 
923. Φ Τα λόγια ε φυρούν. ΝΕ Τα λόγια δεν τελειώνουν. 
924. Φ Σαρπετός άχρωπος. ΝΕ Ευκολοκίνητος άνθρωπος. Ε/Π Ευέλικτος σαν ερπετό. 
925. Φ Νακατόστρα που είναι! ΝΕ Ανακατεύει τον κόσμο. Ε/Π Δημιουργεί προβλήματα. 
926. Φ Ξαννά, α την εβγκάλει πόχηκα. ΝΕ Προσπαθεί να τη βγάλει καθαρή, χωρίς να καταβάλει κόπο, μόχθο. 
927. Φ Εποκάμμυσέμμε το κουλούκι και τρεξε. ΝΕ Με κοίμησε ο μικρός και έτρεξε, το’σκασε. 
928. Φ Όξω είναι ζιντάνι. ΝΕ Έξω είναι σκοτάδι. Ε/Π Ζιντάνι = φυλακής σκοτάδι 929. Φ Επέρασε ένα ζαμάνι. ΝΕ Πέρασε χρόνος. 
930. Φ Το λεφορείον είναι ζίγκα μέσα. ΝΕ Το λεωφορείο είναι γεμάτο κόσμο, αδιαχώρητο. 
931. Φ Τράβα-τράβα, ήβγκε λωνάρι. ΝΕ Από το πολύ τράβηγμα, κόπηκε. Ε/Π Λωνάρι: κομμάτι ρούχου (λπυρί, λώρος). 
932. Φ Α σε όκω μιά στραβοκουππιά. ΝΕ Να σου δώσω μιά ανάποδη. 
933. Φ Είναι κάργκα-πίλα. ΝΕ Είναι πάρα πολύ γεμάτο. 
934. Φ Επαίξαμεν ένα καβγκά τριτσάτο. ΝΕ Παίξαμε καυγά τρικούβερτο. 
935. Φ Α γελάσουν, τα Μασαρομάλωνα. ΝΕ Θα γελάσουν και τα γύρω χωριά. Ε/Π Μασαρομάλωνα: τα χωριά Μάσαρι και Μαλώνα. 
936. Φ Ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Θα βγει μιά είδηση. 
937. Φ Ήρτε λτίγκι-λτίγκι. ΝΕ Ήρθε σιγά-σιγά, περπατώντας. Ε/Π Λτίγκι-λτίγκι: σινάμενος κουνάμενος και με άνεση. 
938. Φ Εκαμέντα πιτούτου. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
939. Φ Επάεννε μούλτα-μούλτα. ΝΕ Πήγαινε σιγά-σιγά, σκυφτός. 
940. Φ Το φαϊ, είν’ ανήψητο. ΝΕ Το φαγητό είναι άψητο. 
941. Φ Τυραννείς με άϊκα των αΐκων. ΝΕ Άδικα με τυραννάς, είναι ποιο μεγάλη αδικία. 
942. Φ Κόψε φτες γα τις ποκροκίες. ΝΕ Κόψε τα τσουλιά, από τα μακριά μαλλιά. 
943. Φ Εγίνηκες σα την αφτάλτα. ΝΕ Έγινες ολόμαυρος. 
944. Φ Επετάχτηκε σα το σκατοπάμπουλτο. ΝΕ Πετάχτηκε ξαφνικά να πάρει το λόγο. Ε/Π Όπως πετάγεται το καλαμπόκι, όταν ζεσταίνεται. 
945. Φ Εκάμασι τον αλοϊνό. ΝΕ Κάνανε τα πάνω κάτω. 
946. Φ Έφαε μιά φουρτιά κούννες. ΝΕ Έφαγε μιά φούχτα πασατέμπο, κουκούτσια. 
947. Φ Τρίτσαρε τη καρέκλα παραπέρα. ΝΕ Τράβηξε το κάθισμα πιό πέρα. 
948. Φ Το χώμα ήταν κούμι. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ μαλακό. 
949. Φ Ήταν κόμμα-ράμμα. ΝΕ Σταμάτησε, μέχρι εδώ. Ε/Π Παροιμία. 
950. Φ Α πρε κοκιά λύχνος. ΝΕ Αχ βρε ολόκληρος άντρας. 
951. Φ Ε ττοπέ πιό. ΝΕ Αμάν πιά. 
952. Φ Σούκκιουρου και ήρθε βολικά, πάλε εστράβωσε η γουλκειά. ΝΕ Μιας κι’ ήρθαν βολικά τα πράγματα, κάτι πήγε στραβά πάλι. 
953. Φ Ζαττί, αδκιαφόρετα μιλώ. ΝΕ Έτσι κι’ αλλοιως, τζάμπα μιλώ. 
954. Φ Ε ντο χωρείς που είναι σαλούκι. ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που είναι μεθυσμένος. 
955. Φ Πάει με το σεσελέ ντου. ΝΕ Πάει με το πάσο του. 
956. Φ Πετά ο κώλος του τσαμπιρίες. (ΜΕ) ΝΕ Τρέχει και δεν προλαβαίνει. Ε/Π Για τον βιαστικό λόγω ανάγκης. Τσαμπιρίες, τσάμπες = φλόγες, Τσαμπίκος, Τσαμπίκα. 
957. Φ Εκαλάντισάτον ένα χεράκι. ΝΕ Του τάψαλα ένα χεράκι. 
958. Φ Φτογά το τρισβαρί, ε με κούει. ΝΕ Αυτός ο βλάκας δεν ακούει. Ε/Π Τρισβαρί = τρις βαρύς. 
959. Φ Σπαρί την εβγκάλαμε. ΝΕ Καλά τα βολέψαμε. Ε/Π Σπαρί = σπάρος, ψάρι. 
960. Φ Εί ναι, σιά τώρα. ΝΕ Όχι καλέ, σιγά τώρα. 
961. Φ Άλτα λε, σώπα καλέ. ΝΕ Όχι δα, σώπα τώρα. Ε/Π Άλλα λεγε, σώπα τώρα! Δεν είναι έτσι. 
962. Φ Εκαμέντα μαξούς καλέ. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
963. Φ Ξέρεις τι αμάχη την έχω; ΝΕ Ξέρεις πόσο την μισώ, την μάχομαι. 
964. Φ Φτα καλέ είναι ξερά κούκκουρα. ΝΕ Αυτά είναι κατάξερα (όχι απλά ξερά). Ε/Π Πέρα για πέρα, πλεονασμός. 
965. Φ Έχει όξω μια παγιά, άστα να πάει. ΝΕ Έξω έχει κρύο, μη το συζητάς. 
966. Φ Κόμα λεχούην είναι, άϊστον. ΝΕ Ακόμα μωρό είναι, άστο. 
967. Φ Καλή μου φορτοτήρα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
968. Φ Εγίνασι μιά μαλαή. ΝΕ Γίνανε αχταρμάς. Ε/Π Μαλαή, αχταρμάς = μείγμα. 
969. Φ Εμολάρασι τα κοκκαλά μου. ΝΕ Λύσανε τα κόκκαλά μου. 
970. Φ Καννέβγκεις καλά; ΝΕ Σημαδεύεις καλά; 
971. Φ Τι το μαγντανίζεις και το μαγντανίζεις. ΝΕ Τι το ψάχνεις και το ψάχνεις. 
972. Φ Εγίναμε χιούμουντο στο χωρκιό. ΝΕ Γίναμε ρεζίλι στο χωριό. Ε/Π ( χι, χι, χι, γελάνε όλοι). 
973. Φ Επήε γιαπανά. ΝΕ Πήγε τσάμπα. Ε/Π Γιαπανά = τσάμπα = άδικα. 
974. Φ Χρόνο γυρί, φτιά η γουλκειά. ΝΕ Συνέχεια αυτή τη δουλειά. 
975. Φ Έριξε δκιό με το τσιφτέ. ΝΕ Έριξε δυό ντουφεκιές με το όπλο. 
976. Φ Εχάχηκε που της γης την όψη. ΝΕ Λες και τον κατάπιε η γη. 
977. Φ Η πούντα του χάρου είν’ όξω. (ΜΕ) ΝΕ Τα κρύα του χάρου είναι έξω. Ε/Π Κρύο, όπως ο χάρος γυρνά, φυσά έξω. 
978. Φ Επόμεινεν ένα στίμμα καιν εβγκαίνει. ΝΕ Έμεινε ένα σημάδι και δεν καθαρίζει. Ε/Π Στίμμα = στίγμα = σημάδι. 
979. Φ Σα τον τσόλτο είσαι. ΝΕ Σα τον ρακένδυτο είσαι. 
980. Φ Βάλε τη πόησή σου. ΝΕ Βάλε τα παπούτσια σου. Ε/Π Πόηση = υπόδηση, υποδήματα 
981. Φ Ραντουλντά και πάει. ΝΕ Αυτός που περπατώντας, του πέφτουν αυτά που κρατά. Ε/Π Ρίχνει σταγόνες νερού (Λαντουρώ, ψεκάζω - ραντουρώ - ραντίζω). 
982. Φ Ρέντουλντος άχρωπος ΝΕ Ανοικοκύρευτος άνθρωπος. 
983. Φ Ήρτεν ο σκιαστικός. ΝΕ Ήρθε ο αρραβωνιαστικός 
984. Φ Που να σε φάει η βλάττα και να μη σε φήκει. (Βρισιά) Ε/Π Αρρώστια με ερυθρό εξάνθημα (οστρακιά). 
985. Φ Εφκέρωσέντα ούλτα βα! ΝΕ Όλα εδώ τα άδειασε. Ε/Π Εφκέρωσέ = εκένωσε = άδειασε. 
986. Φ Πού να πιαστείς και να μη λυάς. (Βρισιά) Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου - θέση και άρση εκφράζουν το ίδιο! 
987. Φ Άλλντο κάρο με πατάτες. (Κοροϊδία) ΝΕ Αυτός που δεν του κόβει. 
988. Φ Που να καμώνεσαι και να μπιρίζεσαι. (Βρισιά) 
989. Φ Καλή μου ζόππα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
990. Φ Τρέχουν τα αργκιακούλκια. ΝΕ Τρέχουν τα ρυάκια νερό. 
991. Φ Έφαε το χάκκι του. ΝΕ Έφαγε τον κόπο του άλλου. 
992. Φ Α πρε λολντοκόπελντο. ΝΕ Α, βρε τρελό παιδαρέλι. 
993. Φ Εννάρτει σε τρία τέρμενα. ΝΕ Θάρθει σε τρεις -ώρες, μέρες, μήνες κ.λ.π. 
994. Φ Έϊ ναι κουκουνούκους. ΝΕ Όχι, τίποτε. 
995. Φ Εν ποτάσσει ο τύμπανος. ΝΕ Δεν έχει μια, ο αδιαφόρετος. 
996. Φ Ένοιξε το ξεμισκιλντί που πίσω. ΝΕ Άνοιξε το κατουρίδι. Ε/Π Έπιασε το φυτό, πέταξε μάτι (η καταβολάδα). 
997. Φ Εφτή είναι πιάνα-πιάνα (ΜΕ) ΝΕ Δε μπορεις να τη βρεις. Ε/Π Μια λέει έτσι, μια αλλοιώς. 
998. Φ Άλι-άλι πρε. ΝΕ Σιγά-σιγά, βρε. 
999. Φ Επόμεινε και μπροκκόνει τον. ΝΕ Έμεινε να του βάζει λόγια. 
1000. Φ Η γουλκειά ήρτε στάφνι. ΝΕ Ήρθε κι’ έδεσε. Ε/Π Στάνι - στάθμη, αλφάδι. 
1001. Φ Εννά χέλει να πρεσβάρουμε και μεις. ΝΕ Θα θέλει να πάμε κι’ εμείς. Ε/Π Να παρουσιαστούμε, πρέσβεις! 
1002. Φ Μάεψε τις αβγκοφιλτίες που κάτω. ΝΕ Μάζεψε τα τσόφλια του αβγού από χάμω. 
1003. Φ Άτε πάλε, ξαναπίταχά. ΝΕ Άντε πάλι, ξανα από την αρχή. 
1004. Φ Εφτή είναι φεβγκιά που τα χάνια. ΝΕ Έφυγε εδώ και πολύ χρόνο. 
1005. Φ Α πιάσω ένα κοντόκουρο καιννά κάμω τα παϊδγκια σου μελανά. ΝΕ Θα πάρω ένα ξύλο και θα σπάσω τα πλευρά σου. 
1006. Φ Άταν μπρός-αλκιώς να χώργκιες. ΝΕ Ας ήταν διαφορετικά και θάβλεπες. 
1007. Φ Κοκιά κκαμάννα αδκιαφόρετη. ΝΕ Δυό μέτρα ύψος, αλλά τίποτα. 
1008. Φ Φτιά η ξεκεφάλιση έλειπε τωρά. ΝΕ Αυτός ο πονοκέφαλος έλειπε τώρα. Ε/Π Αυτός ο πρόσθετος συλλογισμος. 
1009. Φ Το χωράφιν έχει ανάωση. ΝΕ Το χωράφι μπορεί να σκαφτεί, να οργωθεί. Ε/Π Ανάωση = ανάδοση = υγρασία. 
1010. Φ Ήπιεντο μολολάη. ΝΕ Το ήπιε όλο με μια. 
1011. Φ Στραγκά η καρντιά σου. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που μιλά αργά και περιμένεις πότε να τελειώσει. Ε/Π Η καρδιά μου χάνει τη δύναμη της (στραγγίζει). 
1012. Φ Ετρουλτόφτιασε να κούσει. ΝΕ Τέντωσε τ’ αφτιά του, ν’ ακούσει. Ε/Π Τα αυτιά της τα έκανε τρούλα, τα ύψωσε. 
1013. Φ Ήμπε πούμπε, άϊστο κιά. ΝΕ Μπήκε που μπήκε, άστο εκεί. 
1014. Φ Εν τον χχέλω φτογά, μακάρι και τι. ΝΕ Δεν τον θέλω αυτόν, ότι και να μου πεις. 
1015. Φ Πόψε, ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Απόψε θα μας ακούσει το χωριό. 
1016. Φ Ήβρε τη γλύτια ντου. ΝΕ Μπόρεσε και γλύτωσε. 
1017. Φ Κουβαλά μαζί ντου ούλτη τη τσέργκα. ΝΕ Κουβαλάει μαζί του όλα τα πράγματα. 
1018. Φ Έκαμε τη μπόρκα ντου. ΝΕ Έκανε χωρίστρα στα μαλλιά του. 
1019. Φ Αναπάμπουλτος άχρωπος. ΝΕ Άσκεφτος άνθρωπος, ασυνάρτητος. 
1020. Φ Ελίμαξε που τη πείνα. ΝΕ Πείνασε πολύ. 
1021. Φ Έφηκε ένα ζωνό και ποβρόμεσε το κόσμο. ΝΕ Αερίστηκε και βρόμισε τον κόσμο. 
1022. Φ Α! μωρή μέκκια!! (ΜΕ) ΝΕ Α μωρή καμωματού. Ε/Π Μέκκια: μικ(κ)ός - μική, μιτσός = πολύ μικρός (αρχαία). Προφανώς λέγεται για μικροκαμωματού. 
1023. Φ Το χώμα είναι καπάϊκο. ΝΕ Το χωράφι είναι έτοιμο για όργωμα. 
1024. Φ Ακόπονο πιο, είχε μέσα κι’ έναν άϊκο. ΝΕ Είχε μέσα πολύ πράμα. Ε/Π Ακόπονο: συν τοις άλλοις επιπλέον. 
1025. Φ Τώρα είμαι δκιό όρη και δκιό βουνά. (Παροιμία) ΝΕ Είμαι πολύ αγανακτισμένος. 
1026. Φ Ά πρε χλωραππία. (Βρισιά) Ε/Π Χλωρό απίδι, αγίνωτο. Χλωρέ. 
1027. Φ Το ζον είναι φορτωμένο κατά ψόφου. ΝΕ Το ζώο είναι παραφορτωμένο. 
1028. Φ Εμάνιζε και πάεννε. ΝΕ Μίλαγε και χειρονομούσε νευρικά μόνος του. 
1029. Φ Εκατόρτεν ο άχρωπος. ΝΕ Πήρε την κάτω βόλτα. 
1030. Φ Επήα στη στάλα, καίρμεξα τις αελκιές. ΝΕ Πήγα στον στάβλο κι’ άρμεξα τις αγελάδες. Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου. 
1031. Φ Εκλειοστόμιασε καιν τον ενοί. ΝΕ Έκλεισε το στόμα του και δεν το ανοίγει. 
1032. Φ Τον έκαμα ταρντάνια. ΝΕ Τον έκανα τα πάνω-κάτω. 
1033. Φ Ά πάεις στον ανήστροφο. (Βρισιά) Ε/Π Να νη γυρίσεις, στο αγύριστο 
1034. Φ Πάει σαν τα βρυά του ποταμού. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που τρεκλίζει, δεν μπορεί να αντιστέκεται. 
1035. Φ Μέλτι μου εξαιρέστα καίνηπες τίποτα. ΝΕ Δηλαδή τάξερες και δεν είπες τίποτα. 
1036. Φ Κάχεται και χαίνει. ΝΕ Κάθεται μ’ ανοιχτό το στόμα. 
1037. Φ Ήρτε φωνηστός. ΝΕ Ήρθε γρήγορα και πολύ απότομα. 
1038. Φ Κάχεται ναπαμένος. ΝΕ Κάθεται ησυχασμένος. 
1039. Φ Η ψέλτα είναι κοκκιασμένη. ΝΕ Το μαχαίρι δεν κόβει. 
1040. Φ Ά την έβρω, ά τη σουραλτίσω καλά. ΝΕ Δε θα τη βρω; θα τη φτιάξω καλά. 
1041. Φ Εφαέντον η κνιά. ΝΕ Τον έφαγε η τεμπελιά (οκνηρία). 
1042. Φ Ήβρεντα χαζίρικα ΝΕ Τα βρήκε έτοιμα. 
1043. Φ Εκάχουμουν νιοτός και λάμενα ΝΕ Καθόμουν ξύπνιος και περίμενα. 
1044. Φ Έκατσε γιπλοπόη. ΝΕ Κάθησε διπλοπόδι. 
1045. Φ Άτε πατί. ΝΕ Άντε δρόμο τώρα. 
1046. Φ Η μέντα τη βαστά ΝΕ Είναι θυμωμένη. 
1047. Φ Ξάννα νάναι γερλεστισμένα. ΝΕ Κοίταξε νάναι γερά, τακτοποιημένα. 
1048. Φ Χαρείς και κατάπιε το γόντι ντου. (ΜΕ) ΝΕ Τόλεγαν για κάτι καχεκτικό. Ε/Π Υπάρχει η πρόληψη «όποιος καταπίνει το δόντι του στη μικρή ηλικία δεν μεγαλώνει». 
1049. Φ Ήβγκε κιά ξετσινί. ΝΕ Εκεί φύτρωσε. Ε/Π Φύτρωσε κάποιο μάτι φυτού. 
1050. Φ Άχανε πρε. ΝΕ Άνοιξε το στόμα σου. 
1051. Φ Εν έχει γινάντηση. ΝΕ Δεν είναι της εμπιστισύνης. 
1052. Φ Να σε πάρουν οι δκιαόλοι και οι τριόλοι. (Βρισιά) Ε/Π Κατάρα για τιμωρία από τους κακούς (διαβόλους, τροβόλους). 
1053. Φ Κακόν αγγειό. ΝΕ Κακής ποιότητας άνθρωπος. Ε/Π κακκό αγγείο. 
1054. Φ Έφαε τον άμπακα. ΝΕ Εκείνος που έτρωγε τα φαγητά των άλλων, φαταούλας. Ε/Π Είναι ο αρχαίος «άβαξ». Ήταν ένα ορθογωνικό τραπέζι - ένας πίνακας - που παίζανε ντάμα και ήταν αριθμημένος. Φαίνεται πως βάζανε κάνω τα φαγητά, έτσι ο φαταούλας, ήταν εκείνος που έτρωγε τον άμπακο των φαγητών. 
1055. Φ Το χωράφι ήταν μπινιάς. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ σκληρό. Ε/Π Μπινιάς: λέξη τούρκικη, «λεπτή ξύλινη σανίδα τοποθετημένη για στήριξη - σταθεροποίηση. 
1056. Φ Εβραστολόισε το πετσί μου. ΝΕ Ζεστάθηκα πολύ. Ε/Π Βραστολογώ = ζεσταίνομαι. 
1057. Φ Εκουσούμαρα τα κοφίνια. ΝΕ Χρησιμοποίησα τα κοφίνια. Ε/Π Κουσουμέρνω = χρησιμοποιώ. 
1058. Φ Τταμαχιάρης άχρωπος. ΝΕ Αυτός που πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Ε/Π Τταμαχιάρης = άπληστος (τουρκ.: tamah). 
1059. Φ Μάεψε που και τα μπράτη. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. Ε/Π Μπράτη = αποσκευές, ίσως από την ιταλική λέξη: baratta. 
1060. Φ Τώρα έχει μιάλην άγκρη. ΝΕ Έχει μεγάλη γκρίνια. Ε/Π Άγγρη = διχόνοια, έχθρα, γκρίνια (αρχ.). Ιταλικά: Grugno = κλάμα αλλά και τσαγγρίζω φωνάζω. 
1061. Φ Χχένια μη τα πεις πούετα. ΝΕ Μη τυχόν και τα πεις πουθενά. Ε/Π Έχε έννοια = χένια! 
1062. Φ Νεσακκά και πάει. ΝΕ Πάει αγκομαχώντας. Ε/Π Ίσως από το ανασαίνει δύσκολα 
1063. Φ Εκαμνέντο χάζι. ΝΕ Τόβλεπε με ευχαρίστηση. Ε/Π Χάζι, τουρκ. λέξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου