Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Από το Σάββατο 2 Ιουνίου 2018, σταμάτησαν οι αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου. Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω όσες και όσους με εμπιστεύτηκαν αυτά τα 12 χρόνια.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Κ κάππα) Μέρος 7ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Κ (κάππα):
καβαλτίνα
περιττώματα αλόγου/ γαϊδάρου
Από το: caballus = ίππος " καβαλίνα.
κάβνταλο
καμένο
Καίω, κάβω, καύδαλον.
καβρουμάς
καβουρντισμένο χοιρινό με λίπος
Τουρκ:. kavurma.
καελίζομαι
δέχομαι τελικά
Τουρκ.: kaïl = συμφωνώ. Καταφέρνω.
καζαντίζω
αποκομίζω οφέλη
Τουρκ.: kazandum.
καζίκι
πάσσαλος, χρέος
Τουρκ.: kazik.
καϊμη
ήρθαμε πάτσι
Ισοπαλία, πατσίσαμε! Τουρκ. λέξη.
καϊράτι
μην τυχόν
Τουρκ.: gayret.
καίρκου
και έλα
Αντί: και έρχου, ακολούθα!
καιτώοντι
πράγματι
Αρχ. ελληνική λέξη που διατηρείται ακόμα στις Φάνες! Και τω όντι, μετοχή τού ρήματος είναι = συμβαίνει πραγματικά.
κακκαρώνω
πεθαίνω, κάρωση = νάρκωση
Αρχ.: καρώ - καρώνω.
κακκιρντώ
διαφεύγω
Κατσιρδώ = φεύγω χωρίς να γίνω αντιληπτός, η γλυτώνω. Τουρκ.: kacirmak.
κακοβάλλω
βάζω κακό στο μυαλό μου
Κακά+βάλλω.
κακομά
κακομοίρα
Δυστυχής. Συνεπτυγμένος τύπος:
κακή+μοίρα.
κακόμος
κακόμοιρος
Κακή+μοίρα.
κακομούσουρος
άσχημος στη φάτσα
Κακός+musona.
κακοφορμίζω
μολύνω (η πληγή πήρε άσχημη φόρμα)
Κακή φόρμα = επιφάνεια ύποπτη...
καλαγιά
φουρνιά
Σύνολο αλιευμένων ψαριών. Καλάρω = ρίχνω τα δίχτυα, ιταλ.: calare.
καλαμπάουρας
σκαθάρι
Ζωύφιο μικρού μεγέθους, που ζεί στην κόπρο, την μετατρέπει σε σβώλο και τον μετακινεί εντυπωσιακά.
καλαντίζω
τα λέω ένα χεράκι σε κάποιον
Τού τα ψάλλω τα κάλαντα. Κάνω πολλές
αυστηρές παρατηρήσεις.
καλαόροι
καραβόλοι
Κοχλίες, βενετ.: caraquol.
καλαφατίζω
αλείφω το πλοίο με πίσσα, ενέργεια καλαφάτη
Τουρκ.: kalafat.
καλαφούνα
φωτιά, σωρός αναμμένων ξύλων
Αλλού: καλαφουνός, τα κάλα = τα ξύλα (κάλα+πόδι = ξύλινο πόδι) από το κάλα+
fumus/φουμός = καπνός, «καλαφουνεί το σπίτι».
κάλκιο, καλκjo
είναι καλύτερα
Κάλλιον - προτιμότερο, καλύτερο.
καλλικεύω
καβαλικεύω το άλογο,
Λατ.: caballico.
καλντικώ
καβαλικεύω
Ανεβαίνω στο άλογο, στο ποδήλατο. Καβαλώ.
κάλτος
πληγή, σκληρός φλοιός δέρματος
Σκληρός ρόζος κρέατος στο πόδι. Λaτ.: callus.
κάλτος
ύφος,  ομορφιά
Αρχ.: κάλλος - καλλονή.
καματέβγκιω
πάω και έρχομαι
Εργάζομαι, κάνω κάτι. Αρχ.: καματεύω.
καματερός
αυτός που δουλεύει καλά
«Δουλεύει σαν το καματερό», πολλήν
και καλή δουλειά (κάματος).
κάματος
πέρασμα
-
καμμυστός
αυτός που έχει κλειστά τα μάτια
Βλ.: κατσοκαμμώ.
καμμώ
κλείνω τα μάτια
Αρχ.: καμμύω.
καννέβκιω
σημαδεύω
Στοχεύω με την κάννη.
καννήρης
βλέπει με ένα το μάτι μισόκλειστο.
Από το καννεύω = σημαδεύω με την
κάννη του όπλου, κλείνοντας το ένα μάτι.
καννί
σκεύος που ρίχνει μυρωδικό
Καννέα ή καννία = ραντιστήρι μυρωδικών (βυζαντ. λέξη).
καννιά
πόδια
Αρχ.: η κάννα = καλάμι, τα κανιά.
Χτύπησα στο καλάμι = στο πόδι.
καννιά
αδύνατα, λεπτά πόδια
Αρχ.: κάννα = καλάμι.
καννίρα
αλλοίθωρη
Προσπαθεί να δει, όπως στην κάννη.
καντάρι
ζυγαριά
Στατήρ, όργανο μέτρησης βάρους ίσο με
44 οκάδες, ιταλ.: cantare, τουρκ.: kantar.
κανταρμάς
το σίδερο στο στόμα του αλόγου
Τουρκ. λέξη.
καντέλτα
μπουζί
Ιταλ. λέξη. Ελληνικά: Σπινθηριστής.
καντήρα
παιδικό παιχνίδι
Κουβαλάς τους άλλους στον ώμο σου.
Σήκωμα πάνω στους ώμους. Ξένη λέξη;
κάντιο
καθαρό
Ιταλ.: candi, λατ.: canditus = λευκός, λαμπερός.
καντούνι
γωνιά,
Βενετ.: canton, ιταλ.: cantone.
καοματού
πολύξερη
Καμωματού (τύπος υποχωρητικός).
κάος
καλικάντζαρος
Πιστεύω ότι κρύβεται ο κακός Κάιν, ο αδελφοκτόνος, πρωτόπλαστος!
κάος
γραμμή παιχνιδιού με  μπίλιες
Παίζουμε κάους; είδος παιχνιδιού.
καουρόλασπη
λάσπη από χώμα
Λάσπη ολισθηρή, γλοιώδης, του
καβουριού, καβουρόλασπη!
καπάϊκο
μαλακό χώμα
- (Ξένη λέξη).
καπίστρι
σκευή γαϊδάρου
Σχοινί που σέρνεις το γαϊδούρι, καπιστρόσχοινο. Λατ. Caput = κεφάλι (πρβλ.: κεφαλαιοκρατία, Kapitalismus) καπίστριον - capistrum.
καπλάνι
μεγαλόσωμη/ος
Τουρκ.: kaplan = τίγρης.
κάποττο
πανοφόρι του βοσκού
Παλτό, συνήθως με κουκούλα. Ιταλ.: capotto.
καπράτσι
σκεύος φαγητού
Τουρκ.: bacras, αναγραμματισμός
καπράτσι.
καραματάρια
σαμπρέλλα
Αεροθάλαμος (camera aeria), αγγλ.: air chamber.
καρατέρνω
βάζω στόχο
Υπολογίζω, ιταλ.: caratare.
καρβελντώνω
σκαρφαλντώνω
Πιάνω το καρβέλι του σαμαριού για να ανέβω. Καρβέλι, μεσαιωνικά: γαρβέλι.
καρβέττης
καθρέφτης
Κάτοπτρο.
κάργκα-πήλα
πολύ γεμάτο
Κάργα, βενετ.: garga, ρήμα: καργάρω.
Pila = κολώνα, πυλώνας.
καρίκα
κούφια, ξερή κολοκύθα
Κολοκύθα αδειασμένη για να γίνει δοχείο νερού  (ετυμολ.: καρίκι… κάρα...).
καρίκι
κούτελο του ριφιού
Το σκληρό κούτελο του ριφιού, κάρα = κεφαλή, καρίκιον = μικρό κεφάλι, κεφαλάκι.
κάρικο
καθήκον αλλά και φορτωμα
Ιταλ.: Garico.
καρκαθκιά
κουτσουλιά
Κοτοτσιλιά, κοπριά κότας. Λέμε κάρκαθο την αποξηραμένη μύξα (ίσως κράκαθον). Κάκαδο είναι και η κρούστα πληγής. Λατ.: caracala = κουκούλα, πέτσα της πληγής.
καρκαλτέβ-γκιουμαι
γαργαλιέμαι
Γαργαλίζω, λέξη ηχοποιημένη από το
γαρ-γαρ.
κάρκαχο
πέτσα της πληγής
Ή κάκαθο (βλ. καρκαθκιά).
καρναπήττι
κουνουπίδι
Τουρκ.: karnabik.
καρντιαλής
άφοβος
Αντί: καρδιαλής.
καρπίδι
βουτιά με το κεφάλι
Από το: κάρα-πήδι, κάρα = κεφάλι+
πήδημα, καραπήδημα και καρφίδι.
καρσί
ακριβώς απέναντι
Καρσί μου ήρτες κι έκατσες. Τουρκ.: karsi.
καρύ
λαρύγγι
Καρύδι, λαρύγγι, το μήλο του Αδάμ.
κασαβέττι
βιασύνη, φασαρία
Θόρυβος, σύγχυση, Τουρκ.: kasavet = θλίψη, κλάμα.
κασκανίχρα
φαγώσιμος βολβός
Υπόγειος βολβός, εδώδιμος, «κασκανήθρα».
κάσση
βρομιά, αλλά και
φωλιά
Λέρα. Κάσση είναι ο χώρος που γεννούν
οι κότες (κασιά). Ιταλ.: cassa = φωλιά.
κατάκατσε
κάτσε καλά
Αντί: κατακάθισε, κατάκαθσε.
κατακάφκαλτα
κατακέφαλα
Ακριβώς πάνω στο κεφάλι. Καύκαλο,  καύκος ή καυκί = της χελώνας το όστρακο.
κατάκλια
αρθρώσεις
Προφανώς τα σημεία (όργανα) του
σώματος που κλείνουν (κλείουν), που
έχουν κλειδώσεις, συναρμογή; ή κρύβεται
η λέξη: γάγγλια!
κατάκοιττος
κλινήρης, ανήμπορος
Κατά+κειμαι.
κατακομμός
υπερβολική κούραση
Κατά-κόπτομαι, κατά-κόβομαι,
κατακομμός " κατακομμός.
κατακούτελτα
στο μέτωπο
Πέρα για πέρα στο κούτελο.
καταπαλίκι
βαβούρα, φασαρία
Τουρκ.: katapalik = πλήθος κάθε είδους.
καταπότης
κεντρικό αυλάκι στο πότισμα
Κατά+πίνω.
καταρικό
συνάχι
Αρχ.: καταρροή – καταρροϊκό " καταρικό.
κατάρραχα
πάνω στη ράχη
Στο ύψος της ράχης του βουνού.
κατασταλλάσ-σω
παίρνω τελική απόφαση
Κατασταλάζω.
καταχανάς
μεγαλόσωμος
Αυτός που τρώει πολύ. Καταχώνω, καταχωνιάζω στο στομάχι. Ρίζα: χωνί.
κατελώ
καταναλώνω, ξοδεύω
Τρώγω: καταλύω.
κατέφλι
σκαλοπάτι πόρτας, σκάλας
Κατώφλι, κάτω+φλίον ή φλιά = η παραστάδα της πόρτας.
κατούνα
βουνό από ρούχα
Βουνό ρούχων περιτυλιγμένο με άλλο μεγάλο ρούχο, λατ.: canto-onis.
κάτουρα
ούρα
Κάτω+ούρα.
κατουρί
παραφυάδα
Έβαλα κατουρίδια = φυτεύω κατωρίζια, κάτω ρίζες του δέντρου = παραφυάδες.
κατρούλης
αυτός που ουρεί πάνω του
Κατουρούλης = κάτω+ούρο.
κατρουλκιά
τα ούρα
Αντί: κατρουλιά. Κατουρλιό, κατρουλιό.
κατρουλτίχρα
ουροδόχος κύστη
Κατρουλήθρα (κάτω+ούρα+ουρήθρα).
κατσιέρνω
βαθαίνω τον λάκκο, το πηγάδι
Ίσως από την ιταλ. λέξη: cacciare =
κυνηγώ.
κατσοκαμμώ
μισοκλείνω τα μάτια
Από πόνο, αρχ.: καμμύω, κάτω καμμύω, κατσοκαμμώ.
κατσοπέρνι
είδος θάμνου ή
δένδρου
Από το αγκάθι+πρίνος, περνάρι, πουρνάρι,
δέντρο με αγκαθωτά φύλλα.
κατσουλτώνο-μαι
πιάνω καυγά
Κάποιος στρέφεται εναντίον μου εριστικά.
«Με κατσουλτώχηκε… από το καττί
(γατί)» = μού επιτέθηκε σαν γάτα! Καττουλώνω " κατσουλώνω = ανεβαίνω στο δέντρο σαν τη γάτα. Βλ.: κατσουνάς.
κατσουνάς
κρεμούσαν επάνω τα κουλουράκια
Πολλές σημασιολογικές αποχρώσεις.
Κυρτή λεπίδα μαχαιριού, όργανο που κρεμούν τα κουλουράκια, κλάδος/κλαδί
σε κυρτή θέση για χαμήλωμα των κλώνων και κοπή των σύκων. Αρχ.: κάνθος ή
κανθός = κυρτότητα. Κάνθων, κάνθωνος,
ο κάνθωνας, κάνθουνας, κανθουνάς κατσουνάς (ρήμα: κατσουλώνω).
κάττης
γάτος
Γάτης - κάττης.
καττί
γατάκι
Γατίον - κατίον - καττί.
καφάμπρικο
μπρίκι
Καφές+μπρίκι.
καφαρτί
πρωινό
Πρωινό, ή απογευματινό έκτακτο. Τουρκ.: kahvalt.
καφάς
μεγάλη μπίλια (παιχνίδι)
Μάλλον τουρκ. προέλευσης.
καφίζι
μέτρο γέμισης
Μέτρο χωρητικότητας για σιτηρά, αραβ.: cafiz.
καφκάλτας
κεφάλας
Καύκαλο, κρανίο, όστρακο χελώνας. Καύκος = ποτήρι, καυκί = γαβάθα, πιατέλα.
κάφκαλτο
κεφάλι
Κρανίο, καύκαλο χελώνας, ξερό καύκαλο!
καχούρα
καθισιό
Αντί: καθούρα.
κάχρη (τα)
βάσανα
Άγγρη - γάγρη - κάχρη. Άγγρη = κλάμα, γκρίνια μωρού.
καχχαιρνώ
ξεφλουδίζω,
Αρχ.: καθαιρώ.
καωματού
αυτή που φτιάχνει λόγια
Κάμωμα-του.
κεβερσελές
κάτι σα σαράκι
Τουρκ. λέξη.
κείττομαι
κείμαι
Κείτομαι -(κείμαι).
κεπούλτι
μικρός κήπος
Υποκοριστικό τού κήπος, κηπούλιον,
κηπούλτι, κεπούλτι.
κερατούκλης
πονηρός
Ενέχει τη σημασία της ειρωνείας και της προσβολής. Μικρός κερατάς.
κερεστές
ξυλοφόρτωμα
Σανίδα, ξυλεία του κτίστη. «Θέλεις ένα κερεστέ..» = θέλεις ένα ξύλο! Τουρκ.: kereste.
κερκαντζής
καταφερτζής
Ίσως από τη λέξη κέρκος = ουρά ζώου/πιθήκου. Αυτός με ουρά, σατανάς, δόλιος (κερκόπορτα!).
κεροτήανο
ειδικό τηγάνι
Τηγάνι που ψήνει με ελάχιστο λάδι. Ξεροτήγανο είναι και γλύκισμα.
κεσβές
μπρίκι
Καφόμπρικο,  τουρκ. λέξη.
κετσές
κάτι το σκληρό
Σκληρή επιφάνεια του γιαουρτιού ή ό,τι σκληρό. Τουρκ.: kece = ποτήρι, δοχείο μικρό.
κήττικα
λίγα
-
κίλι-κίλι
είναι κάτι που κυλάει
Επίρρημα τρόπου από το κυλώ - κυλώ,
λέξη παιδική.
κιλίντρι
τροχός παιχνιδιού
Τροχός ποδηλάτου χωρίς ακτίνες, αρχ.: κύλινδρος, ρήμα: κυλώ.
κιόλα
ήδη, πια
Φράση: τα’καμες κιόλα; (και όλα, κιόλας).
κκαμάννα
ψηλός και γεμάτος άντρας
Μάλλον τουρκ. λέξη.
κκέλης
φαλακρός
Τουρκ.: kelek = άγουρο πεπόνι, φαλακρό.
κκεχρές
φάτσα
-
κκιαπράζι
δυσκολία
Τα βρήκε κκιαπράζι! Τούρκ.: capraz (τσαπράζι) = είδος μαχαίρας, άρα συνάντησε δυσκολίες.
κκιούλι
ρεζίλεμα
Μάλλον τουρκ. προέλευσης.
κκιούρου
τρέχει πολύ
Λέξη ηχοποίητη από τη ροή του νερού.
κκούρος
κουρεμένος σύρριζα
Αρχ.: κούρος, άγαλμα αρχαϊκής τέχνης,
κούρος, κόρη.
κλαευτήρι
είδος μαχαιριού
Κλαδεύ-ω+τήρι = κλαδευτήρι.
κλάος
κλάδεμα
Κλάω = σπάζω.
κλαουργκιός
κλαδευτής
Αντί: κλαδουργός, κλάδος+έργο " κλαδουργός.
κλησέρημο
κλειστό και έρημο
Αντί: τρις έρημο, (πρβλ.: τρισκατάρατος).
κλιαμούρι
κλάμα συνεχές
Υποχωρητικός γραμματικής τύπος.
κλούβγιο
αβγό παλιό, ανάλαφρο
Κλούβα = κοτέτσι, άρα αυγό της κλούβας, του κοτετσιού (μπαγιάτικο).
κλουφώ
ακολουθώ
Κολουθώ, κλουθώ! κλούφα = ακολούθα!
κλωσταργκιά
κλώσσα
Από το κλώσσω = κακαρίζω. Ηχοποιημένη
λέξη από το κλου-κλού ή κλω-κλώ κ.λπ.
κλωστρός
στριφογυριστός
Ελικοειδής καπνός, από το κλώθω, γυρίζω κυκλικά.
κνάζω
ωριμάζω
Ίσως από το: κοκκινίζω - εκοκκίνησε - εκοκίνασε - έκνασε, ή από το: ακμάζω.
κναστό
ώριμο
Κνάζω = ωριμάζω, από: ακμάζω.
κνιάρης
τεμπέλης
Αρχ.: οκνηρός, παραφθορά τής λέξης.
κοκιάμ
πολύ μεγάλ-ος,-η
Κοτζάμ, τουρκ. λέξη = μεγάλος, τόσος.
κοκκιασμένο
αυτό που δεν κόβει καλά
Χαλά η κόψη του μαχαιριού, κοκκιάζει.
κοκόνα
όμορφη γυναίκα
Ρουμ.: cocoana.
κολάι
ευκολία
Τουρκ.: kolay, κολαϊνός = εύκολος.
κόλαση
κουτσός (παιχνίδι)
Αυστηρή δοκιμασία κίνησης σ’ ένα μόνο πόδι!
κολοκάσσα
αγκάθι που έχει μέσα μαστίχι
Αρχ.: κολοκασιά, φυτό με αγκάθια και κολλώδη ουσία.
κολονούραο
κόκκυγας
Κόλον+ουρά, νουρά (στις Φάνες).
κολορίζια
άγριες ρίζες των δέντρων
Παράρριζα, παράρριζοι βλαστοί του δέντρου (κάτω ρίζες του κορμού). Παρετυμολογία αντί κατωρίζια. Βλ.
κατουρί ή και κατουρίδια.
κολοσαφφάς
έντερο με γέμισμα
Έντερο γεμισμένο με τεμάχια σφαγίου.
Κόλον = το έντερο+φαγητό.
κόμμα-ράμμα
σταμάτησε μέχρι κει
Κόβω+ράβω.
κομματσούλτι
μικρό κομμάτι
Κομμάτι+σούλιον - σούλι - σούλτι.
κόνισμα
τρόχισμα
Το ακόνισμα, η ακόνη, ακονίζω, αρχ.: η ακόνη, αλλά και ει-κόνισμα, εικόνα.
κόνισμα
εικόνισμα
Βλ. παραπάνω.
κοντόκουρο
βίτσα, το ξύλο
Κοντός, αρχ.: το κοντάρι. «θα πιάσω
κανένα κοντόκουρο να σε χτυπήσω».
κοντοκόφτεις
τρέχεις εδώ γύρω
Τρέχεις συνέχεια άνω-κάτω. Κοντά+κόφτεις.
κόξα-κόνξα
φάτσα
Αντιδράσεις, σκέρτσα, ιδιοτροπίες, πείσματα.
κοπελλάκι
παιδάκι
Κόπελος  (μεσαιωνική λέξη).
κοπποκυλκιού-μαι
κυλιέμαι στη λάσπη
Χώμα, χάμαι, κούπα+κυλίομαι, ορθότερα: κόπρο+κυλιέμαι, κοπποκυλιέμαι!
κοπροσκυλκιά-ζω
είμαι αραχτός…
Κόπρος+σκύλος, παραμένω αδιάφορος,
όπως ο οκνηρός σκύλος.
κοπροφίκι
λάκκος για κοπριά
Αντί: κοπροθήκη….
κόρδινος
πλεκτό κόσκινο
Πλεγμένο με χορδές - χόρδινος, κόρδινος.
κορομπίλτες (οι)
βλακείες
Ανοησίες, ψεύτικες δικαιολογίες. Ίσως
από το β’ συνθετικό: «μπίλιες», που είναι γυάλινοι χρωματιστοί βώλοι. Άρα δηλώνει κάτι το ψεύτικο, κοροϊδομπίλιες.
κορφάι
ξύλινος κορμός στη σκεπή
Κορυφάδα, κορφάδα, κορφάδια,
αρχ.: η κορυφάς.
κόρφος
στήθος, θώρακας
Κόλπος, αγκαλιά, βλ.: εγκόλπιο.
κόττι
μπουφάν
Αγγλ. λέξη. Ρήμα: boffer = φουσκώνω.
κόττου-πλώρου
στα καλά καθούμενα
Κόττος ή κότσος είναι τα μαζεμένα στο κεφάλι μαλλιά. Κόττος+πλώρη = με
πλώρη τον κότσο, προβάλλεις και προχωρείς, δηλ. είσαι αφελής.
κουγιάζω
ζαρώνω σε μια γωνιά
Από το τουρκ.: κουγιαττί = απάνεμο
μέρος (Λεξ. Μ. Σκανδαλίδη).
κουζί
πήλινο δοχείο νερού ή
κοντόχοντρη γυναίκα
Κουζί, η κούζα = στάμνα χωρίς χέρι,
από δω κι η λέξη κουζουλός, χαζός ή κουλοχέρης. Κουζουλαίνω.
κουκνούκεμα
ντάντεμα
Κανάκευμα, χάδι, αρχ.: καναχή.
κουκού (τα)
τα γλυκά για τα μωρά
Κάθε είδους γλυκά, γλώσσα νηπιακή,
δηλ. για μικρά παιδιά.
κουκουνούκους
τίποτα
Πράγματα ανύπαρκτα, σκωπτική λέξη ειρωνείας.
κούκουρα
πολύ ξερά, στεγνά
-
κουλαντρίζω
νταντεύω
Μεταχειρίζομαι κάποιον ευνοϊκά, τουρκ.: kolandim.
κούλι
όταν θέλεις να διώξεις το σκύλο
Κούλι βρε...(φύγε σκύλε!). Σκύλαξ = μικρό σκυλλί. Αιολικά: κύλλα - κούλα - κούλη.
κουλούκι
μικρός σκύλος
Σκύλος, κύλαξ, κυλάκιον, κολλάκιο, καλούκι = μικρό παιδί (στις Φάνες).
κούλουμπας
στάσιμο νερό
Νερό σε μεγάλο λάκκο. Αρχ.: Κόλυμβος. Κολύμπια, ελιές κολυμπητές, κολυμβώ, κολυμπώ.
κούμελτα
οι ποδιές τού τζακιού
Κούμελα, λατ.: cumulus = το ύψωμα
από χώμα, κουμούλα, κουμούλια, (αρχ.: τύμβος = προεξοχή - λόφος).
κουμέντια
κουμάντα
Ιταλ.: commando «κουμέντια είναι και τα χάλια σου» (ειρωνείας σχήμα λόγου). Λατ.: comoedia = κωμωδία.
κούμι
μαλακό χώμα
-
κούμουλτο
γεμάτο
Ύψωμα, λατ.: cumulus, πρβλ. κουμούλι, πιάτο πολύ γεμάτο, κούμουλο.
κουνάρα
δυνατό μπάμ
Κρότος: κουναρίζω. Μήπως από τον θόρυβο της καιόμενης κουκουνάρας;
κουνέττα
το χαντάκι στην άκρη του δρόμου
Ιταλ. λέξη.
κουνιού
κουνήσου
Προστακτική του κουνιέμαι, κινούμαι.
κούννες
πασατέμπο
Σπόρος καρπουζιού, κολοκύθας, ήλιου
κ.λπ. Κολοκυθόκουννο. Αρχ.: κόκκων -ος, πληθ.: κόκκωνες = κούννες.
κουντραπάντι-κο
απαγορευμένο
Ιταλ.: contra bando = λαθρεμπόριο.
κούπα
μπρούμυτα
Ρήμα: κουπάζω, αρχ.: κύπτω-κυπτάζω,
γέρνω - σκύβω.
κούππαση
λιγοθυμιά
Κυπτάζω = σκύβω.
κουρέττο
κουτσομπολιό
Λατ.: curro = ρέω, επεκτείνομαι. Πρβλ.: ρύμη λόγου.
κουρκουνώ
χτυπώ, κουρκουνώ την πόρτα,

Λέξη μάλλον γεννημένη από τον θόρυβο  -κουρ-κουρ-, που προκαλείται σ’ έναν
τενεκέ γεμάτο πέτρες, ή με το κτύπημα
της πόρτας με τα δάκτυλα.
κουρκούταβλος
είδος σαύρας των δέντρων
Κουρκούτης = χαζός. Η σαύρα αυτή κινεί το κεφάλι άνω-κάτω, δεν δείχνει να πανικοβάλλεται και εύκολα σκοτώνεται λόγω δυσκινησίας (σαύρα η τοιχοβάμων).
κουρού-καπάκ
ξερό κεφάλι
Αγύριστο κεφάλι, τουρκ. λέξη = ξερή κολοκύθα.
κουρσούνι
σφαίρα
Τουρκ.: cursum. «Έφυγε σαν κουρσούνι!».
κουσκουλτήχ-τρα
φαγώσιμο χορταρικό
Καυκαλίδα, καυκαλήθρα, αγριόχορτο εδώδιμο, αρχ.: καυκαλίς.
κουσκούνι
γουρουνάκι
Μικρός  χοίρος.
κουσουμέρνω
χρησιμοποιώ
Λατ.: consumo = καταναλώνω.
κούσπα
λαγούμι
Σπηλιά, τρύπα λαγού. Βυζαν.: κούσπος, λατ.: cuspus = χώρος βασανιστηρίων φυλακής.
κουτάλα
ώμος
Ο ώμος, αρχ.: σκυτάλη-σκουτάλη, λατ:. scutum = η ασπίδα.
κούτελτο
μέτωπο
Χτύπησε κατακούτελα! Βυζαν.: κύτελον
ή κότυλος = κοιλότητα.
κουτλίζω
νυστάζω
Κουτουλώ, κουτουλίζω, κίνηση της κεφαλής προς ύπνο! Αρχ.: κότυλος - κουτουλώ = κούτελο.
κουτουμανάς
ψηλός και εύρωστος
Ίσως από το κουτούζης, Τουρκ.: kutp = αυτός που είναι δυνατός με κακές προθέσεις, φοβερός.
κουτουρού
στην τύχη
Τουρκ.: götürü = απερίσκεπτα.
κουτσούλτημα
κορφολόϊσμα
Κουτσουλίζω = κόβω τις κορυφές των βλαστών του αμπελιού. «Μας τα λές κουτσουλά», δηλ. κομμένα, άρα
κουτσουλώ = κόβω!
κουφόβραση
ζέστη χωρίς ήλιο
Ζέστη και υγρασία, κλίμα αποπνικτικό.
κούφτιο
είδος πουλιού
Αρχ.: Σκωψ. Ρήμα: σκώπτω = κοροϊδεύω.
κουχιό
μαραζωμένο
Κουγιό. Φανενά: να δούμε που κούγιασε
= που μαζεύτηκε. Βλ.: κουγιάζω.
κράι
παγετός
Μάλλον τουρκ. λέξη, ή από το: ακραής = άνεμος δυνατός.
κράτει
σταμάτημα
Λέξη που απευθύνεται σ’ άλλον να σταματήσει.
κρέτιτο
βερεσέ
Εμπιστοσύνη. Λατ.: credo: πιστεύω, ιταλ.:
credito = πίστωση.
κρικέλντι
σιδερένιος κρίκος
Αρχ.: κρίκος, κρικέλλιον.
κρόκινο
κίτρινο
Κρόκος αυγού, χρώμα κρόκινο. Π.χ.:
πράσο = πράσινο, κίτρο = κίτρινο,
λάχανο = λαχανί κ.λ.π.
κρομμύ
κρεμμύδι
Αρχ.: κρόμμυον (κρομμύδια).
κρυάβα
παγωνιά
Το κρύο που κρατεί γύρω.
κρυφοκούσπα
δεν φανερώνει τα μυστικά της
Δεν θέλει να αποκαλυφθεί, η κρυφή-κούσμπα, βλ.: κούσπα.
κυλίντρι
τροχός χωρίς ακτίνες
Αρχ.: κύλινδρος, κυλώ.
Κυρά - Λεσένη
ουράνιο τόξο
Η εμφάνιση της κ. Λεσένης, ώς φαινομένου ανεξήγητου, θεωρούνταν καλός οιωνός, βεβαίωση του Θεού ότι δεν θα γίνει κατακλυσμός. Αναγραμματισμός: Κυρά Σελένη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου