Οι αναρτήσεις

Όλες οι αναρτήσεις των ιστολογίων μου, κοινοποιούνται στο twitter, στο pinterest., στο Google+ καθώς επίσης και στο Facebook.

Αναδημοσίευση...

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση...
Αν θέλετε αναφέρετε την πηγή... Αν δεν θέλετε, πάλι φίλοι θα είμαστε!!!

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

«ΑΡΧΑΓΓΕΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» Ένα καταπληκτικό βιβλίο του ΣΤΕΡΓΟΥ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ

Έχω την τιμή να έχω στα χέρια μου ένα εξεταστικό βιβλίο - δώρο - του κυρίου ΣΤΕΡΓΟΥ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ, και του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρχαγγέλου, το οποίο περιγράφει με γλαφυρό τρόπο διάφορες ιστορίες που συνέβησαν στην κωμόπολη του Αρχαγγέλου της Ρόδου, εμπλουτισμένες με τη φαντασία του συγγραφέα… 

Οι φωτογραφίες είναι από την επίσκεψη μου στον φιλόξενο Αρχάγγελο τον Ιούνιο του 2016... 

Ο Πρόλογος του συγγραφέα ΣΤΕΡΓΟΥ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ 

Όταν ήμουν μικρό παιδί, τότε που δεν υπήρχαν διασκέδασης, ο πατέρας μου, μας έλεγε ιστορίες του τόπου μας. 
Τις άκουα και τις άκουγαν και τ’ αδέρφιά μου σαν παραμύθια. Ήτο παραστατικός στην εξιστόρηση, άφθαστος στην έκφραση και χαρισματικός στον λόγο. 
Έμειναν στο μυαλό μου, κι όχι λίγες φορές, τις είπα σε φίλους και γνωστούς. Ήθελα να τις μάθουν πολλοί και επεδίωκα κάθε φορά να τις επαναλαμβάνω, όταν κάποιος τις είχε ξεχάσει. 
Τις είπα πολλές φορές στα παιδιά μου και τώρα στο γέρμα της ζωής και στα εγγόνια μου. 
Κρύβουν ετούτες οι ιστορίες, την ντομπροσύνη, την εξυπνάδα, την πονηριά, το θάρρος, το θράσος, τη σπιρτάδα του μυαλού, τη δύναμη της ψυχής, την αυθάδεια κι όλα τα κουσούρια του κάθε Αρχαγγελίτη, μικρού ή μεγάλου, μορφωμένου και αμόρφωτου, προ- κομμένου ή γρουσούζη, καλού ή κακού. 
Θέλησα να γράψω ετούτες τις ιστορίες, γιατί το ’χα υποσχεθεί στον πατέρα μου που πάντα με ρωτούσε, ζούσε, πότε θα τις έγραφα, ίσως, για να ’δει κατά πόσο θα απέδιδα, τα όσα έλεγε. 
Δεν ασχολήθηκα ποτέ και πάντα παραπονιόταν. Μου άφησε όμως στερνή παρακαταθήκη, λίγο πριν ο ψυχοβγάλτης άγγελος του πάρει την ψυχή, να τις γράψω για να ξοφλήσω το χρέος και την υπόσχεση που του ’δωσα με όρκο. 
Προσπάθησα, όσο μπορούσα, ν’ αποδώσω τα όσα άκουσα και τα όσα συνέχισε να μου ξαναλέγει, όταν μεγάλωσα. Φοβούμαι, ότι δεν μπόρεσα να τ’ αποτυ­πώσω και να τα γράψω, όπως τα ’λεγε κι όπως θα ’θελε. 
Ετούτη η προσπάθειά μου, είναι η ελάχιστη προ­σφορά και τιμή στη μνήμη του πατέρα και της μάνας μου, που πάσχισαν με δυσκολίες μες στην ανέχεια, τη φτώχεια και σε δύσκολους καιρούς να μάθω γράμματα, μα προπαντός για τις συμβουλές τους για ηθική και εντιμότητα στη λιγοστή ετούτη ζωή. 
ΣΤΕΡΓΟΣ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΣ 

Και μια από τις πολλές και όμορφες ιστορίες του βιβλίου…

1. Ο σύντεκνος 

Θέριζε ο Τσαμπίκος τα σπαρτά του στο Κουφό Βουνί, παρέα με την όμορφη μελα­χρινή γυναίκα του Χαριστούλα. 
Το λιοπύρι του θεριστή μήνα ετούτη τη μέρα, ήτο πιο μεγάλο από κάθε άλλη φορά. Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες κι ο αγέρας που φυσούσε, έφθανε χοχλαστός. 
Είχαν ξυπνήσει απ’ τα βαθιά χαράματα για να μην τους πιάσει το γιαγκίνι της μέρας και για να προφθά­σουν να
Ο Συγγραφέας ΣΤΕΡΓΟΣ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΣ
θερίσουν τα πολλά μικρά βουστέρνια που έσπειραν με την αξίνη πέρυσι. 
Καλή χρονιά η φετινή για τους ζευγάδες και τους λεσπέρηδες. 
Είπε ο Θεός να δώσει κι έδωσε απλόχερα καρπό στα σπαρτά, που έγερναν απ’ το πολύ μεστωμένο στάρι. 
Είκοσι μέρες θέρος κι ακόμη δεν τέλειωσαν τα μικροχώραφα. Όλες ετούτες τις μέρες πάσχιζαν απ’ τα βαθιά χαράματα μέχρι το σούρουπο με πρόχειρο φαγητό και με λιγοστό νερό από το παρντάκι της τυλιγμένης με το χοντρό τσουβάλι στάμνας. 
Μεγάλη η ταλαιπωρία ετούτες τις μέρες γι’ ανθρώ­πους και ζα, μα πιο πολύ για το εννιά μηνών κοριτσάκι τους. Το ’παιρνε η μάνα μαζί της για να το βυζάνει, γιατί δεν είχε και κανένα να τ’ αφήσει. Ορφανή η ίδια, πεντάρφανος ο άντρας και η μοναδική χήρα γειτό­νισσά της πήγαινε κι αυτή στο θέρος. Τα τρία άλλα μικρά παιδιά που πήγαιναν στο σχολειό, έτρωγαν ό,τι ετοίμαζε από βραδύς η μάνα κι η μεγάλη κόρη φρόντιζε τα δυο αγοράκια μικρά αδέρφιά της. Είχε την έγνοια και των άλλων παιδιών της η έρημη μάνα, αλλά όχι και τόσο, όσο είχε για το εννιαμηνήτικο αβάπτιστο κοριτσάκι της που το νοιαζόταν κάθε τόσο, έστω κι αν δεν κλαψούριζε. Το ’χε βάλει από το πρωί στον ίσκιο της πιο μεγάλης πέτρας και κάθε φορά που πήγαινε να πιεί νερό από τη στάμνα, το ’βαζε στον δροσερό ίσκιο της ίδιας πέτρας. 
Καταμεσήμερο της μέρας που πήγε να πιεί νερό ο πατέρας με τη σειρά του, είδε το μωράκι μαυρισμένο με αφρούς στο στόμα. Έριξε φωνή στη γυναίκα του. Φώναζαν δυνατά για βοήθεια, έκανε σινιάλο με τ’ άσπρο μαντήλι η μάνα, για να την ’δουν και ν’ ακού­σει ο Νικόλας και η Φωτεινή που θέριζαν παράμερα. 
Δεν είδαν το σινιάλο, ούτε και άκουσαν τις φωνές τους. Είχαν κι εκείνοι τα σικλέτια τους, θέριζαν σβέλτα και σκυφτοί. 
Γονατιστή η μάνα, παρακαλούσε τον Θεό, έκανε προσευχές και τάματα στον προφήτη Ηλία και στην Παναγιά Τσαμπίκα, να σώσουν το μωράκι. Το ίδιο έκανε κι ο πατέρας που με δάκρυα παρακαλούσε τον Χριστό και τον Ταξιάρχη. 
Έκλαιγαν και χτυπιόνταν απαρηγόρητοι που πέθαινε το παιδί τους και θα πήγαινε στον άλλο κόσμο κακοθάνατο, γιατί ήτανε αβάπτιστο. 
Ξαναφώναζε στον Νικόλα, σφύριζε, κουνούσε τα χέρια, μπας και τον έβλεπε και τον άκουε τυχαία κάποιος άλλος από τους τόσους που ήταν πιο μακριά, για να τρέξουν για βοήθεια και να κάμει αεροβάπτισμα στο ετοιμοθάνατο μωράκι. 
«Χριστέ μου, βοήθα μας! Χριστέ μου, βάλε το χεράκι σου, κάμε, το θάμα σου». Σκέφτηκε στην απόγνωσή του, να πάρει τρέχοντας το παιδάκι στον αμέριμνο Νικόλα για να το βαπτίσει έστω και μισοπεθαμένο, αλλά δεν πρόφθασε. 
Ένας δυνατός αγέρας, σαν ανεμοστρόβιλος, ξεσή­κωσε τα όσα σπαρτά είχαν θερίσει. Ξεπρόβαλε μέσα από τη σκόνη και τις αποκάλαμες που ήτο ακόμη ψηλά στον αγέρα, ένας ξερακιανός μελαχρινός άνθρωπος με ίσια μακριά μαλλιά και μαύρα μεγάλα γλυκά μάτια, που φορούσε άσπρο μακρύ φαρδύ χιτώνα με ζώνη πάνινη στη μέση κι ανάλαφρα απλά σανδάλια στα πόδια του. 
Είχε ήδη σηκώσει το μωράκι και του έκανε το αερο­βάπτισμα. 
Το φύσηξε τρείς φορές, το χάδεψε και το φίλησε στα μαλλιά. 
Το παιδί έκλαψε και ξανάγινε το ίδιο, όπως ήτο όλες τις άλλες μέρες, που το ’παιρναν και το ’φερναν. 
Σαστισμένος ο Τσαμπίκος από την αναπάντεχη σωτηρία της κορούλας του, γονάτισε μπρος στον άγνωστο ξένο και με πηχτά δάκρυα τον ρώτησε. «Άνθρωπέ μου, από πού ξεπρόβαλες; Δεν σ’ έχω ξανα­δεί και δεν μου μοιάζεις και για θεριστής. 
Σου χρωστούμε μεγάλη χάρη και ο Θεός να σου χαρίζει όλα της γης τα καλά». 
«Είμαι αυτός, που φώναξες. Όποιος με φωνάζει τον βρίσκω κι όποιος με αγαπά, τον αγαπώ. Είδα κι άκουσα τις κραυγές σας κι ήρθα. Είμαι πάντα κοντά στα πλά­σματα του πατέρα Θεού μου, είτε είναι Χριστιανοί, είτε όχι». 
Βρήκε ξανά τα κουράγια και τις δυνάμεις του ο
Τσα­μπίκος και με τα θολά μάτια του από τη σκόνη και τη λάμψη τ’ άγνωστου ξένου, προσπάθησε ν’ αντικρύσει τη μορφή του. Δεν έβλεπε πια άνθρωπο, παρά μόνο μια αστραφτερή αύρα γύρω από το παιδί. 
«Χριστέ και Κύριέ μου! Είσαι σύντεκνός μου; Χριστέ μου! Πες μας, ποιό όνομα έδωκες στο παιδί μας, για να το φωνάζουμε». 
«Μαγδαληνή!» είπε το Θεϊκό ασημενονεφάλωμα και χάθηκε σαν σίφουνας στον καταγάλανο ουρανό. Ήτο τόσο δυνατό το φως κι ο αγέρας της φυγής του Θεανθρώπου, που θάμπωσαν τα μάτια τους και βούιζαν τ’ αυτιά τους από τον πονοκέφαλο. 
Σηκώθηκε τρομαγμένος ο Τσαμπίκος και γονατι­στός έκανε τον σταυρό του πολλές φορές προς την ανατολή. Σταυροκοπιόταν κι η Χαριστούλα που γονα­τιστή κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά το μωράκι που τσιτσίριζε από κλάμα. Γύρισαν και οι δυο προς τον ουρανό. Έβλεπαν το πορφυρένιο νεφέλωμα στα μεσού­ρανα να ανεβαίνει στην απεραντοσύνη τ’ ουρανού, μέχρι που έγινε ένα με τον ζωηφόρο φωτοδότη ήλιο. 
Έτρεμαν σύγκορμα κι ο ίδρος δρόσιζε τα καυτά σώματά τους. 
Η μάνα βύζανε το πεινασμένο μωρό που αστρα­φτοκοπούσε το προσωπάκι του και μοσχομύριζε το άλουστο από πολλές μέρες σωματάκι του. Έμοιαζε μ’ ένα μικρό αγγελούδι μέσα σε τούτο το γιαγκίνι, που ξαναπήρε τη ζωή από τον τατά του, Χριστό. 
Τίναξε τα ρούχα του από την κόκκινη σκόνη κι έβγαλε όπως-όπως τις αποκάλαμες και τα ξερά χόρτα από τα ρούχα του. 
Η μάνα τύλιξε το μωρό στο μικρό ψωμοπάνι και σκέπασε το κεφαλάκι του με μια βρεγμένη άσπρη μικρή πετσέτα. 
Ζέψανε τα δυο γαϊδουράκια τους και ροβόλησαν για το χωριό. 
Δεν είχαν κουράγιο κι όρεξη να συνεχίσουν πια το θέρισμα. 
Η Θεϊκή παρουσία και το σώσμα του παιδιού τους ήτο αρκετά για σήμερα. Το χασομέρι θα το συμπλή­ρωναν τις άλλες μέρες. 
Παραξενεύτηκαν ο Νικόλας και η γυναίκα του Φωτεινή για το ξαφνικό φευγιό τους, αλλά δεν έδω­σαν και σημασία, γιατί είχαν κι εκείνοι τις δικές τους φούρκες. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθαινε το βράδυ στον καφενέ του Σαράντη, που σύχναζαν για καφέ ή για κανένα καραφάκι. 
Μαθεύτηκε γρήγορα στο χωριό το τι έπαθαν και το τι έζησαν ο Τσαμπίκος και η Χαριστούλα τούτο το καταμεσήμερο της μέρας στο Κουφό βουνί. Οι γυναίκες έκαναν μετάνοιες και θύμιαζαν κάνοντας τον σταυρό τους, όταν η Χαριστούλα, τους εξηγούσε με το νι και με το σίγμα το τι τους συνέβη μέρα μεση­μέρι. 
Μιλούσαν για θαύμα κι όλο το χωριό συγκλίστηκε ετούτη τη μέρα του θεριστή μήνα. Το βράδυ, στον καφενέ του Βασίλη, ο Τσαμπίκος εξιστορούσε τα γενό­μενα με παραστατικότητα και με κάθε λεπτομέρεια. 
«Πάψε Τσαμπίκο, γιατί θα σε περάσουν για κου­ζουλό» είπε ο Γιώργης, στρίβοντας τ’ αγκιστρωτό γκρίζο μουστάκι του. 
«Σου την έδωσε η κάψη. Το σημερινό γιαγκίνι νερούλιασε το κεφάλι σου κι είδες την παραίσθηση. Να πάτε να σας ’δει και κανένας γιατρός, καλού-κακού» είπε ο Στεφανής, που πάντα φρόντιζε να δείχνει, πως ήξερε πιο πολλά από τους άλλους. 
«Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει στην αυλή μου και να μην ακούσω Ανάσταση», τους είπε με παράπονο ο Τσαμπίκος. 
Μερικοί σοβαρεύτηκαν, οι μισοί μισοχαμογέλασαν κι οι άλλοι άρχισαν με σοβαρότητα την ειρωνεία. 
«Τώρα που ’χεις τον Χριστό σύντεκνο Τσαμπίκο, να του ’πεις να με βάλει στα δεξιά του παραδείσου» είπε ο χωρατατζής της παρέας, Στέλιος. 
Την αλήθεια τους έλεγε ο έρημος κι εκείνοι τον λογάριαζαν για λωλό, χωρίς να του το λένε και ξεκά­θαρα. Ως κι ο κοκκινογένης μεγαλόσωμος παπάς του χωριού, δεν τον πίστευε. Κουνούσε το κεφάλι του και χάδευε τα μακριά του γένια, όση ώρα μιλούσε ο αγράμ­ματος και φτωχός λεσπέρης. 
Το κατάλαβε ο Τσαμπίκος και σηκώθηκε φουρκι­σμένος. Στην πόρτα του καφενέ κοίταξε όλους και πιο πολύ τον παπά. 
«Την αλήθεια, σας είπα, κι όποιος δεν την πιστεύει, ας έρθει στο Κουφό βουνί να δει με τα μάτια του τα σημάδια της πατημασιάς Του και τον μεγάλο λάκκο που ανοίχτηκε την ώρα που ’φευγε σαν αστραπή στους ουρανούς». 
«Κρίμα τον φαμιλίτη άνθρωπο» είπαν σιγανά μερι­κοί. 
Πέρασε ο μήνας θεριστής, ήρθε κι έφυγε κι ο αλω­νάρης γρήγορα. 
Σαράντα πέντε κιλά πολίτικα έκαμε ετούτη τη χρο­νιά. Γέμισε όλα τα μάτια και στους τρείς πάγκους του σπιτιού κι άφησε και πολλές τσουβάλες γεμάτες μέχρι τα μπούνια στο καντούνι της καμάρας του σπιτιού του. Είχε μεγάλο περικέττι φέτος. 
Έδωσε ένα μεγάλο τσουβάλι στον σακάτη από γεν­νησιμιού του Αντώνη και δυο στη χήρα την Ελένη με τα μικρά ορφανά. Άφησε και μερικά στη μπάντα για να δίνει η Χαριστούλα στις διακονιάρες. Ήτο φτωχοί άνθρωποι, αλλά πάντα χορτάτοι και σ’ όλη τη ζωή τους γαλαντόμοι. Φέτος που η ευλογία του Θεού, ήτο παραπάνω από κάθε άλλη χρονιά, το ό,τι έδωσε, το ’δωσε με την καρδιά του. Όλοι στο χωριό ήξεραν πως ο Τσαμπίκος και η Χαριστούλα ήταν ανοιχτοχέρηδες και ό,τι έκαναν ήτο, γιατί το ένιωθαν και το πίστευαν σαν χρέος προ τον πλησίον τους. 
Τη φετινή χρονιά το ένιωθαν πιο έντονα, αφού ήταν σύντεκνοι με τον Χριστό. Δεν τους ένοιαζε, που ακόμη και θεοσεβούμενοι τους νόμιζαν με λασκαρισμένες βίδες στο μυαλό τους. 
Έμπασε και τ’ άχυρο στον μακρόστενο παλιό αχυ­ρώνα του. Έπρεπε να ’χουν κουμπάνια τον χειμώνα για τα γαϊδουράκια τους, που τους έβγαζαν παλληκάρια σ’ όλες τις δουλειές τους όλα ετούτα τα χρόνια. 
Αρχές Οκτώβρη, ο μεγαλόσωμος κοκκινογένης παπάς, βρήκε ένα απόβραδο τον Τσαμπίκο στον καφενέ. 
«Φέρε το παιδί να το βαπτίσω και να του δώσουν όνομα οι τατάδες του». 
«Είναι βαπτισμένο από τα χέρια του Χριστού. Σου το ξανάπα παπά μου, αλλά φαίνεται πως και συ δεν το πιστεύεις, όπως και οι άλλοι. Εκείνοι οι άνθρωποι, με το δίκιο τους. Εσύ όμως παπά μου, είσαι αδικαιολόγη­τος. Μην είσαι άπιστος Θωμάς. 
»Μακάριοι, είπε ο σύντεκνός μου Χριστός, αυτοί που δεν είδα και πίστεψαν». 
«Άφησε τα κηρύγματα Τσαμπίκο και φέρε το παιδί σου να το βαπτίσω στην εκκλησιά» του ’πε με αυστηρό ύφος ο παπάς. 
«Θα το φέρω παπά και το κρίμα στον λαιμό σου. Θα το δεις με τα ίδια σου τα μάτια. Μετά, βρείτε τα με τον σύντεκνό μου». 
Μια Κυριακή του Οκτώβρη, η Χαριστούλα κι ο Τσα­μπίκος πήραν το παιδί στη μεγάλη εκκλησιά του Ταξι­άρχη. Κτύπησε πολλές φορές η καμπάνα. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος, άλλοι γιατί ήτο συγγενολόι κι άλλοι από απλή και μόνο περιέργεια. 
Έπιασε απ’ τις μασχάλες το παιδί ο παπάς. Δεν μπό­ρεσε να το σηκώσει. Ξαναδοκίμασε άλλες δυο φορές, έβαλε όλη τη δύναμή του. Δεν τα κατάφερε ο μεγαλό­σωμος παπάς. Άφησε το παιδάκι στην άσπρη πάνα του. Γονάτισε, έσκυψε και σταυροκοπήθηκε πολλές φορές. «Ήμαρτον Χριστέ μου! Ήμαρτον Κύριε και Θεέ μου! Συγχώρεσε την απιστία του αμαρτωλού υπηρέτη σου». 
Σάστισαν οι πολλοί πιστοί με τα λόγια του παπά. Τρόμαξαν, όταν είδαν τον μεγάλο πολυέλαιο της εκκλησιάς να κουνιέται. 
Θύμιαζε συνέχεια ο τρομαγμένος παπάς και οι πιστοί έκαναν γονατιστοί τον σταυρό τους. Είδαν με τα μάτια τους τα Θεϊκά σημάδια. «Είχε δίκιο ο άνθρωπος! κι εμείς τον αποπήραμε για σαλταρισμένο» ψιθύρισαν μερικοί. 
«Θαύμα χριστιανοί! Ο Θεός σήμερα μας έδειξε ολο­φάνερα τα σημάδια της αλήθειας. Είχε δίκιο ο Τσαμπί­κος! Είδε κι ένιωσε τη μορφή του Θεανθρώπου, γιατί πίστεψε και πιστεύει από τα κατάβαθα της ψυχής του στη δύναμη του Ιησού. Όταν έχεις πίστη, ως κόκκο σινάπεως, μπορείς να μετακινήσεις ένα βουνό και μπο­ρείς να νιώσεις τη χάρη του Κυρίου μας», είπε ο παπάς. 
«Μεταλαβαίνει η δούλη του Θεού Μαγδαληνή εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­ματος», είπε με κατάνυξη ο παπάς. 
«Ό,τι αγαπάς, το θυμάσαι» είπε ο Στεφανής, για να δείξει πως κάτι παραπάνω ήξερε από τους άλλους. 
Κυλούσαν ασταμάτητα τα χρόνια στις ράγες του χρόνου. Όλα για τον Τσαμπίκο ερχόταν βολικά από τότε. Ο κάθε χρόνος ήτο καλύτερος από τον άλλο. Μεγάλωσε, σπούδασε και πάντρεψε τα παιδιά του, χωρίς καν να ζοριστεί. 
«Χώμα αγγίζει και χρυσάφι γίνεται» έλεγαν οι συγ­χωριανοί και είχαν δίκιο οι άνθρωποι, γιατί κέρδισε πολλές φορές μεγάλα ποσά στα κρατικά λαχεία και, όταν άνοιγε βλετρό στο μεγάλο κτήμα που αγόρασε, βρήκε ένα πιθάρι με λίρες, πεντόλιρα και φλουριά. 
Έκτισε στο σημείο που ’δε τον Χριστό μεγάλο μονα­στήρι της ¨Μεταμόρφωσης του Σωτήρα¨ και πάντρεψε δυο ολάρφανες. 
Πλήρωσε και με το παραπάνω τον Καντή για τα δέκα κυβικά ξύλα της ελιάς και της κουμαριάς που του ’φερε και στοίβαξε στον τοίχο της αυλής του μεγάλου κήπου, απέναντι στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε τον σκοπό και τους λόγους του. 
Δεν έδωσε ποτέ δανεικά σε κανένα, γιατί πίστευε, πως όταν δίνεις χρήματα κάνεις αχάριστους κι όταν δανείζεις κάνεις οχτρούς και δεν ήθελε να του συμβεί κάτι τέτοιο. 
Έκανε όμως αυτό που έπρεπε, χωρίς να φαίνεται. Δεν ήθελε να του χρωστούν χάρη και να νιώθουν υπο­χρεωμένοι οι άνθρωποι. 
Άφησε κρυφά στην πόρτα της φτωχής χήρας ένα πουγκί με πολλά φράγκα για να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του γιου της που σπούδαζε γιατρός στην Αθήνα. Κάθε χρόνο άφηνε κρυφά το πουγκί και κάθε φορά αρνιόταν στη χήρα, ότι το ’καμε. 
Δεν ήθελε να του χρωστά ευγνωμοσύνη η χαροκα­μένη χήρα, ούτε του άρεσε να κάμιει, μα ούτε και να δέχεται τεμενάδες. 
Ήξερε ποιοί είχαν ανάγκη στο χωριό, αλλά δεν ήθελε να του χρωστούν καμιά χάρη για ό,τι έδινε. Ρώταγε κάθε μέρα κι όλες τις μέρες, μόλις του ’λεγαν το καλημέρα του Θεού, αν είχαν δουλειά, ο Νικόλας, ο Κωσταντής, ο Μανιός, ο Αντώνης και οι τόσοι άλλοι φτωχοί μεροκαματιάρηδες του χωριού. 
Έβαζε το πρωί τον έναν να μεταφέρει τα ξύλα από τον έναν τοίχο στον άλλο και το βράδυ έλεγε στον και­νούργιο εργάτη να τα πάρει απέναντι. Το ίδιο γινόταν κάθε μέρα. Οι άνθρωποι είχαν το μεροκάματό τους και ο ίδιος ένιωθε χαρά, που έδινε δουλειά σ’ αυτούς που ’θελαν να δουλέψουν. 

Πλήρωνε και με το παραπάνω κι η Χαριστούλα τρά­ταιρνε τους ανθρώπους που δούλευαν. Της είχε εξηγή­σει ο άντρας της για πιο λόγο το έκανε κι έπαψε την γκρίνια. Έδιωξε τη στενοχώρια από την ψυχή της που ’νιωθε τις πρώτες μέρες με τα καμώματα του άντρα της. 
«Ο σύντεκνός μας, ευλόγησε την εργασία και ξήρανε τη συκιά που δεν έκαμιε καρπούς. Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως τον επιούσιο κι όποιος δουλεύει, κερδίζει τη ζωή» έλεγε στα κηρύγ­ματά του τότε που ’ρθε στη γη για να σώσει το γένος των ανθρώπων. 
Δεν συμπαθούσε τον γρουσούζη και τον κάθε ακα­μάτη, γιατί δεν έκαναν ούτε την ελάχιστη προσπάθεια ν’ αλλάξουν τη ζωή τους. Έμαθαν να επιβιώνουν με δανεικά και ανεμόστρεφα και γιατί ακόμη ένιωθαν ευτυχισμένοι μες στην κακομοιριά τους. 
«Γρουσούζης κι ακαμάτης, ψυχοπόνεση δεν θέλουν», είπε στη γειτόνισσά του Χρουσαφίνα μια μέρα που κουβέντιαζαν. 
Έζησε τίμια και με αξιοπρέπεια ο Τσαμπίκος το φωτεινό μικρό διάλειμμα της ζωής. Χάρηκε τις χαρές των παιδιών του και των πολλών εγγονιών και των δισέγγονών του Έκαμε τα χρέη του για τα παιδιά του και για την κοινωνία. Εφάρμοσε με ευλάβεια τις Θεϊκές εντολές και σεβάστηκε τους γραπτούς κι άγραφτους αναλλοίωτους ηθικούς νόμους. Έζησε σαν καλός χρι­στιανός και σαν καλός άνθρωπος μες στο ανθρώπινο σμάρι. Τίμησε σε όλη τη ζωή του τον τίτλο του σύντε­κνου του Χριστού, όπως τον έλεγαν μικροί και μεγάλοι στο όμορφο χωριό, τον Αρχάγγελο. 
Ήρθε κάποτε το τέλος της ζωής. Η όμορφη ψιλο­μελαχρινή με τ’ αμυγδαλωτά υγρά μάτια Μαγδα­ληνή, δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει στη ζωή. Σε άλλους μπόρεσε σαν γιατρός να κάμει θαύματα, στον πατέρα της δεν το πέτυχε. Είχε θείο χάρισμα από τον νονό Χριστό να κάνει πάντα το ακατόρθωτο κατορθωτό μες στο χειρουργείο, ως καρδιοχειρουρ­γός. Ο ψυχοβγάλτης άγγελος του πήρε την ψυχή και τον οδήγησε μέσα από ένα ολοφώτεινο αμέτρητο αόρατο τούνελ, από την ψεύτικη προσωρινή ζωή στην αληθινή αιωνιότητα στο αχανές πολυδιάστατο υπερ­πέραν. 
«Ταξάρκη μου, ξέρεις το που ’μαι σύντεκνος με τον Χριστό; Άμα δεν το ξέρεις, μάθε το. Να με πάρεις σίξα σ’ εκείνον να τον ’δω και να με ’δει». 
«Όσα είπες τα μισοκατάλαβα, αλλά το σίξα καθό­λου». 
«Ε! κακόμε Ταξάρκη και σ’ έχει κι ο Θιός Αρκάγκελο. Σίξα θα ’πει κατ’ ευθεία, ντουγρού. Τόσα χρόνια στο χωργκό μας και εν έμαθες τη γλώσσα μας». 
Δεν έβγαλε απολογιά ο άγγελος του Κυρίου. Ήξερε τι έπρεπε να κάμει. Χιλιάδες αιώνες έκανε τούτο το δρομολόγιο μ’ εντολή του Άπλαστου Πλάστη και δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά. 
«Τι ’ναι αυτή η μεγάλη πόρτα και ποιός είναι αυτός με τα λίγια μαλλγκιά και τα πολλά μακριά γένια;» ρώτησε σαστισμένος και περίεργος ο πεθαμένος Τσα­μπίκος. 
«Είναι ο άγιος Πέτρος, ο μαθητής του Κυρίου» του ψιθύρισε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο Ταξιάρχης. 
«Ο Πέτρος είπες; Αυτός που αρνήστηκε τρεις βολές από φόβο τον δάσκαλό του πριν κράξει ο πετεινός, όταν τον ρωτήξασιν οι Οβριοί; Τον έβαλε και μπρο­στάρη στην πόρτα του παράδεισου ο σύντεκνός μου; Στη γη, δεν παίρνουν καμιά υπεύθυνη θέση οι προ­δότες. Μια βολά προδότης, σ’ ούλη τη ζωή προδό­της. Στον παράδεισο από την πρώτη κιόλας στιγμή τα βλέπω αλλιώτικα και δεν μου ρέσκουν. Άδικα σου τα λω Ταξάρκη μου. Δεν σου πέφτει και λόγος. Θα τα ’πω στον σύντεκνό μου και βιάσου να με πάρεις το γληγορότερο. 
»Όμορφος είναι ο παράδεισος Ταξάρκη μου. Ό,τι σκεφτεί ο νους σου κι ό,τι θέλει η ψυχή σου τα βρίσκεις μπόλικα, χωρίς και να ζοριστείς. Σ’ αυτό τον κήπο της Εδέμ, έζησαν ο Αδάμ με την Εύα, μέχρι που ο Θιός τους έδιωξε κακήν κακώς, γιατί ο πρωτόπλαστος έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό που η Εύα πρώτη δάγκωσε. Την ξεγέλασε ο καταραμένος όφις, είπε. »Παράκου­σαν τις εντολές του Πλάστη τους, αμάρτησαν από τα πρώτα αχνάρια της ζωής τους, έφεραν την καταστροφή στη γη και στους απογόνους τους κι άφησαν το προπα­τορικό αμάρτημα στο ανθρώπινο γένος. Καλά το λέσι οι άνθρωποι, πως αμαρτίες γονιών παιδεύουσιν τέκνα. 
Έφαγαν εκείνοι το μήλο κι ήβραμε εμείς οι κακόμοιτσοι τον μπελά μας. 
»Ευτυχώς που κατέβηκε στη γη ο σύντεκνός μου και μας έσωσε με τη σταύρωση και την ανάστασή Του από την αμαρτία». 
Στον δρόμο για τον Χριστό, ο Τσαμπίκος είδε από μακριά μια όμορφη γλυκιά γυναίκα. Καθόταν σε ψηλό θρόνο στα ολόλευκα ντυμένη και μια ευωδία από Θεϊκά μεθυστικά αρώματα έβγαινε από παντού. 
«Είδα Ταξάρκκη μου την Πανάγια. Πάρε με να τη ’δω και να την προσκυνήσω. Σου το ζητώ σαν χάρη. Κάμε το θέλημά μου». 
Δεν έκαμε ο Αρχάγγελος το χατίρι του Τσαμπίκου. Τον πήγε σίξα σ’ άλλο τόπο, όπου, από ένα ασημονεφά­λωμα με πύρινη λάμψη που σκόρπιζε πορφυρένιες και πολύχρωμες γιγάντιες αχτίδες, ξεπρόβαλε ο όμορφος μελαχρινός νεανίας, όπως εκείνη τη μέρα στο γιαγκίνι του θεριστή μήνα, στο Κουφό βουνί. 
«Σύντεκνε η βαπτιστικιά σου παντρεύτηκε κι έκαμε δυο παιδιά. Έβαλε και στα δυο παιδιά της τ’ όνομά Σου. Τον γιο τον έβγαλε Χρίστο και την κόρη της, Χριστίνα». 
Χάθηκε η μορφή του νεανία μες το ολόλαμπρο νεφέλωμα κι ο άγγελος φύλακας πήρε τον Τσαμπίκο με εντολή του Κυρίου σε τόπο χλοερό, με εντολή, ό,τι βλέπει κι ό,τι ακούει να μη μιλά και να μη νοιάζεται, γιατί θα ’χανε τον παραδεισένιο τόπο. 
Πανέμορφο το μέρος που τον άφησε ο άγγελος. Απέραντο, το πυκνό με τα πελώρια δέντρα δάσος. Τ’ απέναντι κακοτράχαλα ψηλά βουνά, που φάνταζαν σαν νησάκια μες την καυτή αχανή έρημο, έμοιαζαν με την κόλαση. 
Πέρασε ο πρώτος μήνας, ήρθε κι ο δεύτερος και τόσοι άλλοι. 
Η ψυχή του Τσαμπίκου ζούσε μες την νιρβάνα του παραδείσου, ώσπου μια μέρα ξεπρόβαλε ένας φούρ­νος και μια γυναίκα που φούρνιζε κι έβγαζε συνέχεια χάσικα και σιταρένια ψωμιά. 
Δούλευε μέρα και νύχτα ντυμένη με μαύρα χοντρά ρούχα μες το γιαγκίνι της ερήμου. Στοίβαζε σε ντάνες τα φρεσκοψημένα ψωμιά, αγκομαχούσε, αναστέναζε και ολοένα φώναζε: «΄Αχου μυρωδιά το ψωμάκι!» Το ’πε μια φορά, το ξανάλεγε χίλιες και τόσες φορές με πικρό παράπονο κάθε λεπτό της ώρας. 
Την άκουε ο έρημος ο Τσαμπίκος, αλλά δεν μιλούσε, γιατί είχε εντολή από τον άγγελο φύλακα να μην τον κόπτει για ό,τι άκουε και για ό,τι έβλεπε. Πήρε τόσες μέρες ιώβειο υπομονή, ώσπου η ταραχή του τον κρί­παρε: «Κόψε ένα κουλούρι μαρέ γεναίκα μου και στα­μάτα την γκρίνια. Βαρέθηκα να σ’ εκώ να λες τα ίγκια και τα ίγκια ούλες τις μέρες του Θεού». 
Ξεπρόβαλε ο φύλακας άγγελος. Τον πήρε σ’ άλλο μέρος που και κι αυτό συνόρευε με την πύρινη έρημο. 
Στ’ απέραντο δάσος με τα μπόλικα πολύχρωμα λογής- λογής λουλούδια κι ανθισμένα δέντρα, ήτο στοιβαγ­μένοι πελώριοι ίσιοι κορμοί δέντρων. 
Μια μέρα μετά από πολύ καιρό, ένα γεροντάκι ξερακιανό και αδύναμο προσπαθούσε να σηκώσει τους πολλούς κορμούς που είχε δέσει με το χοντρό σκοινί. Τον έβλεπε, τον ξανάβλεπε όλες τις μέρες, χωρίς να βγάλει τσιμουδιά. Εκείνος προσπαθούσε και πολλές φορές παράπεφτε. Οι ίδροι ήτο κόμποι-κόμποι και δεν πρόφθανε να σκουπίσει το βρώμικο ρυτιδωμένο σαν μπαγιάτικη σταφίδα πρόσωπό του. 
Έπαιρνε υπομονή, αλλά χολομανούσε να βλέπει την τυραννία τ’ ανήμπορου γέρου. Ξέσπασε ένα πρωινό με δυνατές φωνές. 
«Πρε άνθρωπε, εσύ ένε μπορείς να συγκαλαμιστείς στα πόδια σου και εν’ έχεις δύναμη να σηκώσεις ένα ξερό κλαδί κι έδεσες δέκα κορμούς και δέρνεσαι μέρες και νύχτες να τους τραβήξεις;  
Πού καλομαρίζεσαι και κορντώνεις; Ούτε κι ο Ηρα­κλής δεν θα μπόργκε να τον κουνίσει τέκκιο σωρό κι εσύ που ένε μπορείς να σπάσεις ραγισμένο αβγκό, θέλεις να σηκώσεις δέκα πευκάρες;». 
Ξαναφάνηκε ο άγγελος. «Χολόσκασα, κρίπαρα να τον εβλέπω να τυραννιέται. Πάρε με αλλού που να μην ε βλέπω τέκκοια παράδικα». 
Στο καινούριο μέρος, πέρασε αρκετός χρόνος χωρίς ν’ ακούσει και να ’δει κάτι παράξενο. Νόμισε πια ο Τσα­μπίκος, πως βρήκε την ησυχία του. 
Δεν άργησε να φανεί ο ασπρουλιάρης νεαρός που ’χε στους ώμους του ένα πολύ μακρύ κοντάρι, που ’μοι­αζε με την τέμπλα που είχε στην προηγούμενη ζωή του για τις ελιές. 
Το ψηλό μακρύ στενό σοκάκι εμπόδιζε τον νεαρό να μπει, γιατί η τέμπλα κτυπούσε στους τοίχους και τον έφερνε ξανά πίσω. Πάσχιζε πολλές μέρες κι εβδομάδες να περάσει προς τα μέσα. Πότε-πότε προσπαθούσε μαλακά και τις πιο πολλές φορές έπαιρνε φόρα, αλλά η τέμπλα κτυπούσε στη δίμετρη πόρτα του σοκακιού και τον έριχνε στις μεγάλες βαθιές λακκούβες. 
Έπνιγε μέσα του την οργή και τον θυμό του, έκανε πως δεν έβλεπε και δεν τον ένοιαζε, αλλά η ταραχή τον έπρηζε και τον έπνιγε. Δεν άντεξε. Έπρεπε να μιλήσει για να μη χολοσκάσει. 
«Πρε χρισκιανέ μου, τυραννιέσαι να μπεις με την τέμπλα κι ένε μπαίνεις. Ε σου κόβγκει πρε άνθρωπε, να την γυρίσεις αλλιώς;». 
Δεν πρόφθασε να ’πει τα όσα ήθελε για να φύγει το κάχρι από μέσα του. Φάνηκε ο άγγελος του Κυρίου. 
«Δεν σου ’πα να μη νοιάζεσαι και να μη μιλάς;». 
«Ένε μπορώ άγγελέ μου. Τη μια η γεναίκα με τα ψωμιά, την άλλη ο γέρος με τους κομμένους κορμούς, τώρα ο νέος με την τέμπλα, μου ’χουν σπάσει τα νεύρα μου. Μ’ έφεραν σε νευρική κρίση, κόντεψα να σκάσω από το κακό μου σήμερα». 
«Έχουν τον λόγο τους που τυραννιούνται οι κολα­σμένοι. Ποτέ τους δεν έπραξαν τις εντολές του Δημι­ουργού. Αδίκησαν στη γη τους ανθρώπους, έκλεψαν τον βιος των φτωχών, σκότωσαν και λήστεψαν για να γεμίσουν τα πουγκιά τους με χρυσάφι και να κάμουν περιουσίες. Τα σάβανά τους όμως, δεν είχε τσέπες». 
Τον πήρε για σιγουριά στον τόπο του Θεού. Δεν έβλεπε και δεν άκουε, ηρέμησε και γαλήνεψε η ψυχή του. Έμεινε κοντά στον Άπλαστο Πλάστη, χωρίς να βγάλει άχνα. Ήθελε όμως να μιλά, αλλά ο Θεός, δεν του το επέτρεπε. Πέρασε κάμποσος χρόνος. Μια μέρα που ’χε στη γη τα γενέθλιά του, είπε φοβισμένος: 
«Θεέ μου, κοντεύω να σκάσω. Πάρε με κάπου αλλού να μπορώ να μιλώ. Πλάνταξα με τη βουβαμάρα. Μπα­ΐλντισα. Πάρε με και στην κόλαση, αρκεί να ’χω κάποιο να μιλώ. Εκεί θα βρω εμπόρους, δημάρχους, βουλευτές, υπουργούς, πρωθυπουργούς, δικηγόρους, γιατρούς, μερικούς καλόγερους, διάκους, παπάδες, πρωτοσύ­γκελους, δεσποτάδες κι επιτρόπους, γιατί τον πρώτο χρόνο ο επίτροπος φοβάται τον άγιο, τον δεύτερο χρόνο ο άγιος φοβάται τον επίτροπο». 
Δεν πήρε ο Τσαμπίκος απόκριση από τον Πανάγαθο Πλάστη. 
Τη μόνιμη νιρβάνα του παραδείσου τάραξε η προ­σέλευση των πολιτικών. Πρώτος μπήκε ο γέρος της Δημοκρατίας με το μαύρο κουστούμι και τ’ άσπρο μαντηλάκι στο τσεπάκι του σακακιού και το ρεπού­μπλικό του. Ήτο αγέρωχος ετούτος ο ηγέτης κι ο Τσα­μπίκος τον χειροκρότησε. Ακολούθησε ο Καραμανλής με το γαλλικό του ντύσιμο και τα παχιά μακριά φρύδια. Μπούκαρε κι ο Αντρέας με το ζιβάγκο. Κάτι είπαν στον Παντοκράτορα, κάτι τους είπε κι έφυγαν. Ήρθε και ο Παπαδόπουλος με κουστωδία. Κάτι ακαταλαβίστικα είπε, χαιρέτησε στρατιωτικά και τον πήρε αμέσως κι άναυλα η συνοδεία των αγγέλων. 
«Θεέ μου συγχώρησε την περιέργειά μου. Σ’ όλους σηκώθηκες και τους υποδέχθηκες με ταπεινοσύνη. Στον Παπαδόπουλο δεν κουνήθηκες, ούτε ρούπι από τον θρόνο Σου». 
«Άνθρωπέ μου, αν έκανα το λάθος να σηκωθώ και κάθιζε στον θρόνο μου ο συνωμότης χουντικός συνταγματάρχης, όλες οι στρατιές των αγγέλων, δεν θα μπορούσαν να τον βγάλουν». 
Περνούσε ζωή χαρισάμενη κοντά στον Θεό. Το μοναδικό και το μόνιμο κουσούρι ήτο η απόλυτη νεκρική σιωπή. Ήθελε να ρωτήσει για πολλά που δεν πρόφθασε στη γη και για τόσα άλλα που ρώτησε και δεν τον ικανοποίησαν οι απαντήσεις που πήρε από τους γραμματισμένους, τους θεολόγους και τους παπάδες. 
Κάθε φορά που τολμούσε, έδενε η γλώσσα του κόμπο και δεν έβγαινε η φωνή του. Το ανέβαλε κάθε φορά, γιατί ήξερε πως ο Πάνσοφος και Καρδιογνώστης Θεός θα του το επέτρεπε, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου. Στην αιωνιότητα ο χρόνος είναι αλλιώ­τικος από της γης. Το ένα δευτερόλεπτο είναι πολλά εκατομμύρια χρόνια και κάθε αιώνας του γαλαξία μας είναι ένα τίποτα. Ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από το δικό μας φως. 
Μια μέρα ρώτησε τον Θεό. «Δείξε μου Άπλαστε Πλάστη το άστρο της γης και το φεγγάρι». 
«Η γη είναι ένα μικρό άστρο μέσα στον γαλαξία. Υπάρχουν άστρα που κάποτε είχαν ζωή και έχει άλλα που θα την έχουν μετά. Γίγαντες άστρα γίνονται νάνοι και νάνοι γίνονται ξανά γίγαντες. Κάθε μέρα γεννιού­νται ήλιοι και κάθε μέρα πολλοί κι αμέτρητοι ήλιοι γίνονται σκοτεινή ψυχρή σκόνη. 
Παντού υπάρχει ζωή, αλλά, όχι όπως τη φαντάζε­στε. Κάποτε θα μπορέσετε τα πλάσματα της γης να ψάξετε τα κοντινά σας άστρα, αλλά θα σας προφθά­σουν άλλα όντα διαφορετικά στο σώμα και τη νόηση». 
Οι απαντήσεις του Δημιουργού χόρτασαν την αχόρταστη ψυχή του. Έμαθε επιτέλους τη γέννηση και τον θάνατο των γαλαξιών, κατάλαβε το μεγαλείο της κοσμογονίας. 
«Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά όλα τα έργα σου στους εφτά ουρανούς και στ’ αχανές σύμπαν του κόσμου των γαλαξιών που δεν έχουν αρχή και τέλος» σιγανομουρμούρισε ο Τσαμπίκος. 
Βυθισμένος στη μακαριότητα του παραδείσου, ταράχτηκε από τα λόγια που άκουσε από κάποιο που ζήτησε ακρόαση από τον Ύψιστο: «Θεέ μου! Πέθανε ο κουμπάρος του κουμπάρου της κουμπάρας μου. Πέφτει μερτικό στα παιδιά των εγγονιών μου;». 
«Θεέ μου! Αν ήμουνα Θεός, τέτοιους ανθρώπους με τέτοια λόγια, με τέτοιες πονηρές κι αχόρταγες σκέψεις, θα τους έκανα λιώμα, μια ψυχρή σκοτεινή ύλη απόμα­κρη από τους γαλαξίες». 
Βαρέθηκε ο Τσαμπίκος τη νιρβάνα του παραδείσου, τη σιωπή και τη βουβαμάρα. Ήθελε να φύγει από τον παράδεισο, αλλά δεν ήθελε και την κόλαση. Πεθυ­μούσε ένα δικό του παράδεισο. «Σύντεκνε Χριστέ, θέλω μια χάρη. Θέλω ένα ξεχω­ριστό δικό μου παράδεισο με όλους τους Αρχαγγελίτες που πέθαναν πριν από μένα και μ’ όσους θα πεθάνουν από τώρα και μετά. Στον τόπο μας μπορεί να βγά­ζουμε τα μάτια μας, αλλά σ’ άγνωστο μέρος είμαστε μονιασμένοι». 
Δεν χάλασε το χατίρι του σύντεκνου ο Θεάνθρωπος Ιησούς. 
Έζησε ο Τσαμπίκος με όλους τους Αρχαγγελίτες στον δικό τους παράδεισο. Από τότε οι άνθρωποι σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής που πρέπει να ρισκάρουν πολλά κι όταν παίζουν τάβλι και κτυπούν το πούλι του αντιπάλου με αβέβαιο αποτέλεσμα, λένε χαριτολογώντας: «Εγώ θα κτυπήσω κι ας πάει η ψυχή μου με τους Αρχαγγελίτες». 

Τις υπόλοιπες ιστορίες θα τις βρείτε στο βιβλίο «ΑΡΧΑΓΓΕΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» του ΣΤΕΡΓΟΥ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ

Έτος έκδοσης 2014
Συγγραφέας ΣΤΕΡΓΟΣ Α. ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΣ
ISBN 13: 978-960-93-6325-6
ISBN 10: 960-93632-6-1
Έκδοση: ΠΑΝΕΚΤΥΠΟΝ

Παρακάτω θα διαβάσετε την ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ των ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ που χρησιμοποιεί ο αγκράφες στο καταπληκτικό βιβλίο του… 

Α 
Αβκό = αβγό 
Αγγειά = πήλινο αγγεία 
Αγκρίζω = ερεθίζω 
Αγκρέμος = γκρεμός 
Αγκάττενο = αγκάθινο 
Αγκειάζω = αδειάζω 
Αθρούμπα = θάμνος θυμα­ριού 
Ακράνης = κολλητός φίλος 
Αλατικό = πήλινο δοχείο για αλάτι 
Αλάφκια = ελάφια 
Αλγκιά = αγελάδα 
Αλήκκια = αλήθεια 
Ανεράδα = νεράιδα 
Απίγκια = απίδια-αχλάδια 
Απόκάλαμη = κορμός από ξερά σπαρτά 
Αρκές = αρχές 
Ασκινός = σκίνος 
Αστιβή = θάμνος αγκαθω­τός 
Αταβνάς = αρρώστια 
Άτσα = φτέρνα 
Ατσακιένες = άθραυστες (τσακίζω με το στερητ. α) 
Αφκιά = αυτιά 
Αχρειάνα = αισχρή γυναίκα 

Β 
Βαλανιά = βελανιδιά 
Βαλάνια = βελανίδια 
Βαρταλαλώ = μιλώ συνέ­χεια 
Βασταός = σύνορο κτήμα­τος 
Βγκαίνω = βγαίνω 
Βγκιάλω = βγάλω - βγάζω 
Βερντέγκερι = πολύ αργά 
Βιτίνα = πήλινο δοχείο 
Βλετρός = πηγάδι 
Βοθήσω = βοηθήσω 
Βολά = φορά 
Βούργια = ταγάρι 
Βούση = έγνοια 234 235 
Βουστέρνια = μικρά τεμάχια γης ανάμεσα σε πέτρες 
Βρεντίκια = εύρετρα 
Βρυσικό = νερό από τη βρύση 

Γ 
Γεναίκα = γυναίκα 
Γιαγκίνι = πυράδα ήλιου- φωτιά 
Γιαμιάς = αμέσως 
Γιαράς = πληγή 
Γιαρένης = αυτός που φιλο­ξενείται. 
Γιουρούκης = απολίτιστος 
Γιουσλούκια = τούρκικα χρυσά νομίσματα 
Γιοτίζω = ταιριάζω 
Γκαλείς = εγκαλείς- δικάζεις 
Γκιάλος = διάβολος 
Γκιαλόφτης = αυτός που έχει αυτιά διαβόλου 
Γκάλλος = κάλλος 

Δ 
Δήμαρκος = δήμαρχος 
Δίχκυα = δίχτυα 
Δόγκια = δόντια 
Δουλγκειά = δουλειά 
Δρουμί = μικρή ποσότητα θερισμένων σταχυών. 

Ε 
Εβώ = εγώ 
Εγντικούμαι = εκδικούμαι 
Έλι-πέττι = ίσως, μπορεί 
Εν = (δ) εν 
Ένε = δεν 
Έργκα = έργα 
Εφόργκε = φορούσε 
Εφούστον = εφοβόσταν 

Ζ 
Ζα = ζώα 
Ζαβάλης = ταλαίπωρος- δυστυχισμένος 
Ζαναπέττης = δύστροπος 
Ζουρνώ = φεύγω απότομα 

Η 
Ήλγκιος = ήλιος 

Θ 
Θιός = Θεός 

Ι 
Ίγκια = ίδια 

Κ 
Καινούργκο = καινούριο 
Κακόμε = καημένε 
Κακόμοιτσος = κακόμοιρος 
Κακομούσουρος = αυτός που έχει κακό παρουσια­στικό 
Κακομούτσουνος = αυτός που έχει άσχημη μούρη 
Κακοστράτης = αυτός που περπατά σε κακή στράτα 
Καλομαρίζουμαι = έχω διά­θεση για κάτι 
Καννίρα = αυτή που αλλη­θωρίζει 
Καντής = Κωνσταντής 
Καπνιστήρα = θυμιαστήρα 
Καράλους = καραβόλους 
Καργκιά = καρδιά 
Κατσιρμάς = δραπέτης 
Κατσιρντώ = δραπετεύω 
Καφίζι = δοχείο μέτρησης σιταριού-δημητριακών 
Καφκιούμαι = καυχιέμαι 
Κάχρι = καημός 
Κάψη = ζέστη 
Κεβεζές = μεταλλικό δοχείο που ψήνεται ο καφές 
Κεπούλα = μεγάλος χωράφι 
Κεπούλι = κτήμα με πορτο­καλιές- μανταρινιές 
Κιουμές = κρύπτη 
Κλαφτίρι = μαχαίρι ημι­στρόγγυλο 
Κναστός = ώριμος 
Κόβγκιω = κόβω 
Κομματσούλλι = κομμάτι 
Κουνέτα = ρείθρο δρόμου 
Κουννί = λιγοστό κομμάτι 
Κορντώνω = κορδώνω 
Κοσάρα = τούρκικο νόμι­σμα μικρής αξίας 
Κουζί = μικρό πήλινο δοχείο 
Κουνάρι = πολύ ξύλο 
Κουντραπάντικα = παρά­νομα 
Κουτσουνούρης = κουτσός με ουρά (διάβολος 
Κρεπάρω = σπω- εκρήγνυ­μαι 
Κριάς = κρέας 
Κριατάκι = μικρό κομμάτι κρέατος 

Λ 
Λαλουρίζω = φέγγω με άπλετο φως- φεγγοβολώ 
Λακερντί = κουβέντα 
Λαμένω = περιμένω με καρ­τερία 
Λαμπριάτης = ρίφι για οβε­λία 
Λεσπέρης = μικροκαλλιερ­γητής σιτηρών 
Λιβανάς = πωλητής λιβα­νιού 
Λίγια = λίγα 
Λιγιένα = δοχείο μεταλλικό. 
Λιφούσα = λεχώνα 
Λόμε = λέμε 
Λουργκά = λουριά 
Λω = λέγω 

Μ 
Μάκκια = μάτια 
Μανατσούκι = πήλινο δοχείο 
Μαλλγκιά = μαλλιά 
Μανιός = Μανόλης 
Μαρέ = μωρή 
Μανατσούκι = πήλινο δοχείο ψησίματος φαγητών 
Μαρίζουμαι = λερώνομαι 
Μαχαμούρης = ξενυχτισμέ­νος 
Μάψε = μάζεψε 
Μεγιάλος = μεγάλος 
Μελιτζιάζω = αλλοιώνω - μουχλιάζω 
Μίλγκιες = μιλούσες 
Μιτσό = μικρό 
Μουζωμένος = μαυρισμένος 
Μπαταρός = αποθήκη μες το σπίτι 
Μολύβγκια = μολύβια 
Μπόρκα = χτένισμα μαλ­λιών κεφαλιού 
Μπόργκε = μπορούσε 
Μουτσούνα = μούρη 
Μυρωγκιά = μυρωδιά 

Ν 
Ναίθωνας = η κοιλάδα με τες πορτοκαλιές 
Ναλέτης = δύστροπος 
Νάπες = περιοχή Αρχαγγέ­λου 

Ξ 
Ξεβρουλιά = θάμνος που κάνει βούρλα 
Ξέβρουλα = βούρλα 
Ξελεματικός = έρημος 
Ξελουρίζω = τραυματίζω - γδέρνω 
Ξενικκιά = ξενιτειά 
Ξερονόμη = ξερά χόρτα 
Ξεροτηγιάνιση = τηγάνισμα κρεμμυδιών 

Π 
Παιγκιά = παιδιά 
Παλγκιά = παλιά 
Πάνενος = από πανί 
Πανέστε = πηγαίνετε 
Παρντάκι = πήλινα δοχεία 
Παρταίρνω = υπερασπίζομαι 
Πατανία = κουβέρτα 
Πατίχα = καρπούζι 
Πρε = βρε 
Περικέττι = περίσσευμα - αφθονία 
Πετσωτής = υποδηματο­ποιός 
Πεύκαρος = μεγάλος πεύκος 
Πέφκος = πεύκος 
Πιστεύγκιω = πιστεύω 
Ποβγκιάλω = ξεμπερδεύω 
Πούλες = κότες 
Πουτούρι = βράκα 

Ρ 
Ραπανιασμένα = μαραμένα σαν παλιά ραπάνια 
Ρεπουμπλικο = καπέλο 
Ρημάγκια = ρημάδια 
Ριφολακάνη = πήλινη λεκάνη για το ρίφι 
Ρουζέκκια = ψάρια με χρώμα ροζ 

Σ 
Σερσέμης = ανόητος - αστα­θής 
Σίξα = κατ’ ευθεία 
Σκοπός = αγροφύλακας 
Σουνεκιασμένος = αυτός που του έγινε περιτομή 
Σκουργκιασμένος = με σκουριά 
Σουργκούνης = ρεζιλεμένος - αλήτης 
Σουράδα = πήλινο δοχείο νερού 
Σουφράνο = βολικά 
Σουφάς = καθιστικό 
Συγκαλαμίζομαι = στέκομαι όρθιος σαν καλάμι 
Συγκιρτίζουμαι = ερεθίζομαι 
Συγκλίστηκε = ταρακουνή­θηκε 
Συκλετιάζω = διοργανώνω 
Συνέρτω = συνέρθω 
Συρίμι = σβέλτα 
Συστυλώνομαι = μένω όρθιος σαν στύλος 

Τ 
Ταλαζονή = ανεμόβρεχο 
Ταξάρκης = Ταξιάρχης 
Τανώ = αγγίζω 
Τσαγκριά = άγρια φωνή 
Τσαμπουνώ = μιλώ ανοη­σίες 
Τατάς = νουνός 
Τέκκιο = τέτοιο 
Τεζγάκι = μέρος ψησίματος καφέ 
Τοκάτης = το μέρος για αδέσποτα ζώα 
Τουβά = εδώ 
Τουχεμές = οδόστρωση από πέτρες 
Τουμάρι = υποδήματα γυναικών από δέρμα 
Τραταίρνω = κερνώ 
Τριβόλγκια = τριβόλια αγκαθωτά 
Τσουβάλες = τσουβάλια 
Τσουλώνω = προφυλάσσο­μαι από τη βροχή 
Τσούστρα = (από το τσούζω) καμένη 

Φ 
Φελλάδα = πικροδάφνη 
Φελλί = μικρή φέτα ψωμιού 
Φούμαι = φοβάμαι 
Φωκκιά = φωτιά 
Φώκος = μεγάλη φωτιά 

Χ 
Χασιμιός = χαμένος 
Χέργκα = χέρια 
Χιλγκιανάθεμα = χιλιανά­θεμα 
Χιλγκιονόστιμο = χιλιονό­στιμο 
Χιοτάκι = πήλινο δοχείο για νερό 
Χρεοφειλέγκια = χρέη -οφειλές 
Χρισκιανέ = χριστιανέ 
Χολγκιώ = λυπούμαι-χολιώ 
Χολομανώ = στενοχωριέμαι 
Χολοσκώ = στενοχωριέμαι 
Χωργκό = χωριό 

Ψ 
Ψακί = δηλητήριο 
Ψακώνω = δηλητηριάζω 
Ψωμοπάνι = πανί που σκε­πάζουν τα ψωμιά

Το μήνυμα μου προς τον συγγραφέα και η απάντηση του…

Αγαπητέ Στέργο, δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω… Το θεωρώ μεγάλη τιμή το ότι μου εμπιστεύτηκες ολόκληρο το βιβλίο σου σε μορφή εγγράφου…
Αν θέλεις, μου δένεις την άδειο να προσθέσω φωτογραφίες του Αρχαγγέλου στην ανάρτηση ώστε να δέσουμε τις ιστορίες με τη ομορφιά του χωριού…
Σε ευχαριστώ και πάλι!!!

Η απάντηση: 
Αγαπητέ φίλε Ρουβήμ... σου έστειλα το βιβλίο μου τιμής ένεκεν στο μεγάλο και πλούσιο έργο που δίνεις στους Ροδίτες από το κάθε μετερίζι... σε εμπιστεύομαι απόλυτα και σου δίνω την άδεια να το επεξεργαστείς με το δικό σου τρόπο που δένεις το καθετί με όμορφα λόγια και εξαιρετικές φωτογραφίες... σ' ευχαριστώ από ψυχής....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου