Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Από το Σάββατο 2 Ιουνίου 2018, σταμάτησαν οι αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου.

Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω όσες και όσους με εμπιστεύτηκαν αυτά τα 12 χρόνια…

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Γ γάμμα) Μέρος 3ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Γ (γάμμα):
γαζιέρα
εστία αερίου
Γκαζιέρα, ό,τι λειτουργεί με αέριο (γκάζι).
γαντώ
αντέχω
Τουρκ.: dayandum.
γακτηλίστρα
δακτυλήθρα
Αντί δακτυλήθρα: μετατροπή του -δ- σε -γ-!
γεματίζω
δοκιμάζω το φαΐ
Γευματίζω, δοκιμάζω το φαγητό.
γεροντομοίρι
κτήματα που κρατούν
οι γέροι όσο ζουν
Μοίρα = μερίδιο.
γιαβάχης
ήρεμος
Ήσυχος, πράος. Τουρκ.: γιαβάς-γιαβάς =
αργά - αργά.
γιαγκίνι
πολύ ζέστη
Μια ζέστη ή κάτι ανυπόφορο «έχει έξω
ένα γιαγκίνι», τουρκ.: yangin = πυρκαγιά.
γιάγκλες
φιδίσιες κινήσεις,
ζικ- ζακ
Οι περιστροφές π.χ. του φιδιού. Δύσκολη ετυμολογία. Πιθανόν τουρκ. λέξη.
γιακκώ
δαγκώνω
Αρχ.:  δάκνω. Ο δάκος της ελιάς είναι το δίπτερο έντομο που καταστρέφει τον ελαιόκαρπο.
γιαλτοκοπά
αστράφτει
Γυαλίζει όπως το αντανακλώμενο φως του γυαλιού, αστράφτει από ψεύτικη λάμψη.
γιαπανά
επήγε τζάμπα
Άδικα ξοδεύτηκε, από το τουρκ.: yabanyeri ή yaban = χωρίς λόγο.
γιαπράκια
ντολμαδάκια
Τουρκ.: yaprak,  οι ντολμάδες, ή απλώς φύλλα αμπελιού.
γιαράς
πληγή
Η μεγάλη μη θεραπεύσιμη πληγή. Τουρκ.: yara «είναι αυτός ένας γιαράς»,  ένας αθεράπευτα κακός άνθρωπος.
γιαρένης
μουσαφίρης
Ο επισκέπτης από μακρυά που φιλοξενούσαμε. Το ίδιο ανταπέδιδε κι αυτός. Τουρκ.: yaran = φίλος.
γιαττάκι
κρεβάτι
Στη φράση πάενε στο γιαττάκι σου, πήγαινε να κοιμηθείς. Τουρκ.: γιατάκ = στρώμα.
γιέβεντο
ρεζίλι
Διαπόμπευση, κορόιδεμα. Ο γεβεντισμένος = βρισιά. Τουρκ.: begendim.
γιέμα
αίμα
-
γιερλεστησμένα
καλοφτιαγμένα
Βάζω σε τάξη. Τουρκ. λέξη;
γιέτο
δές το
Ιέτο – από το ιδέ αυτό – ιδέ ’το – γιέτο!
γιμνίτης
διμηνίτης (ποικιλία σταφυλιού)
Το πρώιμο σταφύλι, ίσως επειδή αναπτύσσεται γρήγορα, σε δύο μήνες!
γιμπλάκι
φόρος για τα χωράφια
Μικρό διπλότυπο.
γιμπλαργκής

φοροεισπράκτορας

Γιμπλάκια = ο φόρος. Ίσως από τη λέξη: «διπλότυπα». Το ένα δίνεται στον φορολογούμενο, το άλλο μένει στο στέλεχος. «ο διπλοτυπακής» =
διμπλαργκής.
γινάντηση
επιμονή
Αντί: γινάτι. Ισχυρογνωμοσύνη, τουρκ.:
inet = γινάτι.
γιόγντουρο
λερωμένο
-
γιομένος
λερωμένος
Έγιωσε ο γιακάς σου. Ρήμα: ιόω – ιώ,
ιώνω, γιώνω = λερώνομαι.
γιουτίζω
συγκρίνω
Ταιριάζω. Δεν γιουτίζει, δεν ταιριάζει, μάλλον τουρκ. λέξη.
γιόχτουρη
ίκτερος, η ασθένεια
«Έχει γιόκτουρη», κίτρινο χρώμα του δέρματος. Παραφθορά του ίκτερου, γιόχτουρη ή γιόκτουρον.
γιπλοπόη
οκλαδόν
Διπλοπόδι, καθισμένος με διπλωμένα πόδια.
γιρούκης
αυτός που γυρίζει πολύ
Άξεστος, βάρβαρος. Στρατιώτης άτακτος, νομάς. Τουρκ.: yuruk και προφανώς το γιουρούσι = επίθεση, έφοδος.
γισκαφιά
δεύτερη σκαφή
Το δεύτερο σκάψιμο, το τελευταίο «δις σκάπτω».
γιφούρκι
διχαλωτό, ξύλο
Διφούρκι, όργανο ώθησης των κλάδων
στον φούρνο bi+furca δίκρανο, διχαλωτό ξύλο, ξύλινο πηρούνι με δύο δόντια.
γκάει
καίει (το λέγανε στα μικρά παιδιά)
Λέξη απευθυνόμενη σε μικρά παιδιά για κάτι που καίει..»Μη, μη, γκάει, δηλ. καίει. Πιθανόν από το απαρέμφατο αόρ. Β΄(το) καήναι " το καή, το κάη,  το γκάει.
γκιλτώννω
πειράζω
Κεντώ κάποιον. Τον εγκίλωσε. Ή «εγκίλωσε το σκύλο». Από την ακίδα, προφανώς ακιδώνω = κεντώ, προκαλώ κάποιον. Κρύβει τη λέξη άκανθα!
γκλέμα
τίναγμα των ελιών
Τίναγμα των ελιών. «Πάμε στο γκλέμα». Ρήμα: εκλέγω - γκλέγω ή γκλέξιμο.
γκολντώ
κυνηγώ, ακολουθώ
Κυνηγώ κάποιον τρέχοντας – πιθανόν από το: αρχ. εγκονώ = τρέχω γρήγορα. Ακολουθώ κάποιον στενά. «Με γκολτά
από πίσω, εν μ’ αφήνει ήσυχο».
γκομαχητό
λαχάνιασμα
Από το: αγκομαχώ. Αγκώνω και μάχομαι
= στην ανηφόρα αναπνέω με δυσκολία. Αγκώνω = φουσκώνω, κρύβει το ρήμα ογκώνω = φουσκώνω, λαχανιάζω, αναπνέω με δυσκολία ή έχω βαρύ στομάχι από το πολύ φαγητό.
γλιμήρι
πολύ αδύνατος
-
γλίνα
γλίτσα, λιπαρή ακαθαρσία
Λίπος χοίρου. Το ποτήρι έπιασε γλίνα = γλοιώδη ουσία, λέρα.
γλυκατσούα
πολύ γλυκό
Το πολύ γλυκό, ο πολύ γλυκός καρπός,
που έτσι δύσκολα τρώγεται…
γλύτια
γλύτωσε
Γλυτωμός, τέλος ή η ελευθερία. Εκλύω = εκλυτώνω = ελευθερώνω (υποχωρητικός τύπος).
γλυφό
υφάλμυρο
Ίσως από το βλυχός – βλυχώδης = υφάλμυρος.
γλωσσοτρώω
ματιάζω, βασκαίνω
Βλ.: γλωσσοφαγιά.
γντί ή γτι
γουδί
Γουδί. Η αρχ. ίγδις. Το ιγδίον, ιγδί, γτι.
γντόχερο
γουδοχέρι
Το εργλαείο που κοπανίζουμε στο γουδί.
γόμα
γομολάστιχα
Σβηστήρι, αρχ.: κόμμι, ιτaλ.: gomma.
γόμα, γώμα
δώμα
Μετατροπή του -δ- σε -γ-, γώμα = δώμα.
γομάρι
φορτίο, γαϊδούρι
Αρχ.: όνος = πέτρα βαριά αλλά και γάιδαρος.
γοντάγρα
τανάλια
οδοντιατρική τανάλια
Οδοντάγρα, οδόντι+άγρα = σύλληψη του
δοντιού (βλ.: πυράγρα).
γοντάσταση
οδοντοστοιχία
Μετατροπή του -δ- σε -γ- πρβλ. γώνω
αντί δώνω, δίνω, οδοντο-στάση. Στάση-
από το ίσταμαι.
γόοχχ
λέγανε για να σταματήσει το
γαϊδούρι, όταν έτρεχε
Κραυγή τού αναβάτη στο γαϊδούρι για να σταματήσει.
γούλα, ή
γούργουθας
λαιμαργία
Οισοφάγος, πρόλοβος των πτηνών ή βουρβούχα. (Φάνες), σχετίζεται με το φαγητό που τρώνε οι κότες. Μεταφορικά είναι η λαιμαργία ορισμένων. «Έχει αυτός μιαν γούλα!» (γούλα λέγανε επίσης στο χωριό ένα εξάρτημα του αλετριού, αλλά
και τις αμυγδαλές, πονούν οι γούλες του). Λατ.: gula  = γούλα.
γούλες
αμυγδαλές
-
γουλί
φαλάκρα
Κουρεύτηκε, έγινε γουλί. Μάλλον η αρχ. λέξη: άγλις - άγλιθος - άγλιθα, αγλίθα!
Οι γλίθες πορτοκαλιού, ή σκόρδου.
Άγλιθος = έγινε γουλί, απογυμνώθηκε
από τις τρίχες και έμεινε η γλίθα, το γουλί. Λέξη συνηθισμένη στη Ρόδο. Γλίθα ή αγλίθα.
γουλκιά
δουλειά
Εργασία. Από το: δουλεία.
γουμάρι
βάρος
Φορτίο, αρχ.: γόμος, γέμω. Έχω ακόμη
ένα γομάρι, μια υποχρέωση.
γουρνί
αυτός που δεν παίζει τίμια
Εκείνος που δεν τηρεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Το γουρνί ήταν ένα εξάρτημα στηριγμένο στη μυλόπετρα που γύριζε ακατάπαυστα. Ίσως αυτός που γυρίζει τα λόγια του παρομοιάστηκε με την κίνηση
του γουρνιού. Άλλοι το συνδέουν με το: γαρνεύω = εξαπατώ. Ιταλ.: ingannare.
Στις Φάνες λεγεται και: γάρνης, γαρνουφιά = παιδική διαβολιά. Γουρνί είναι όμως
και η ασπρόμαυρη κατσίκα!
γουρνιάζω,
γουρλιάζω
ουρλιάζω
Ουρλιάζω. αρχ. γρυλλίζω. Γυρλίζω – γουρλίζω, γουρλιάζω. Γρύλλος, το γνωστό τσιρίκλι. Δεν είπε «γρυ», δεν έβγαλε φωνή. Ή «κάνω γρου-γρου», γι’ αυτό γρύλλος είναι και ο χοίρος! Ή από το: αρχ. ωρύομαι " ουρύομαι, ιταλ.: urlare.
γράμπαπας
αμετακίνητος
Δήθεν αυθεντία. Προφανώς από Grand Papas, λέγεται ειρωνικά για κάποιον.
γραπάνι
δρεπάνι
Εργαλείο θερισμού. Ρήμα: δρέπω = μαζεύω.
γράππα
καπάκι της καταπακτής
Προέρχεται από το: ιταλ. grappare
(grappa) γραπώνω = αρπάζω. «Τον
έπιασε γράππα» σημαίνει αγκιστρώθηκε σφιχτά ή τον χτύπησε.
γρι
δεν βγάζω άχνα. Ούτε του γρύλλου τη φωνή
Δεν λέω τίποτε. Αρχ.: γρυ, στην έκφραση: «ουδέ γρυ απεκρίνατο!».
γρικώ
ακούω
Αγροικώ.
γροσκιά
δροσιά

γροσόλι,

δροσερό

Το δροσόλι ή ροσόλι = είδος ποτού. Ταυτίζεται με το δροσερό, γροσερό, το ευχάριστο (λατ. λέξεις = η δροσιά,
Ros-ris-roso-lium).
γρυλτώννω
γουρλώνω
Ανοίγω πολύ τα μάτια. Τον εγρύλωσα,
τον απείλησα! Γρύλλης, εκείνος που έχει μεγάλα μάτια, γουρλομάτης. Γρύλλος, το τσιρίκλι, που όντως έχει μεγάλα μάτια!
γυρολόος
έμπορος που γυρίζει
Γυρολόγος πωλητής ή γανωτής ή αγοραστής.
γυσπιρκιά
αγανάκτηση
Μεγάλος θυμός, «εγυσπίρκιασε λοιπόν αυτός και τον κτύπησε», λατ.: disperare = απελπίστηκε.
το γόμα
ταράτσα
Το δώμα, η χωμάτινη ταράτσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου