Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Από το Σάββατο 2 Ιουνίου 2018, σταμάτησαν οι αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου. Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω όσες και όσους με εμπιστεύτηκαν αυτά τα 12 χρόνια.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (A άλφα) Μέρος 1ο

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα.
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς.
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Φανενή
διάλεκτος
Νέα Ελληνικά
Ετυμολογία/
Παρατήρηση

A (άλφα):
αβγκούδια
μανιτάρια
Είδος μυκήτων, βγαίνουν συνήθως κάτω από
δένδρα στο δάσος.
αβγκοφιλτία
τσόφλι του αβγού
Αβγό+φυλλεία = αυγού φύλλα, τσόφλια.
αβέρτα-κουβέρτα
ελεύθερα, ανοικτά
Ανοικτό το κατάστρωμα δηλ. ελεύθερα.
αγαθομάρουλτο
αγαθή γυναίκα
Η αγαθή Μαρούλα, λέγεται ειρωνικά.
αγκάθα
σπονδυλική στήλη
Η αρχ. άκανθα. Τοποθεσία στις Φάνες: ο Αγκαθιάρης.
αγκία
αγκίδα
Ακίδα, μύτη λεπτού ξύλου.
αγκίνιο
καινούργιο
Αρχ. ρήμα: καινώ = κάνω κάτι νέο, άρα:
ανά-καινώ - ανανεώνω. Εγκαινιάζω,
εγκαίνια, αγκίνιο, ανανεωμένο. Γκινιάζω
τα ρούχα μου!
αγκινόβατος
ευέξαπτος
Αγγινόβατος: βάτος με αιχμηρά βλαστάρια, από το: ακιδό+βατος, δηλ. βάτος με ακίδες.
αγκιό
τσανάκι, κατσαρόλα
Αρχ.: αγγείο.
αγκλαβή
προικοσύμφωνο
Αρχ.: εγκλαβή, ρήμα: εκ-λαμβάνω
άγκου
σώπα, ή ηρέμησε
Απευθύνεται σε μωρά, για να ηρεμήσουν.
άγκριφας
μυγιάγκιχτος,
ευέξαπτος
Ο εύκολα ερεθιζόμενος, τα’ βαλε μαζί μου. Επίσης σιδερένιο εργαλείο που κρεμάμε τα σακούλια, τα καπέλα, ή και το μέσο που νεσέρνουμε = ανασύρουμε νερό. Αρχ.:
αγρίφη = τσουγκράνα.
αγραχτάς
αδράχτι
Αρχ.: άτρακτος, ξύλινο εργαλείο, που
βοηθούσε στις κλωστές του μαλλιού.
αγροίκητος
αυτός που δεν ακούει
Δεν αγροικά. Αγρός+οίκος = είναι αυτός που δεν πειθαρχεί, φέρεται πολύ άσχημα (αγρός, άγριος).
άγροστη
αγριόχορτο
Αυτοφυές φυτό των αγρών. Η αρχ. άγρωστις.
αδκιαφόρετα
χωρίς ενδιαφέρον
Άδικα, αναποτελεσματικά.
αέλαμος
Βρώμη (η βρόμη)
Αρχ.: Έλυμος, φυτό ποώδες.
αελκιά
αγελάδα
Ξανεί, βαϋλίζει αελκιές, φροντίζει αγελάδες.
αερικό
στοιχειό, φάντασμα
Ανεξήγητο φύσημα αέρα.
αθθοί
ανθός φυτού
Ανθοί του δένδρου.
αθθοκούφης
κάθεται συνέχεια
κοντά στη φωτιά, στην εστία, στα κούμελα
Άθθος αντί: άνθος, στάχτη. Αρχ.: αιθός-αίθω  = ζεσταίνω, καίω, ανάβω. Κούφης: πιθανόν
ο αρχ. κυφός = αυτός που σκύβει από πάνω, αθοκύφος - αθοκούφος, αθθοκούφης.
άθθος
στάχτη
Βλ.: αθθοκούφης.
άϊκο
άδικο
Α+δίκη.
ακατσάροι
είδος φυτού (φαγώσιμοι βολβοί)
Είναι μικροί βολβοί γεμάτοι υαλώδες/ γλοιώδες υγρό γλυκιάς γεύσης ενός θάμνου που ονομάζουμε στις Φάνες ακατσαριά.
Ίσως η αρχ. κίσθος, αποτέλεσμα: κισθαριά. Έχει φύλλα με επιφάνεια κατσαρή (σγουρή).
ακκοπέττι
κουτσά - στραβά, ίσως κάποτε θα έρθει.
Κάποτε θα γυρίσει κι’  ο τροχός, τουρκ.:
akibet = τέλος πάντων, βλ.: Απομνημονεύμ.  Μακρυγιάννη.
ακονιζιά
είδος φυτού
Θάμνος, αρχ.: κόνυζα.
ακόπονο
δύσκολα ν’ αλλάξει γνώμη…
Επιμένει, πεισματάτης, ίσως από το:
απόκοπος = αυτός που αποφεύγει τον
κόπο, αποκόπονος.
άκουννο
χωρίς κουκούτσι
Κόκκων - κοκούνα - κούνα.
ακούρκιος
ακούρευτος
Ακούριος, άκουρος.
αλάη - μαλάη
όπως - όπως
Φύρδην μίγδην: Alay Malay. Alay = σωρός, πλήθος, όμιλος (λεξ.: Σκανδαλίδης, σελ. 58).
Αλάι είναι σμήνος σπουργιτών.
αλαμουσία
κουρτίνα γύρω από το κρεββάτι, κουνουπιέρα
Αραβ.: na mussiya = κουνουπιέρα.
αλάργκιου
μακριά
Αλάργα = μακριά,  ιταλ.: alla-larga είναι
το ανοικτό πέλαγος, η μεγάλη απόσταση.
αλαφάντης
καπνοδόχος
Αντί: ανά-φάντης (ανά-φαίνω), όπως αναμένω "λαμένω. Μετατροπή του -ν- σε -λ-.
αλεσίφα
σταχτόνερο, αλισίβα
Ιταλ.: lisciva+aqua.
αλεσφακιά
φασκομηλιά
Αρχ.: ελελί-σφακος.
άλι - άλι
σιγά - σιγά, αγάλι - αγάλι
Λαλεί το ζώο άλι-άλι. από το αγαληνός, γαληνός = ήρεμος. Αγαληνά, γαληνά,
αγάλη, άλι.
αλιαριά
λυγαριά
Λύγος - λυγώ - λυγίζω.
αλκιώς
ειδάλλως
Αντί: αλλιώς.
αλισβερίσι
πάρε-δώσε, δοσοληψία
Τουρκ.: alis+veris.
άλλοθθας
αρσενικό σύκο
Βλ.: αλόθκια.
αλόθκια
άγουρα σύκα, αρσενικά σύκα
Αρχ.: Όλυνθος = σύκο που δεν έχει
ωριμάσει ή δεν ωριμάζει, βλ.:  Άλοθθας.
αλοϊνός
πάνω - κάτω
Διαφορετικός, άλλος - αλλοϊνός, όπως:
εκείνος αλλά και εκεινός.
άλτα λέ
όχι δα, άκου κει!
Άλλα λέμε, επιμένει στο άλλο, στο διαφορετικό.
αμά
αμάδα (παιχνίδι)
Η αμά ή οι αμάδες, τα βαστριά που έπαιζαν
τα παιδιά (οι ομάδες έγιναν αμάδες).
αμάχη
μίσος
Κρατά αμάχη = έχει μίσος, έχθρα, α+μάχη.
αμέττι-μουχαμέττι
με το έτσι θέλω
Τουρκ. λέξη.
αμίλιγκας
κρόταφος
Αμίλιγκας ή μήλιγκας. Μέρος που κροτεί,
όταν έχουμε προβλήματα φόβου. Μηνίγγι,
αρχ.: μήνιγξ.
αμμέ
αλλά, ναι, μάλιστα
Αρχ.: Αν μη = αλλά όμως.
αμόντου
χαράμι
Στα χαμένα, αμόντου πάει η δουλειά. Ίσως από το: monte = το βουνό, πάει στο βουνό, χάνεται…
άμπακας
φουσκωμένος
Είναι ο αρχαίος «άβαξ». Ήταν ένα ορθογώνιο τραπέζι - ένας πίνακας - που παίζανε ντάμα και ήταν αριθμημένος (βλ. επίσης εκφράσεις).
ανακατωσούρα
ναυτία, τάση για εμετό κ.λ.π.
Άνω κάτω στο στομάχι.
αναμαλκιασμέ-νος
ανακατωμένα μαλλιά
Αναμαλλιασμένος, ακτένιστος.
ανάοση
υγρασία  του χωραφιού
Ανάδοση, ανά - δίνω.
αναπάμπουλτος
ο χωρίς τάξη και πρόγραμμα
Φασαριώδης. Αναμπούμπουλος. Ίσως από
το: άλε μπάμπολε, βενετ.: ala babula.
αναρράες
νεράιδες,  ξωτικά
Αρχ.: νηρηίς, νηρηίδες  (νεραΐδες), αναραΐδες, Αναράες.
αναφαγιά
αυτός που δεν τρώει
Έλλειψη διάθεσης για φαγητό. Τρώγω, έφαγα.
ανεγριά
έλλειψη νερού
Ανυδρία - ανεδρία - ανεγριά.
ανεμελκειά
αδιαφορία
Αμέλεια, αμελκειά, αν-αμελκειά.
ανετή
εστία με κάρβουνα
στο φούρνο
Μετά την καύση των κλαδιών γινόταν ένα
ύψωμα από στάχτη. Πιθανή ρίζα: στην ανεβατή μεριά, στην ανετή.
ανέφαλο
σύννεφο
Νέφος, νεφέλη, νέφαλο και α-νέφαλο
(α = προθ.).
άνηλκια
πριν βγεί ο ήλιος
Αν+ήλιος.
ανήξερος
αυτός που δεν ξέρει
Αν+ηξεύρω. Προσποιητά.
ανήστροφος
χωρίς επιστροφή,
χωρίς γυρισμό
Στον αγύριστο, βλασφήμια, ανά-στρέφω =
γυρίζω πίσω. Α-ανα-στρέφω = δεν γυρίζω πίσω.
ανήψητο
άψητο
-
ανιάοι
πεντόβωλα (παιχνίδι),
πέντε βώλοι
Παιδικό παιχνίδι, όπου οι παίκτες έπαιζαν
με πέντε μικρούς βώλους. Νινιά- μικρά -
α-νιάοι. Από το: νινί = μικρό.
ανίπλυτα
άπλυτα
Λερωμένα.
ανουργκιά
σύνορο του χωραφιού
Εν-ορία: όρος = σύνορο (ούριον = όριο).
ανουρίτες
έχουν την ίδια ανοριά/σύνορο
Εν+όριο, ενορίτης - (ε)νουρίτες. Αρχ.: ούρος, εν+ούρος = όριον, εν+ούρος = ενουρίτης.
αντάρα
απόβαρο
Η τάρα, ιταλ.: tara.
αντουνάτα
καυγάς
Φασαρία, τον έβαλε μπροστά (του ΄παιξε μιαν αντουνάτα). Λατ.: attono = φωνάζω δυνατά
ανύχους
δεν έχει τίποτα
Αλλά και μεγάλα νύχια.
άξαμο
παίρνω μέτρα
Το μέτρημα, λατ.: examen. Ξαμώνω, ξάμωσε, πλησίασε, αναμετρήσου μαζί μου.
αξάς
ξάδελφος
Συνεπτυγμένος τύπος του «εξάδελφος».
αουμάς
κοτέτσι, ορνιθώνας
Αγουμάς ή αβγουμάς, αουμάς.
άουρο
άγουρο
Άωρο, δεν είναι της ώρας!
απανταχού
εγκύκλιος, αλλά και ο λογαριασμός (μεταφ.)
Αρχ. λέξη, που σημαίνει παντού (πανταχόσε, πανταχού (προς τους απανταχού Έλληνες).
απαταρός ή
παταρός ή
πατερό
χώρος αποθήκης για βαρέλια, σινιά, λαΰνια
Έχει σχέση με τη λέξη «πάτος», «πατώ».
Είναι από χώμα ή σανίδα. Ίσως από την αρχ. λέξη: πέταυρος = σανίδα, δοκάρι στήριξης.
απλυσκιά
ακαθαρσία
Απλυσιά, α+πλύνω = άπλυτος.
απλώτρα
εκεί απλώνανε τα σύκα, τα ρούχα
Απλώστρα, ρήμα: απλώνω.
απόδγκιωνας
μπατζάκι του παντελονιού
Το τελείωμα του μπατζακιού, το κάτω μέρος του παντελονιού. Πιθανόν από το αρχ.: «εκποδών», δηλ. το έξω από τα πόδια μέρος, (εκποδιώνας).
απόρα
απότομη βροχή
Φευγαλέα βροχή, βενετ.: bora, ιταλ.: bora.
απόσκιος
απάνεμος
Από+σκιά, προστασία από ήλιο και αέρα.
απόσυρτα
ασκούπιστα, άψητα ψωμιά
Απόσυρτα ψωμιά: δεν είχαν σύρει
(τραβήξει) το νερό, άρα έμειναν άψητα, επίσης: αρόδιστα, χωρίς να πάρουν το
κόκκινο χρώμα, το ρόδινο.
αππανάς
τσαπατσούλης, ακατάστατος
Πολύ βρόμικος, (τουρκ. λέξη;).
αππίδια
αχλάδια
Αρχ.: άπιον.
απροέλoιποι
υπόλοιποι
Φράση: και από τους απροέλοιπους,
δηλαδή να παντρευτούν/αρραβωνιαστούν
και τα άλλα παιδιά. Άλλοι λένε: από τους αποδέλοιπους!
αραϊκό
γειτονικό
Κρατά αραϊκό: κάπου πήγε και περνά την
ώρα του, ή στην παρέα του (παρεαϊκό).
αραμά
χαραμάδα
Από το ρήμα: χαράσσω - χαράζω.
αργκιακούλ-γκια
ρυάκια
Τα μακρυά ρυάκια, αντί: ρυακούλια, το -α- προστέθηκε (α - προθ.).
αργκιάτης
εργάτης
Αργάτης, αρκιάτης.
αργκιός
βλαστός χωρίς σταφύλι
Άκαρπος βλαστός, από το αργός. Αυτός που
δεν κάνει τίποτα. Είμαι αργός = κάθομαι.
άρεκλα ή άρικλα
αποθήκη
Ξύλινη κιβωτός (ντουλάπι) για εναποθήκευση σιτηρών. Από τη λατ. λέξη: arca ή arcula = θήκη.
αρέντες-κουρέντες
πάνω - κάτω,
άλλα αντί άλλων
Άνω κάτω, μπάλια μπούλιου.
Άλλα ΄ντ΄αλλων
άρκεφτας
είδος ακανθώδους δέντρου
Η άρκευθος (Γιουνίπερος - Juniperus). Αυτοφυές δένδρο παραθαλάσσιων
περιοχών της Ρόδου και αλλού, με καρπούς σκοτεινοκόκκινους, φύλλα οξύληκτα, γλαυκοπράσινα.
αρναούττι
πιπεριά
Μάλλον τουρκ. λέξη, βλ.: Αρναούτογλου.
αρνιές κουρνιές
πάνω - κάτω
Άσπρα και μαύρα, ανακατωμένα, άσπρα πρόβατα (αρνιά), μαύρες κουρούνες (μόνο στις Φάνες).
αροάφνες
πικροδάφνες
Αντί ροδο-δάφνες, πικρή γεύση.
αρόηνας
φασόλι
Οι αροϋνιές, λένε θάμνους με βρόμικη μυρωδιά. Αρχ. λέξη: ανάγυρος, ο καρπός μοιάζει με αυτόν του φασολιού. Αροΰνοι,
είδος φασολιών.
αρσίζης
άτακτος
Πολύ ζωηρός, τουρκ.: arsiz = κακός.
άρτηκας
γυναικωνίτης
Αντί: νάρθηκας, έννοια του πρόναου.
Επίσης το αρχ. φυτό νάρθηξ.
ασκελταρούα
αγριοκρομμύδα
H αρχ. σκίλλα, ή άσκελλα+ρωπή - ασκελλαρούπα - ασκελλαρούα.
ασκινόκαρφος
καρπός του σχινού
Αντί: α-σχινόκαρπος.
ασκόρντηλτας
είδος φυτού
Φυτό χωρίς σκληρό κορμό. Πιθανολογώ
την καταγωγή του από το ασπόνδυλος.
Πολλοί προτείνουν άλλη προέλευση.
ασπάλαθθας
είδος αγκαθιού
Αρχ. λέξη: ασπάλαθος, θάμνος γεμάτος αγκάθια.
αστρεμός
επιστροφή
Εστρεμός, γυρισμός, ρήμα: επι-στρέφω.
Αστριόλοι ή
τριόλια
αγκάθια
Φυτό γεμάτο αγκάθια που κολλούσαν στα μαλλιά των προβάτων. Αρχ.: τρίβολοι.
ασυγκόλτητος
αυτός που δεν κάνει παρέα
Με αυτόν που δεν μπορείς να κάνεις παρέα,
(α+συν+κολλώ).
άτσα
φτέρνα
Λέξη λατινική, βυζαντινή.
ατσαλκιά
αγριόχορτα
Ζιζάνια, αρχ.: ατασθαλία = κάθε το κακό
και ανόσιο. Άτσαλη συμπεριφορά!
ατσί
ασβός
Ατσίδι: αρχ.: η ικτίδα, το κουνάβι.
ατσικνούα
τσουκνίδα
Ατσικνούδα, τσικνούα.
αττουμάκα
μεγάλη μηχανή
Δίκυκλη μηχανή, automachina = αυτόματη  μηχανή.
αυγούλτα (η)
πασχαλινό κουλούρι με αυγό
Αβγό (αυγό).
αφτάλα
μαύρο χρώμα  προσώπου
Η ατημελησία. Απτάλης. Τουρκ.: Aptal.
άφτω
ανάβω
Άπτω.
αφφάλι
ομφαλός
Τ’ αφφάλι μου. Πολύ αρχ. λέξη.
Ομφαλός = κέντρο.
άχανε
άνοιξε το στόμα
Από το ρήμα: χαίνω, ρίζα αρχ.: χάω -
χάσκω, χάος.
αχλαούνι
άγρια αχλαδιά
Αχλα(δ)ούνι, αρχ.: αχράς - άδος = άγρια αχλαδια).
αχρούμπα
είδος φυτού (θυμάρι)
Θρούμπα, αρχ.: θρύμβη, μάλλον πολύ αρχ.  λέξη.  Αρωματικό φυτό του βουνού. Το -α- μπροστά είναι συνηθισμένο (α = προθ.).
άχχου
αμάν
Επιφώνημο. Αχχου (αχ) τι έπαθα, ψυχικό πάθος.
άψη
φούλ της δουλειάς.
Το άναμμα, άπτομαι-άπτω = ανάβω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου