Tο ιερό νησί της Πάτμου το αποκαλούν νησί της Αποκάλυψης και Ιερουσαλήμ του Αιγαίου. Μια ισχυρή, θαυμαστή ενέργεια κυκλοφορεί στα σοκάκια, αναμιγνύεται με τη μυρωδιά του πεύκου, τα θερμά και κρύα ρεύματα που σας χαϊδεύουν στις διαδρομές σ’ όλο το νησί. Διαδρομές απ’ όπου αγναντεύετε διαρκώς το πέλαγος, διακρίνετε τα άσπρα σπίτια των οικισμών, τα «καθίσματα», τις βραχονησίδες, το Καστέλλι και την Ιερή Μονή που υψώνεται επιβλητική μέσα στο στιβαρό τείχος της, πάνω από τη Χώρα, που διεκδικεί επάξια τον τίτλο μιας από τις ωραιότερες του Αιγαίου. Η ισχυρή και διάσημη σε όλο τον κόσμο Μονή του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου καθόρισε την ιστορία του τόπου και συνεχίζει να είναι πανταχού παρούσα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Στην απόλυτη σιωπή των καθαγιασμένων της χώρων, στη σπηλιά της Αποκάλυψης, στα λαξευτά βράχια της Καλικατσούς, άνθρωποι προσεύχονται και διαλογίζονται ψάχνοντας μέσα στους δαιδάλους της ψυχής απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα. Ετσι είναι κι έτσι θα παραμείνει η Πάτμος: έμπνευση και αποκάλυψη.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα από κεραμικά και λίθινα εργαλεία στην ακρόπολη στο Καστέλλι που επιβλέπει το λιμάνι της Σκάλας, μαρτυρούν ότι αυτό το τμήμα της Πάτμου είχε συνεχή κατοίκηση από την Μέση και Ύστερη εποχή του Χαλκού (2000 και 1100 π.Χ.) μέχρι τη Γεωμετρική και Αρχαϊκή εποχή. Οι οχυρώσεις του οικισμού αυτού χρονολογούνται από τον 3ο-4ο αιώνα π.Χ., με περαιτέρω ανακατασκευές κατά την ελληνιστική και την ρωμαϊκή περίοδο. Σε αυτές τις εποχές η Πάτμος βρισκόταν στην επιρροή του σπουδαίου λιμανιού της Μιλήτου που διατηρούσε σπουδαία στρατηγική θέση στους εμπορικούς δρόμους της Μεσογείου. Ήταν, δε, ιδιαίτερα χρήσιμη στου Μιλήσιους για τα ασφαλή της λιμάνια στις ανατολικές και δυτικές της ακτές. Μια επιγραφή του 2ου αιώνα π.Χ. μας αποκαλύπτει ότι η Πάτμος ήταν αρκετά μεγάλη για να συντηρεί το δικό της Γυμνάσιο με μια ομάδα λαμπαδηφόρων και αθλητών πάλης.
Στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια το νησί υποστηρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εκτόπισης πολιτικών εξορίστων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι αρχαίες χριστιανικές παραδόσεις από τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα μαρτυρούν για την εξορία του Ευαγγελιστή Ιωάννη στη Πάτμο εξαιτίας του κατηχητικού του έργου. Αυτό φαίνεται ότι έγινε γύρω στο 95 μ.Χ., τους τελευταίους χρόνους της ηγεμονίας του αυτοκράτορα Δομιτιανού. Ο ίδιος ο συγγραφέας της Αποκάλυψης, του προφητικού και αποκαλυπτικού βιβλίου της Καινής Διαθήκης, μας βεβαιώνει ότι όταν βρέθηκε στην Πάτμο πήρε την θεϊκή εντολή να καταγράψει την εμπειρία ενός οράματος που είδε και να το στείλει στις επτά χριστιανικές εκκλησίες της ρωμαιοκρατούμενης τότε Μικράς Ασίας. Μέσα από το κείμενο μαθαίνουμε ότι: «Εγώ ο Ιωάννης, ο αδελφός σας και συμμέτοχος μαζί σας στη θλίψη και στη βασιλεία και στην άσκηση της υπομονής με τη χάρη του Iησού Xριστού, εξορίστηκα στο νησί που ονομάζεται Πάτμος, επειδή κήρυττα το Λόγο του Θεού κι έδινα τη μαρτυρία μου για τον Ιησού Xριστό. Εκεί με συνεπήρε το Πνεύμα την ημέρα της Kυριακής και άκουσα πίσω μου μια φωνή δυνατή σαν της σάλπιγγας, που έλεγε: Ό,τι βλέπεις γράψε το σε βιβλίο και στείλε το στις εφτά εκκλησίες: στην Έφεσο, στη Σμύρνη, στην Πέργαμο, στη Θυάτειρα, στις Σάρδεις, στη Φιλαδέλφεια και στη Λαοδίκεια» (Ιωάννου Αποκάλυψις Α, 9-11).
Παρά τις διάφορες μελέτες των ειδικών που αναζητούν την ιστορική τεκμηρίωση της παρουσίας του Ιωάννη στο νησί, οι χριστιανικές παραδόσεις επιμένουν να τοποθετούν τον συγγραφέα της Αποκάλυψης μαζί με τον αφοσιωμένο μαθητή του Πρόχορο στο ομώνυμο σπήλαιο που σήμερα είναι ενσωματωμένο στο χαμηλότερο ανατολικό τμήμα της μονής του Ιωάννη του Θεολόγου. Ένα μεταγενέστερο απόκρυφο κείμενο καταγράφει τα μέρη του νησιού που σχετίζονται με τα γεγονότα της παραμονής του Ευαγγελιστή στη Πάτμο, τα οποία ιστόρησε ο αγιογράφος στον έξω νάρθηκα του Καθολικού της μονής. Πολλά σπαράγματα από αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικών βασιλικών που σώζονται εντοιχισμένα στο μοναστήρι, αποδεικνύουν την διάδοση του χριστιανισμού στο νησί κατά τον 4ο-6ο αιώνα. Επίσης, υπάρχει επιγραφική μαρτυρία για την ύπαρξη παλαιότερης βασιλικής στα θεμέλια της σημερινής μονής. Η Πάτμος υπέστη κατά τον 7ο -9ο αιώνα τις ολέθριες συνέπειες των πειρατικών αραβικών επιδρομών που οδήγησαν στην ερήμωση του νησιού και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων του στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του νησιού άνοιξε όταν ένας σπουδαίος ασκητής έφθασε εκεί το 1081 από το μοναστική κοινότητα του όρους Λάτρους, κοντά στη Μίλητο. Ήταν ο Όσιος Χριστόδουλος που έγινε ο κτήτορας του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, όταν ο αυτοκράτορα Αλέξιος Α΄ Κομνηνό το 1088 του παραχώρησε «δῶρον ἀναφαίρετον» ολόκληρο το νησί. Στη μονή επίσης παραχωρήθηκαν με το δωρητήριο χρυσόβουλλο οι γειτονικοί Αρκιοί, οι Λειψοί, το Παρθένιο και το Τεμένιο της Λέρου. Με τις αφορολόγητες προσόδους από την γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευσή τους, σε συνδυασμό με τα προνόμια που πήρε για την σύσταση ενός μικρού εμπορικού στόλου, η μονή συγκέντρωσε μεγάλο πλούτο και δύναμη. Για την ανοικοδόμησή της, που σταδιακά στο πέρασμα των αιώνων πήρε φρουριακή μορφή, κατέφθασαν στο έρημο τότε νησί ένα πλήθος εργατών που αρχικά κατοίκησαν στη βόρεια πλευρά του νησιού, στο ακρωτήριο Εύδηλο. Αργότερα αναζήτησαν προστασία εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών κοντά στα τείχη του μοναστηριού και συνέστησαν τον πρώτο πυρήνα του οικισμού της Χώρας. Σε αυτήν αργότερα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες ύστερα από την Άλωση της Πόλης, αλλά και Κρητικοί το 1669 όταν καταλήφθηκε ο Χάνδακας από τους Οθωμανούς. Η πολιτική των βυζαντινών αυτοκρατόρων να ενισχύουν σταθερά τη μονή, κατέστησε την Πάτμο ένα απόρθητο προκεχωρημένο φυλάκιο της αυτοκρατορίας και εξασφάλισε τον μόνιμο εποικισμό του νησιού. Η μοναχική κοινότητα από τότε μέχρι σήμερα αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των Πατμίων. Στους αιώνες που ακολούθησαν η μονή με το κύρος της εξασφάλισε αρχικά καλές σχέσεις με τους Ιωαννίτες Ιππότες που κατάλαβαν τα Δωδεκάνησα (1309), και αργότερα με τους Οθωμανούς που τους διαδέχθηκαν στην κυριαρχία στο νοτιοανατολικό Αιγαίο (1522).
Η διπλωματική ευελιξία των μοναχών εξασφάλισε προνόμια, προστασία και μεγάλα οικονομικά οφέλη σε μια περίοδο που το Αιγαίο ήταν θέατρο σκληρών συγκρούσεων και διεκδικήσεων ανάμεσα σε Τούρκους και Βενετσιάνους. Η μονή του Θεολόγου και ολόκληρο το νησί γνώρισε κατά τον 16ο και 17ο αιώνα μεγάλη ακμή εξαιτίας της αλματώδους ανάπτυξης της ναυτιλίας και του διαμετακομιστικού εμπορίου. Τότε κτίστηκαν τα μεγάλα αρχοντικά κοντά στη Χώρα και η πνευματική ζωή στο νησί μπολιάστηκε με τους Κωνσταντινοπολίτες και Κρητικούς πρόσφυγες. Η πορεία αυτή της Πάτμου ανακόπηκε βίαια με την ληστρική επιδρομή στο νησί του ναύαρχου του ενετικού στόλου Φραντσέσκο Μοροζίνι. Μια ενθύμηση από χειρόγραφο της μονής σχετική με την επίθεση των Βενετών στην Πάτμο είναι άκρως αποκαλυπτική: «...αχνθ' Ιουνίου ιη (18 Ιουνίου 1659). Ήλθεν του Βενετζάνου η αρμάδα και γιακούμησεν την Πάτινον, ημέρα σαββάτο και ήτον γενεράλης ο Φρατζέσκο Μοροζίνης ο Σγαρδέλλις και ανάθεμα τον». Τα χρόνια που ακολούθησαν στο νησί αναδείχτηκε κοινωνικά και οικονομικά η τάξη των καραβοκύρηδων, που κατά τον 17ο και 18ο αιώνα οι ναυτιλιακές και εμπορικές τους δραστηριότητες έφεραν στη Πάτμο μεγάλο πλούτο, με συνέπεια, εκτός των άλλων, να υπάρξουν μεγάλες ανακατατάξεις στην πολεοδομική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Χώρας.
Ορόσημο όμως της πνευματικής ακμής του νησιού στα χρόνια εκείνα αποτελεί η ίδρυση το 1713 της Πατμιάδας Σχολής. Ιδρυτής της ήταν ο Πατινιώτης μοναχός Μακάριος Καλογεράς που ύστερα από λαμπρές σπουδές στη Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης επέστρεψε στο νησί του. Στην αρχή στην Σχολή φοιτούσαν λίγα παιδιά από τη Πάτμο, αλλά γρήγορα άρχισαν να συρρέουν πολλοί σπουδαστές από όλο τον ελληνικό χώρο. Ο Μακάριος δίδασκε ελληνική και λατινική γλώσσα και φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική και εκκλησιαστική μουσική. Το 1720 αποφοίτησαν οι πρώτοι σπουδαστές, και ένας από αυτούς ήταν ο Ιάκωβος Πάτμιος που δίδαξε τα ελληνικά γράμματα στη Συρία και τη Παλαιστίνη και έγινε ιδρυτής της Σχολής των Ιεροσολύμων. Το 1729 το οικοδόμημα της Σχολής επεκτάθηκε για να στεγάσει τους πάνω από 200 σπουδαστές. Ο Μακάριος συγκέντρωνε πλούσιες χορηγίες από τις ισχυρές φαναριώτικες οικογένειες της Πόλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1745 κατατέθηκαν έντοκα 3.500 γρόσια για την συντήρηση των δασκάλων της Σχολής. Μετά τα δύσκολα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η σχολή επαναλειτούργησε το 1831, για να κλείσει επί Ιταλικής κατοχής. Μετά τον πόλεμο άνοιξε ξανά τις πόρτες της ως εκκλησιαστική σχολή.
Η κάτοικοι του νησιού ένθερμα υποδέχθηκαν το 1770 τον απελευθερωτικό στόλο των Ορλώφ κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, ο οποίος όμως έληξε τραγικά για τους Έλληνες όταν με την υπογραφή της συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή αποδόθηκαν ξανά τα νησιά του Αιγαίου στους Οθωμανούς. Οι Πατινιώτες πρωτοστάτησαν κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 υψώνοντας αμέσως μετά τους Σπετσιώτες τη σημαία της ελευθερίας στο νησί τους. Συμπατριώτες τους μάλιστα ήταν ο Εμμανουήλ Ξάνθος, εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, και ο απόστολος της Φιλικής Δημήτριος Θέμελης που ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση στο Αιγαίο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις όμως με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) παραχώρησαν τα Δωδεκάνησα ξανά στους Οθωμανούς, οι οποίοι όμως τον Μάιο του 1912 τα παρέδωσαν στους Ιταλούς.
Μια ξεχωριστή στιγμή ήταν η 4 Ιουνίου 1912, όταν οι αντιπρόσωποι των νησιών οργανώνουν το πανδωδεκανησιακό Συνέδριο της Πάτμου, και κηρύσσουν την αυτόνομη Πολιτεία του Αιγαίου. Όμως η «προσωρινή» παρουσία των Ιταλών στα Δωδεκάνησα με τη μυστική συνθήκη της Ιταλίας με τις δυνάμεις της Αντάντ (22 Αυγούστου 1915,) μετατράπηκε σε προσάρτηση της Δωδεκανήσου, ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της στο πλευρό της συμμαχίας. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφηκε στο Παρίσι συνθήκη ειρήνης μεταξύ των νικητών του πολέμου και της Ιταλίας, σύμφωνα με την οποία η Ιταλία εκχωρούσε στην Ελλάδα τα νησιά της Δωδεκανήσου με πλήρη κυριαρχία. Στις 9 Ιανουαρίου 1948 με τον 518 νόμο της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, η Πάτμος μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα εντάχθηκε και τυπικά μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους.
Νήσος Πάτμος
«Τήν παραμονή, λίγο μετά τά μεσάνυχτα, “ἐγενόμην ἐν τή νήσω τή καλούμενη Πάτμω”. Καθώς ἔπαιρνε νά χαράξει ἤμουν πάνω στή Χώρα. Ἡ θάλασσα, ἀκίνητη σάν τό μέταλλο, ἔδενε τά τριγυρινά νησιά. Δέν ἀνάσαινε οὔτε ἕνα φύλλο μέσα στό φῶς πού δυνάμωνε. Ἡ γαλήνη ἦταν ἕνα κέλυφος ὁλωσδιόλου ἀράγιστο. Ἔμεινα καρφωμένος ἀπό αὐτή τήν ἐπιβολή ἔπειτα ἐνίωσα πώς ψιθύριζα: “Έρχου καί βλέπε…”»
Γεώργιος Σεφέρης
Η Πάτμος, ως επίγειος παράδεισος, περιμένει τους επισκέπτες της να τους αποκαλύψει όλες τις ομορφιές που όχι μόνο η φύση της χάρισε, αλλά και μία Υπέρτατη Δύναμη που είθε να καθορίσει τη μοίρα της και τον προορισμό της.
Το νησί της Αποκαλύψεως και η Ιερουσαλήμ του Αιγαίου – όπως αποκαλείται η Πάτμος παγκοσμίως – το νησί όπου ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξόριστος έφτασε ώστε να ασκητέψει και εν συνεχεία να συγγράψει περί τα 95 μ.Χ. το ιερό Βιβλίο της Αποκαλύψεως, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς και ατμοσφαιρικούς προορισμούς, χωρίς όμως να απουσιάζει ο κοσμοπολίτικος αέρας ενός Αιγαιοπελαγίτικου νησιού και η πολιτιστική παράδοση.
Η πολυσχιδής δαντελωτή ακτογραμμή της, δέκα φορές μεγαλύτερη από της Ελλάδας σε σχέση με την έκτασή της, δημιουργεί μοναδικούς κολπίσκους και παραλίες, άλλες βοτσαλωτές, άλλες με άμμο ή με βράχια και σπηλιές που καθιστούν την Πάτμο συνάμα έναν ιδανικό προορισμό γαλήνης, ηρεμίας, γραφικότητας, μυστικισμού και αναψυχής, που αγκαλιάζει με την αύρα της τον καθε επισκέπτη.
Η μεσαιωνική πόλη της Χώρας, με το Καστρομονάστηρο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που δεσπόζει σα στέμμα στην κορυφή της, τα γραφικά και πολυδαίδαλα σοκάκια και αρχοντικά σπίτια που περιβάλλουν την Μονή, καθώς και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των οικισμών προσφέρουν στους επισκέπτες της την μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουν έναν κόσμο αλλοτινό και σύγχρονο συνάμα, που συνδυάζει την ηρεμία με το ανεπιτήδευτο κοσμοπολίτικο στοιχείο και τον πολιτισμό.
Το ελληνικό κράτος, αναγνωρίζοντας και αποδεχόμενο την ιδιαιτερότητα και την ιερή πλευρά τούτου του τόπου το 1981 ανακήρυξε με νόμο του εθνικού κοινοβουλίου την Πάτμο ως «Ιερά Νήσο», ενώ η Unesco το 1999 κατέταξε την Χώρα της Πάτμου, το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και το Σπήλαιο της Αποκαλύψεως στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς, επισημαίνοντας για άλλη μία φορά τη σπουδαιότητα και την αναλλοίωτη ομορφιά και γραφικότητα του νησιού αυτού ανά τους αιώνες. Παράλληλα η Πάτμος ανήκει στο δίκτυο COESIMA, ως ένας από τούς επτά σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος στην Ευρώπη.
Η Πάτμος είναι το νησί εκείνο που με την κατανυκτικότητά του και την αυθεντική του ομορφιά δεν αποτέλεσε πηγή εμπνευσης μόνο για τους νομπελίστες Έλληνες Ποιητές Ελύτη και Σεφέρη, αλλά και για τον γερμανό λυρικό ποιητή Friedrich Hölderlin, ο οποίος συγκλονισμένος από το φυσικό κάλλος του νησιού έγραψε:
ΠΑΤΜΟΣ – Για τον Κόμη τού Homburg
(…) Στου πελάγους την αβέβαιη πεδιάδα, αρκετοί οι ασκίαστοι δρόμοι
Μα ο θαλασσοπόρος μου γνωρίζει τα νησιά. Και καθώς άκουσα
Πως ένα από τα κοντινά ήταν η Πάτμος,
Επόθησα να προσαράξουμε και στην σκοτεινή σπηλιά της να βρεθώ κοντά.
Γιατί εν αντιθέσει με την αρχοντική την Κύπρο, πλούσια σε πηγές,
Ούτε σαν κάποιο άλλο από τα νησιά δεν κατοικεί η Πάτμος,
Αλλά πάντα φιλόξενη είναι αυτή στο ταπεινότερό της σπίτι,
Και αν κάποιος ξένος, από ναυάγιο ή θρηνώντας
Για την χαμένη του πατρίδα ή έναν φίλο μακρινό,
Φτάσει εδώ, αυτή ακούει, και τα παιδιά της,
Φωνές τού διάπυρου δασυλλίου, λεπτή ροή μιας χούφτας άμμου,
Γη σχιζόμενη σ’ έναν αγρό, οι ήχοι της,
Τον ακούνε και μια τρυφερή ηχώ από τον θρήνο του κυλά.
Ετσι εφρόντισε κάποτε τον θεαγάπητο Προφήτη
Αυτόν που στην ευλογημένη του νιότη είχε περπατήσει
Με τον Υιό τού Υψίστου, αναπόσπαστα (…)
Friedrich Hölderlin (1803), μτφ. Μαριάν Γεωργοπούλου
Ιστορία
Οι πρώτες μαρτυρίες και αναφορές για την Πάτμο χρονολογούνται στην εποχή του μεγάλου ιστορικού Θουκυδίδη, περί τον 5ο αι, ενώ η μυθολογία θέλει τον Ορέστη κατατρεγμένο από τις Ερινύες μετά το φόνο της μητέρας του να φτάνει στην Πάτμο και να χτίζει μία Ακρόπολη στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου προς τιμή της θεάς Αρτέμιδος.
Αρκετά ευρήματα του νησιού, όμως, αποτελούν ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας που ανάγεται έως και την προϊστορική περίοδο. Κεραμικά και λίθινα εργαλεία από την εποχή του Χαλκού, λείψανα από τη Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο, καθώς και το επιβλητικό τείχος του οικισμού Καστέλι – ένδειξη συνεχούς κατοίκησης κατά την Κλασική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο – αποτελούν στοιχεία «κλειδιά» που συνθέτουν μια απομακρυσμένη πραγματικότητα του νησιού αυτού. Πρώτοι Έλληνες κάτοικοι του νησιού θεωρούνται οι Ίωνες και αργότερα οι Δωριείς. Τον 2ο π.Χ. αι. οι Ρωμαίοι μετατρέπουν το ερημωμένο από πειρατικές λεηλασίες νησί της Πάτμου σε τόπο εξορίας.
Από την Μίλητο ως εξόριστος φτάνει στην Πάτμο το 95 μΧ ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ο οποίος παρέμεινε στο νησί για δύο χρόνια, συγγράφοντας στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης το ομώνυμο ιερό βιβλίο, κηρύττοντας τον χριστιανισμό και βαπτίζοντας χριστιανούς, αλλάζοντας και καθορίζοντας για πάντα την ιστορία τούτου του τόπου.
Κατά τη Βυζαντινή περίοδο (και κυρίως κατά τον 7ο – 8ο αιώνα) αραβικές επιδρομές έγιναν αιτία ερήμωσης του νησιού. Πολλά μνημεία καταστράφηκαν, ενώ οι κάτοικοι του νησιού απήχθησαν και πουλήθηκαν ως δούλοι. Ο ανεποικισμός της Πάτμου θα ξεκινήσει πάλι τον 11ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1088 μ.Χ. όπου ο Όσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός ιδρύει την ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, μετά από παραχώρηση σε αυτόν ολόκληρου του νησιού από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό. Οι τεχνίτες που ήρθαν για να χτίσουν τη Μονή πρωτοκατοίκησαν στην περιοχή Κάμπος, βόρεια του νησιού και εν συνεχεία μετοίκησαν γυρω από τα τείχη της Μονής για να προστατευτύν από τις πειρατικές επιδρομές, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο οικιστικό πυρήνα της Χώρας.
Η εισβολή των Βενετών στην Πάτμο λαμβάνει χώρα το 1659 και λεηλατείται η Μονή. Με την λήξη όμως του Ενετοκρατικού πολέμου, το νησί περιήλθε στα χέρια των Τούρκων, χωρίς αυτό να εμποδίσει τους κατοίκους να αποκτούν όλο και περισσότερα πλοία και η Μονή περισσότερη αίγλη. Στα τέλη του 18ου αι. η Πάτμος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο ευημερίας που οδήγησε στην καθιέρωσή της ως ναυτικού και εμπορικού κέντρου, ενώ στα 1713 ιδρύεται από τον Μακάριο Καλόγερο η περίφημη Πατμιάδα Σχολή, πνευματικό φυτώριο για διακεκριμένους ανθρώπους των Γραμμάτων και εκκολαπτήριο εθνικών ηγετών. Από την ίδρυση της Πατμιάδος Σχολή το νησί άρχισε να γνωρίζει ιδιαίτερη πνευματική, οικονομική και ναυτιλιακή ανάπτυξη , ενώ εμφανής έγινε και ο αστικός χαρακτήρας που άρχισε να αποκτά.
Το 1770, πραγματοποιήθηκε η επανάσταση του Ορλόφ και οι Ρώσοι έκαναν την εμφάνισή τους στο προσκήνιο ως ελευθερωτές, ενώ με τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή τα νησιά του Αιγαίου περιήλθαν ξανά στα χέρια των Οθωμανών. Η εθνική συνείδηση, όμως, η οποία είχε καλλιεργηθεί έντονα τα προηγούμενα χρόνια στο νησί, λόγω της αστικής και πνευματικής ανάπτυξης, οδήγησε τους Πατμίους να είναι οι δεύτεροι μετά τους Σπετσιώτες που ύψωσαν τη σημαία της ελληνικής επανάστασης. Συμπατριώτες τους μάλιστα ήταν ο Εμμανουήλ Ξάνθος, εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας και ο απόστολος της Φιλικής Δημήτριος Θέμελης που ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση στο Αιγαίο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις όμως με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) παραχώρησαν τα Δωδεκάνησα ξανά στους Οθωμανούς, οι οποίοι όμως τον Μάιο του 1912 τα παρέδωσαν στους Ιταλούς. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1947 η Ιταλία εκχωρούσε στην Ελλάδα τα νησιά της Δωδεκανήσου με πλήρη κυριαρχία, τα οποία και τυπικά εντάχθηκαν στα όρια του ελληνικού κράτους στις 9 Ιανουαρίου 1948.
Το 1713, με την πνευματική ανάπτυξη και άνθιση των γραμμάτων από τους ελληνορθόδοξους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, επήλθε η σύσταση της Πατμιάδος Σχολής με ιδρυτή τον Πάτμιο Μακάριο Καλογερά, ο οποίος σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ο Μακάριος, στο έργο του αυτό, βρήκε υποστηρικτές σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής, όπως τις οικογένειες των Μαυροκορδάτων και των Υψηλάντηδων. Στην Πάτμο εγκαταστάθηκε στο Ιερό Κάθισμα της Ιερής Αποκαλύψεως, όπου και ξεκίνησε το έργο της διδασκαλίας του, ενώ η φήμη του και η απήχηση του λόγου του διαδόθηκαν με γρήγορους ρυθμούς και σε σύντομο χρονικό διάστημα προέκυψε η ανάγκη για επέκταση της Σχολής καθότι όλο και περισσότεροι μαθητές συνέρρεαν στην Πάτμο. Από το 1729 οι παραδόσεις των μαθημάτων συνεχίστηκαν σε κτίριο που έκτισε ο Κωνσταντινοπολίτης ευγενής Μανωλάκης Υψηλάντης, ιδιαίτερο κτίριο δίπλα στην Αποκάλυψη («Παλαιά Πατμιάδα»).
Αρχικά ο Μακάριος δίδασκε μόνος του, ενώ στη συνέχεια συνέβαλαν στο έργο του ως υποδιδάσκαλοι οι ιερομόναχοι Κοσμάς και Γεράσιμος Βυζάντιος, στις προσπάθειες των οποίων οφείλεται και η σύσταση του πυρήνα της βιβλιοθήκης της Σχολής το 1740. Διδακτικό αντικείμενο του Μακαρίου αποτελούσαν οι ερμηνείες Ελλήνων συγγραφέων και εκκλησιαστικών πατέρων, τα γραμματικά μαθήματα, η φιλοσοφία, η ρητορική, η εκκλησιαστική μουσική και τα λατινικά. Ο Μακάριος συνέχισε τη διδασκαλία του έως το θάνατό του το 1737, όπου τον διαδέχθηκαν ο Γεράσιμος Βυζάντιος και ο Βασίλειος Προικονήσιος στη σχολαρχεία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ένας από τους πιο επιτυχημένους Σχολάρχες ήταν ο Πάτμιος Δανιήλ Κεραμεύς, υπό την εποπτεία του οποίου η σχολή έφτασε στο απόγειο της δόξας της, με τους μαθητές να ξεπερνούν τους 100 και τη βιβλιοθήκη να επεκτείνεται με την προσθήκη εκδόσεων που τυπωνόντουσαν στις ελληνικές εκδοτικές επιχειρήσεις της Βενετίας.
Στη σχολή δίδαξαν φωτισμένοι διδάσκαλοι όπως ο Παΐσιος Καραπατάς, ο Νεόφυτος Βυζάντιος, ο Ιωάννης Σακελλίων, ο Ιερόθεος Φλωρίδης, ο Αλέξανδρος Δηλανάς και ο Μιχαήλ Μαλανδράκης, ενώ στους απόφοιτους της σχολής συγκαταλέγονται μεγάλοι διδάσκαλοι του Γένους όπως ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ο ιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Δημήτριος Θέμελης.
Η παρακμή ήρθε την περίοδο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, καθώς υπήρξε διακοπή των εσόδων. Το 1831, όμως, ανακαινίστηκε και κατάφερε σταδιακά να ανακάμψει. Το διάστημα της ιταλοκρατίας (1912-1947) διακόπηκε η λειτουργία της. Το 1947 επανιδρύθηκε ως ιερατική σχολή και από το 1948 λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως εκκλησιαστικό σχολείο. Σήμερα, μικρά μόνο καί ερειπωμένα τμήματα σώζονται από τήν πρώτη εκείνη Σχολή, τήν Παλαιά Πατμιάδα, ενώ τα μαθήματα διδάσκονται πλεόν στη «Νέα Πατμιάδα, κτίριο που βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το Κάθισμα.
Τοποθετημένο στο λόφο μεταξύ της Σκάλας και της Χώρας, το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης είναι ένα από τα σημεία αναφοράς όχι μόνο της Πάτμου, αλλά του χριστιανισμού παγκοσμίως. Το σπήλαιο αυτό αποτέλεσε το καταφύγιο του Ηγαπημένου Μαθητή του Ιησού Ιωάννη το 95 μ.Χ. , όταν ο αυτοκράτορας Δομητιανός τον εξόρισε στην Πάτμο, τιμωρώντας τον για την κήρυξη του λόγου του Θεού στην Έφεσο. Όπως καταθέτει όμως ο ίδιος ο Ιωάννης, δεν φτάνει στην Πάτμο ως ένας εξόριστος ηττημένος ή ένας πολιτικός κρατούμενος σε καιρούς χαλεπούς, αλλά ως εξόριστος «εν πνευματική αποστολή», συνεχίζοντας να μεταλαμπαδεύει το Λόγο και την Ουσία του Θεού.
Όπως ο ίδιος ο Ευαγγελιστής μαρτυρεί στην έναρξη του βιβλίου αυτού «Εγώ Ιωάννης, ο και αδελφός υμών και κοινωνός εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Χριστώ Ιησού, εγενόμην εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω, δια τον Λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού. Εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα και ήκουσα οπίσω μου φωνήν μεγάλην ως σάλπιγγος λεγούσης […]|»
Στην εξορία του και σε αυτή την πνευματική του αποστολή τον συνοδεύει ο πιστός του μαθητής Πρόχορος. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, κατά τη διάρκεια της διαμονής του Ιωάννη στο σπήλαιο, σκίστηκε ο βράχος, και μέσα από τρεις μικρότερες σχισμές, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα, ακούστηκε η φωνή του Θεού, που υπαγόρεψε στον Ιωάννη το Ιερό Βιβλίο της Αποκάλυψης. Ενδέχεται στο ίδιο μέρος να πραγματοποιήθηκε και η συγγραφή του 4ου κατά Ιωάννη Ευαγγελίου.
Από τον 17ο αιώνα ενσωματώθηκε δίπλα στο ιερό σπήλαιο ο ναός της Αγίας Άννας, ο οποίος χτίστηκε από τον Όσιο Χριστόδουλο ως αφιέρωμα προς τη μητέρα της Θεοτόκου και την μητέρα του ίδιου του Οσίου που ονομαζόταν Άννα και της μητέρας του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Δεξιά του ναού βρίσκεται το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης, όπου μέσα σε αυτό βρίσκεται ο ιερός ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Το Σπήλαιο αποτελεί μέρος ενός ενιαίου συγκροτήματος εκκλησιών και άλλων κτισμάτων (αποθήκες, κελιά, παρεκκλήσια) με το όνομα Αποκάλυψη.
Σήμερα, το Ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης έχει διαμορφωθεί σε λατρευτικό χώρο, όπου δίνεται η δυνατότητα στον προσκυνητή να δει το χώρο στον οποίο γράφτηκε η Αποκάλυψη, να αγγίξει την τριπλή σχισμή στο βράχο, να επεξεργαστεί το σημείο στο οποίο αναπαυόταν ο Ευαγγελιστής, καθώς και να αγγίξει τα κοιλώματα στον βράχο από όπου πιανόταν για να σηκωθεί, ενώ ακόμα έχει δημιουργηθεί σε ύψος ανθρώπινου αναστήματος το αναλόγιο του Προχόρου.
Το σπήλαιο της Αποκάλυψης αποτελεί ένα μέρος κατάνυξης, όπου ο προσκυνητής μπορεί να μυηθεί στην ομορφιά και το δέος με τη σιωπή, την αφή, την προσευχή και την ενόραση, καθώς με τα μάτια μπορεί να αφουγκραστεί την αίσθηση που γεννά η εικόνα του μεγαλοπρεπούς αυτού Ιερού Σπηλαίου.
Το 1999 κηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO μαζί με την Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
ΠΗΓΗ: http://www.patmos.gr/











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου