Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Το Ιστολόγιο του ΡΟΔΟΣυλλέκτη, απευθύνεται σε όσους αγαπούν τον τόπο τους… εδώ είναι λοιπόν και περιμένει τα δελτία για τις εκδηλώσεις και τις δράσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων αλλά και ότι αφορά τον τόπο μας – ακόμα και την πολιτική… Το Email μας είναι: r.telxinas@yahoo.gr

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Η σπουδαία συμβολή των Δωδεκανησίων στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο του 1940

Αλέξανδρος Διάκος ο πρώτος νεκρός αξιωματικός του 1940
Οι Δωδεκανήσιοι στον πόλεμο του 1940

Η σπουδαία συμβολή των Δωδεκανησίων στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο του 1940
Γράφει ο Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Καμπάνες ήλιου ξαγρυπνούν τον αυγινό αιθέρα,
του κάλλους αύρα ενδύεται ενός λαού η μέρα.
Σιγούν τα μίση, οι αλαλαγμοί, στου χρέους το μετόχι,
για να χωρέσει στην ψυχή το πανανθρώπινο Όχι
Πολυξένη Χούση

ΕΧΟΥΜΕ την εντύπωση πως επιβάλλεται να καταγραφούν και να αναδειχθούν σημαντικά γεγονότα μιας ηρωικής εποχής, τα οποία φανερώνουν το μεγαλείο των Δωδεκανησίων εντός και εκτός των νησιών τους. Μαρτυρίες που για άλλους αποτελούν κεφάλαια χαραγμένα στη συλλογική και ατομική μνήμη και για άλλους μια παράδοση που γίνεται γνωστή σε κάποια επέτειο. Ωστόσο είναι γεγονότα με αλήθειες για όσα δεινά υπέστησαν οι Δωδεκανήσιοι.
Φυσικά η ιστοριογραφία αποτελεί ένα επικίνδυνο τόλμημα, επειδή ο κάθε συγγραφέας αισθάνεται ή πρέπει να αισθάνεται δίκαιος και υπεύθυνος απέναντι στην αλήθεια και στην αντικειμενικότητα.
Οι Δωδεκανησιοι Αθήνας και Πειραιά, από τότε που η Ιταλία κατέλαβε τα νησιά με δόλο, δεν έπαψαν να αγωνίζονται για την λευτεριά και την επανένταξη στη μητέρα Ελλάδα.
Σύνταγμα Δωδεκανησίων
Ενδεικτική είναι η συνομιλία μεταξύ του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά στον Πρεσβευτή της Ιταλίας στην Αθήνα (21 Αυγούστου 1939). Ο δικτάτορας θα καταγράψει σε σημείωμα (αριθμ. 45, Διπλωματικά Έγγραφα του Υπουργείου των Εξωτερικών, 1940), το θέμα της Δωδεκανήσου:
«Έφερα έπειτα τον λόγον εις τα Δωδεκάνησα. Τα είπον ότι ημείς ουδεμίαν έχομεν επιθυμίαν να εμφανιζώμεθα επεμβαίνοντες εις τα εσωτερικά των Δωδεκανήσων, αλλά εθεωρήσαμεν πάντοτε ότι η καλή μεταχείρισις των Δωδεκανησίων θα εβελτίου τας σχέσεις Ελλάδος και Ιταλίας. Επανειλημμένως είχον απασχολήσει τον εν Αθήναις προκάτοχον του με το ζήτημα τούτο, και ο κ. Μποσκαρέλλι είχεν επανειλημμένως επέμβη παρά τη κυβερνήσει του ούτως ώστε να διαφανή προς στιγμήν η ελπίς βελτιώσεως της εν Δωδεκανήσω καταστάσεως.
Αντί τούτου όμως εχειροτέρευσεν αύτη, και δη εις σημείον ώστε οι Δωδεκανήσιοι, μη δυνάμενοι να υποστούν τας Ιταλικάς πιέσεις, να εισρέουν καθημερινώς εις την Ελλάδα. Είπον εις τον κ. Γκράτσι ότι δεν επιθυμώ να εμφανισθώ προβαίνων εις διάβημα επί του ζητήματος τούτου, αλλ΄ότι οφείλουν και ούτοι να εννοήσουν ότι έχομεν ήδη εις Αθήνας και Πειραιά περί τας 10.000 Δωδεκανησίων, οίτινες δεν παύουν διεκτραγωδούνντες τα δεινά άτινα υφίστανται αι νήσοι των. Και ναι μεν δεν τους αφίνομεν να προβαίνουν εις δημοσίας εκδηλώσεις, αλλ’ αυτό δεν τους εμποδίζει να ομιλούν και να διαχύνουν εις τον ελληνικόν πληθυσμόν πνεύμα βαρυτάτου παραπόνου κατά της Ιταλίας». 
Με την κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, δεκάδες Δωδεκανήσιοι στρατεύτηκαν και υπηρέτησαν με αυτοθυσία στο μέτωπο του πολέμου. Είναι οι άντρες που συγκρότησαν το γνωστό Σύνταγμα Εθελοντών Δωδεκανησίων.
Στην Αθήνα και στον Πειραιά, εκεί όπου εγκαταστάθηκαν από προηγούμενα χρόνια Δωδεκανήσιοι, εκεί όπου οι νησιώτες προσάρμοσαν τις ανάγκες τους με διαφορετική διάσταση και με απόλυτη αποδοχή μιας νέας και μεγάλης πατρίδας, δεν ξέχασαν ποτέ τη μοναδικότητα του νησιού τους, το φως του πιο λαμπερού ήλιου αλλά και το απόλυτο σκοτάδι της Ιταλικής Κατοχής.
Και τώρα με την κήρυξη του πολέμου, φούσκωσαν περισσότερο τα σπλάχνα από λαχτάρα, η καρδιά τους χτύπησε πιο δυνατά από προσμονή και η σκέψη τους είναι μόνο να αποκτηθεί η λευτεριά. 
Ακόμα και σήμερα, σήμερα που γράφονται τούτες οι ταπεινές γραμμές, οι Δωδεκανήσιοι της Αθήνας, όπως και των άλλων περιοχών της Χώρας μας, καθώς και του Εξωτερικού, αποτελούν ένα πολύ σπουδαίο κεφάλαιο για την Ελλάδα και τη Δωδεκάνησο: ηθικό, πολιτισμικό, επιστημονικό, κοινωνικό και οικονομικό.
Χωρίς σειρά αξιολόγησης προσώπων ή θεσμών, ας μεταφερθούμε νοερά στο βαρύ χειμώνα του ’40 για να παρακολουθήσουμε τη εξαιρετική συμβολή των συμπατριωτών μας της Αθήνας και του Πειραιά.
Ο Μιχ. Καλογερόπουλος, συνεχίζει να αρθρογραφεί στον ελληνικό Τύπο για τα δεινά που έχουν υποτσεί οι κάτοικοι των νησιών από τους φασίστες Ιταλούς. Γράφει μεταξύ άλλων:
«…τας πιέσεις τας εξορίας, τας φυλλακίσεις, τους δαρμούς μέχρι αίματος, τα βασανιστήρια, τας δημεύσεις περιουσιών, τας δολοφονίας και την ύλην την ατελείωτον σειράν των απανθρώπων μεθόδων, τας οποίας εφήρμοσαν οι Ιταλοί εις την Δωδεκάνησον, προς το σκοπόν όπως δαμάσουν το εθνικόν φρόνημα των δυστυχισμένων συμπατριωτών μας, δια να τους εξιταλίσουν».
Ο Ιωάννης Καραϊτιανός, δάσκαλος, συνεργάτης ορισμένων αθηναϊκών εφημερίδων, θα γράψει το πώς τελείται η Λαμπρή στην ηρωϊκή μας Κάσο, με κάθε λεπτομέρεια ηθών και εθίμων, για να τονώσει τα αισθήματα των Κασίων και των άλλων νησιωτών.
Η Εύρη Βαρίκα, λόγια από την Κάρπαθο, απευθύνει μέσω του ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών,
Έκκληση σε κάθε Δωδεκανήσια γυναίκα ώστε να δείξει «δια θυσιών μεγάλων ότι πράγματι είναι γνήσιοι απόγονοι των γυναικών του Σουλίου, της Σπάρτης και του Μεσολογγίου», αφού προηγουμένως περιέγραψε τα μαρτύρια τα οποία υπέστησαν επί 30 χρόνια οι Δωδεκανήσιοι.
Η έκκλησή της είχε μεγάλη απήχηση στις καρδιές των γυναικών. Άλλες έτρεξαν να εγγραφούν πρόθυμα εθελόντριες νοσοκόμες, άλλες να πλέξουν μάλλινα είδη για τους στρατιώτες και το πλέον συγκινητικό η φορέα της Καλλιρόης Μπενέττα η οποία πρόσφερε στην κεντρική Επιτροπή Δωδεκανησίων το χρυσό ρολόι της υπέρ του αγώνα.
Ο Μιχ. Γ. Πετρίδης, ποιητής από το Καστελλόριζο, που υπογράφει με το όνομα του ή με το ψευδώνυμο «Ερμής ο Μέγιστος» θα καλέσει τους Δωδεκανησίους με αισιόδοξο σάλπισμα: «Δωδεκανήσιοι! Ας εξαρθώμεν εις το ύψος των σημερινών περιστάσεων. Ας δειχθώμεν άξιοι των κρισίμων στιγμών, που περνά το Έθνος μας και σας μην υπολειφθώμεν ύλων των άλλων Ελλήνων αδερφών μας εις θυσίας χρήματος και αίματος. Νυν υπέρ πάντων ο αγών. Δια την ελευθέρωσίν μας πρέπει να συντελέσωμεν και ημείς προσφέροντες ό,τι έχομεν εις την διάθεσίν μας». 
Ο ποιητής με το ψευδώνυμο «Ορφεύς», στο μακροσκελή ποιήμά του με τίτλο «Εμπρός παιδιά για τα νησιά» ψάλλει σ΄ένα στίχο του: «Εμπρός παιδιά για την Ελλάδα/ εμπρός παιδιά για τη φυλή/ εμπρός στα Δώδεκα Νησιά μας/ που τα μολύνουν Ιταλοί».
Οι γυναίκες της Δωδεκανήσου Αθήνας και Πειραιά οργανώθηκαν μέσα σε δυο μεγάλα και σπουδαία σωματεία ή φορείς. Το ένβα είναι η Δωδεκανησιακή Μέλισσα και το άλλο οι Διανοούμενες Δωδεκανήσιες Γυναίκες.
Οι μεν Διανοούμενες Γυναίκες συνέταξαν διαμαρτυρία η οποία εστάλη «εις όλας τας γυναίκας του πολιτισμένου κόσμου», αφού εξέλεξαν Επιτροπή την οποία αποτελούσαν οι:
Πας. Σαλιγγάρου, Εύρη Βαρίκα, Κάκια Μένδρη, Αικ. Χατζησταυρή, Αντιγόνη Ζουρούδη, Αικ. Σακλαρίδου και Τ. Καραμούζη.
Η Επιτροπή αυτή εκπαίδευσε 50 Δωδεκανησίες αδερφές νοσκόμες για τον Ερυθρό Σταυρό ενώ μέχρι τότε δεν ήταν επιτρεπτό «ως μη Ελληνίδες υπήκοοι» (!).
Η Δε Δωδεκανησιακή Μέλισσα, ανέλαβε εξίσου σοβαρές πρωτοβουλίες, με στόχο πάντα τη τελική νίκη της Ελλάδας.
Τη Διοικούσα Επιτροπή της Μέλισσας, συγκροτούσαν οι:
Κ. Ζαχάρη, Εκ. Γιωργαντά, Ειρ. Μοσκόβη, Εύρη Βαρίκα, Αντωνίου, Ολυμπίτου, Ιωαννίδου και Καραντώνη.
Η Πολύμνια Γ. Σέρβη, ποιήτρια, θα δημιουργήσει ένα ποίημα, αφιερωμένο – που αλλού: - στα σκλαβωμένα Δωδεκάνησα, όπου μεταξύ άλλων:
«Γλυκοχαράζει η αυγή στα Δωδεκάνησά μας/ Κι αρματωμένα φεύγουσι με πόθο τα παιδιά μας./ Το πολυβόλο του εχθρού το άγριο δεν τα φοβίζει/ κι η βόμβα η εμπρηστική κι αυτή δεν τα κλωνίζει». 
Ο Ι.Ν. Κ.(ισθήνιος) λόγιος, έγραψε κι αυτός ένα ποίημα μικρό με τίτλο «Ήγλθ’ ο καιρός», όπου σε δυο στίχους γράφει: «Να τα ! μας περιμένουνε/ τα Δώδεκα Νησιά μας/ για να τα λευτερώσωμεν/ απ΄την πικρή σκλαβιά/ Τους Ιταλούς νικήστε/ παιδιά ηρωϊκά/ και πάρτε πίσω τα νησιά/ παιδιά ηρωϊκά/.
Σκεύος Ζερβός
Ο Σκεύος Ζερβός. Ο μεγάλος αγωνιστής ο ακούραστος αυτός πατριώτης που δεν έπαψε επί δεκαετίες να πολεμά για να λευτερωθούν τα νησιά μας, συνέταξε ακόμα και ποίημα – θούριο και με τη παράκληση να τραγουδιέται στα Γυμνάσια. Ένα μικρό απόσπασμα:
«Μ’ ένα μας βήμα, μ’ ένα μας πλήγμα/ με μιθαν γενναίαν καρδιά, θα διώξωμεν παιδιά/ την μισητήν δουλείαν, την δόλιαν τυρρανίαν/ Δωδεκανήσιοι νέοι, στα όπλα γενναίοι».
Σε Αθήνα και Πειραιά συγκροτήθηκε ακόμα η Ανωτάτη Επιτροπή του Δωδεκανησιακού Αγώνος, την οποία αποτελούσαν οι:
Σκεύος Ζερβός, Εμμ. Μαγκλής, Μιχ. Παπαμανώλης, Γ. Γεωργίου, Εμμ. Ζαχάρης, Ιω. Μαύρος, Κυρ. Σταυριανός, Πάρης Ρούσος, Ιω. Παρθενιάδης, Λων. Πτρέφης, Ιω. Καζούλης, Γερ. Δρακίδης, Μιχ. Βολονάκης, Γ. Οικονόμου, Παντ. Καμμάς, Ηλ. Μανωλούκος, Γαβριήλ Ρεβύθης.
Το Σύνταγμα Εθελοντών Δωδεκανησίων. Η Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών, με αίτησή της προς την αρμόδια αρχή της Κυβέρνησης, ζήτησε να επιτραπεί η εθελουσία κατάταξη των Δωδεκανησίων «ίνα ούτω εις αυτούς η πανιπόθητος ευκαιρία και κτυπήσωσι τον τύρρανον των,ο Υπουργός των Στρατιωτικών εδέχθη την ως άνω αίτησιν των Δωδεκανησίων».
Οι εθελοντές έφτασαν τις 2.500 (εφημ. Αυγή Δωδεκανησιακή 5.12.1940), «ακμαίοι λεβέντες μας, φοιτηταί, επιστήμονες, τεχνίτες, επαγγελματίες και εργάται, δεν εζήτησαν τίποτε από τη Μητέρα μας Ελλάδα, μόνον να τους επιτραπή να ενδυθούν την τιμίαν στολήν του Έλληνος στρατιώτου, ώστε να εκδικηθούν το αίμα των δολοφονημένων αδερφών μας».
Ο ενθουσιασμός με τον οποίο άκουσαν οι Δωδεκανήσιοι το άγγελμα της κατάρτισης του Συντάγματος υπερέβει τα όρια μιας απλής πατριωτικής ικανοποίησης.
Οι Δωδεκανησιακοί σύλλογοι, συνέρχονται και αποφασίζουν να προσφέρουν ό,τι έχουν για τις ανάγκες του ιερού αγώνα κατά του ιταλικού φασισμού.
Ο Σύλλογος των εν Ελλάδι Κασίων, «συνελθών απεφάσισε να διαθέση 150.000 χιλιάδες δραχμές δια τον εθνικόν μας αγώνα εκ του ταμείου του, ιδιαιτέρως δε οι Κάσιοι εφοπλισταί διέθεσαν μεγάλα ποσά διά της οργανώσεως των εφοπλιστών».
Η Καρπαθιακή Ένωση Αθηνών, με γραπτή ανακοίνωσή της καλεί όσους και όσες επιθυμούν να προσφέρουν «ο,τιδήποτε υπηρεσίαν δια τους ηρωϊκούς πολεμιστάς μας», να προσέρχονται στα γραφεία της οδός Κολοκοτρώνη αρ. 48 για να παραλάβουν μαλλί ή ότι άλλο υλικό για να πλέξουν φανέλλες, πουλόβερ, γάντια, κάλτσες κλπ. Η ανακοίνωση συμπληρώνεται και με τούτα τα λόγια:
«Είναι μία υπηρεσία μεγάλη εις τον αγώνα και μία βοήθεια εις τους γενναίους πολεμιστάς της Ελευθερίας μας οι οποίοι πολεμούν τους δολοφόνους των γονέων μας, τους φονείς των αδερφών μας, τους άτιμους τυρράνους μας Ιταλούς, που τώρα πλιά ήλθε η ώρα να μας πληρώσουν όλες τις ατιμίες που διέπραξαν στα Νησιά μας».
Ο Σύλλογος των εν Ελλάδι Πειραιεί, αποφάσισε να προσφέρει «δια τον ιερόν μας αγώνα το ποσόν των 7.000 χιλ. δραχ. όπερ και έθεσε εις την διάθεσιν της Δωδεκανησιακής Επιτροπής».
Ο Σύλλογος των Νισυρίων Ο Γνωμαγόρας «τη προτάσει του κ. Σακελλαρίδη και Παρθενιάδη απεφασίσθη όπως περιουσία του Συλλόγου διατεθή δια του Προέδρου του Συλλόγου δια τον Εθνικόν Αγώνα».
Η Ένωσις των εν Αθήναις και Πειραιεί Καστελλοριζίων «κατ’ απόφασιν των μελών αυτής απέστειλε 35.000 χιλ. δρχ. εις την Επιτροπήν του Δωδεκανησιακού Αγώνος». 
Οι Δωδεκανήσιοι δεν πολέμησαν μόνο στο Αλβανικό μέτωπο. Πολέμησαν και στα ίδια τα Δωδεκάνησα, αιφνιδιάζοντας τους εχθρούς τους:
«Εκκινήσαντες από ελληνικόν τινα όρμον, απεβιβάσθησαν εις μίαν των Δώδε Νήσων και επέτυχον να συλλάβουν ολόκληρον το φυλάκειον των καραμπινιέρων, επιστρέψαντες ακολούθως εις την βάσιν της εξορμήσεώς των. Πρόκειται περί ηρωισμού ο οποίος συγκινεί ενθουσιασμό και αποτελεί μίαν επί πλέον εγγραφήν εις την υποθήκην την οποίαν έχει εγγράψη ο Μήτηρ Ελλάς επί της τύχης των Δώδεκα Νήσων. Η ελληνική ψυχή δεν έχει άλλους λόγους να ειπή αυτήν την στιγμήν από ένα υπερήφανον Εύγε!» 
Προφητικό ήταν ένα ποίημα του Θάνου Τραγκά που γράφτηκε στις 28 Οκτωβρίου 1940:
«Κι όταν μια μέρα – ω ας ήταν τώρα
που το αίσχος των αιώνων ο Χάρος το ξεπλύνει
δεν θα βρεθεί ούτε μία χώρα
που θα γράψει ενδάθε κείται ο Μουσολίνι».

Πράγματι είναι γνωστό το τέλος του Μουσολίνι. Το Σάββατο 29 Απριλίου 1945 Ιταλοί αντιστασιακοί εκτέλεσαν τον Μπενίτο Μουσολίνι και την ερωμένη του Κλάρα Πετάτσι στη Β. Ιταλία. (Ένας από τους αντιστασιακούς αυτούς, έκτισε την ποινή του μαζί με Δωδεκανήσιους πατριώτες στις φοβερές φυλακές της Τοσκάνη).
Ο αγώνας τους και η προσφορά των Δωδεκανησίων γινόταν κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν έλειπαν οι σχετικές ανακοινώσεις που καλούσαν τον λαό να κατασκευάσει καταφύγια για να γλυτώσει από τον ύπουλο και βάρβαρο εχθρό. Σχετική είναι και η ανακοίνωση της τότε εποχής:
«Συσκωτίσατε καλώς τα σπίτια σας. Τοποθετήσατε σκούρα χαρτιά εις τα τζάμια των παραθύρων σας. Προμηθευθείτε από τα είδη της πρώτης προχείρου περιθάλψεως τα οποία χείρου σας υποδεικνύουν αι διανεμηθείσαι έντυποι οδηγίαι».
Όσοι γνώρισαν τον πόλεμο, τη πείνα, το τρόμο και είναι ζωντανοί μαζί τους είναι και η Μνήμη. Αυτή θυμούνται πόσο μικρή ήταν η αξία της ζωής μπροστά στην ελευθερία.
Όσοι αιχμαλωτίσθηκαν, εξορίστηκαν ή εκτοπίστηκαν, κρατούν κι αυτοί ακλόνητη τη πίστη σε υψηλά ιδανικά.
Όσοι πέθαναν μας κληροδότησαν να συνεχίσουμε να πολεμάμε για τα δίκαια και για την ειρήνη, για τις βαθιές δι-αιώνιες και παν-ανθρώπινες αξίες. 
ΣΗΜΕΡΑ, εμείς εδώ στα ακριτικά νησιά, που τόσα πολλά υπέφεραν οι πατέρες και οι παππούδες μας, νιώθουμε υπερήφανοι, γιατί στην Αθήνα και στο Πειραιά, κάποιοι συμπατριώτες μας ακολουθώντας την ιστορία και την παράδοση, είναι προσηλωμένοι στην ειρήνη, στη δημοκρατία και στη πρόοδο της Δωδεκανήσου. Και αυτή είναι η Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών Πειραιώς, η οποία ιδρύθηκε στις 16 Ιουνίου 1980.
Διοικείται από 15μελές Διοικητικό Συμβούλιο, Πρόεδρος του οποίου είναι ο Γιάννης Φραγκούλης (Κάσος), και η έδρα της είναι στην οδό Υψηλάντου 143-145 στον Πειραιά. Ένας λαμπρός και δραστήριος Δωδεκανήσιος (Κάσος), τον οποίο εκτιμά η δωδεκανησιακή παροικία.
Σκοπός της Ομοσπονδίας είναι: α) η ενιαία εμφάνιση και δράση των Σωματείων – Μελών, πάνω στα κοινά μεγάλα θέματα με Πανδωδεκανησιακό ενδιαφέρον.
β) ο συντονισμός της δραστηριότητας τους, σε μια αρμονική βάση ενότητας που θεμελιώνεται: στην κοινή ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, στους ακατάλυτους δεσμούς, κοινής γεωπολιτικής μοίρας και μακραίωνης σκλαβιάς και στην ενότητα μνήμης και πνευματικής ταυτότητας, μέσα σε ενιαίο διοικητικό σύνολο, με κοινή προοπτική, των Νησιών της Δωδεκανήσου.
Μαζί με την Δωδεκανησιακή Μέλισσα, την Δωδεκανησιακή Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία, καθώς και τα άλλα Δωδεκανησιακά Ιδρύματα, προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Ελλάδα, στον Πολιτισμό μας και φυσικά στην ευημερία των Νησιών μας.

Σημείωση:
1. Βασιλικόν Υπουργείον των Εκωτερικών, Διπλωματιά έγγραφα, Αθήναι 1940
2.Βλ. άρθρο μας «Σπουδαία η συμβολή στην ανάδειξη του Δωδεκανησιακού Πολιτισμού – 34 χρόνια προσφοράς και δράσης της Ομοσπονδίας Δωδεκανησιακών Συλλόγων Αθηνών – Πειραιώς», στην εφημ. Η Ροδιακή 12/11/2014.
3. Άρθρο Κώστα Τσαλαχούρη, «148 Ρόδιοι εθελοντές κατετάγησαν στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων το 1940, στην εφημ. Η Ροδιακή 04/11/2014.
4. Για το τέλος του Μπ. Μουσολίνι βλ. www.Iifo.or 
5.Εργαστήριο Ερευνας Ιστορίας Μικράς Ασίας και Καστελλορίζου.

Σύνταγμα Δωδεκανησίων εθελοντών 
Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων εθελοντών ήταν εθελοντικό στρατιωτικό σώμα που συγκροτήθηκε από Δωδεκανήσιους λίγο μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με την εισβολή της Ιταλίας, και μέχρι την παράδοση τις χώρας στις γερμανικές δυνάμεις εισβολής.
Φωτογραφία από την ημέρα της ορκωμοσίας
του Συντάγματος Δωδεκανησίων.

Συγκρότηση
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και η Δωδεκανησιακή παροικία θεώρησε ότι ήταν καταλληλότερη ευκαιρία για την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων, που τελούσαν υπό ιταλική κατοχή από το 1912. Με επικεφαλής τη Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών έγιναν δυναμικές εκδηλώσεις στην Αθήνα και παράλληλα ζητήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να επιτραπεί η εθελοντική κατάταξη στον ελληνικό στρατό των Δωδεκανησίων εθελοντών, που είχαν ιταλική υπηκοότητα. Παρά τις τρομακτικές αδυναμίες του τακτικού στρατού η κυβέρνηση δέχτηκε το αίτημα και στις 13 Νοεμβρίου 1940 συγκρότησε το “Σύνταγμα Δωδεκανησίων” βασιζόμενη στις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις της Δωδεκανησιακής παροικίας για τον αριθμό των μελών της. Κυριότερος λόγος για τη συγκρότηση του Συντάγματος ήταν η ανάγκη του Γενικού Στρατηγείου για πρόσθετες δυνάμεις, που από κοινού με τους Βρετανούς θα αναλάμβαναν την απόκρουση της επερχόμενης γερμανικής επίθεσης.
Παρουσιάστηκαν 1.924 Δωδεκανήσιοι εθελοντές κάθε ηλικίας, επαγγέλματος και μορφωτικού επιπέδου και τελικά κρίθηκαν ικανοί οι 1.586, που αρκούσαν μόνο για ένα τάγμα συν έναν λόχο με πλήρη πολεμική σύνθεση. Όμως είχε συγκροτηθεί σύνταγμα, του οποίου η πολεμική σύνθεση απαιτούσε πάνω από 3.500 άντρες και έτσι η υπολειπόμενη δύναμη συμπληρώθηκε με στρατιώτες καταγόμενους τόσο από άλλα νησιά όσο και με εφέδρους του πολεμικού ναυτικού. Οι εθελοντές εκπαιδεύτηκαν κυρίως ως τυφεκιοφόροι και πολυβολητές και αποτέλεσαν τη συντριπτική πλειοψηφία της μάχιμης δύναμης του Συντάγματος, ενώ τα τμήματα διοίκησης και υποστήριξης διέθεταν ελάχιστους.
Η συγκρότηση “Συντάγματος Δωδεκανησίων” δημιούργησε στην παροικία και στους καταταγέντες εθελοντές την πεποίθηση ότι αποστολή τους θα ήταν η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων. Όμως οι αρμόδιοι αξιωματικοί κατέστησαν σαφές ότι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα μπορούσαν να γίνουν μόνο σε συνεργασία με το βρετανικό ναυτικό και ότι δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός για κατάληψη των Δωδεκανήσων. Αντίθετα πίστευαν ότι η απελευθέρωση των Δωδεκανήσων θα κατοχυρωνόταν στο αλβανικό μέτωπο. Επίσης η συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων ενόχλησε την Τουρκία, της οποίας ο πρέσβης με διαδοχικά διαβήματα τόνισε το τουρκικό ενδιαφέρον για τα Δωδεκάνησα, ενώ οι Βρετανοί επεσήμαναν στην ελληνική κυβέρνηση, ότι η ενόχληση της Τουρκίας έβλαπτε τα συμμαχικά συμφέροντα.

Μια αφίσα του 1940 απαντά στους τουρκικούς ισχυρισμούς για το Αγαθονήσι

Το κατόρθωμα του Βάσου Βέργη όπως απεικονίζεται σε έργο που βρίσκεται στις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου
Μια αφίσα του 1940 απαντά
στους τουρκικούς ισχυρισμούς για το Αγαθονήσι
H ιστορία ούτε διαγράφεται, ούτε παραγράφεται … παρά τους θρασύτατους ισχυρισμούς του Τούρκου υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Ομέρ Τσελίκ , πως το Αγαθονήσι είναι τουρκικό νησί. Μία λαϊκή αφίσα του 1940 που βρίσκεται στις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αποτελεί την καλύτερη απάντηση στις αμφισβητήσεις των γειτόνων. 
Η αφίσα απεικονίζει την κατάληψη του Αγαθονησίου από τον Βάσο Βεργή από τη Σάμο, που κατατρόπωσε την Ιταλική Φρουρά του νησιού, μια και το νησί ήταν κατεχόμενο από τους Ιταλούς όπως όλα τα Δωδεκάνησα, και θεωρήθηκε η πρώτη αντιστασιακή πράξη του πολέμου (18/10/1040). Η ηρωική πράξη του Βεργή, απασχόλησε τις εφημερίδες της εποχής,, με χαρακτηριστικούς πρωτοσέλιδους τίτλους όπως «Ηρωική πράξις Δωδεκανησίων» (Καθημερινή) και «Οι Δωδεκανήσιοι θαλασσόλυκοι» (Ασύρματος). Η αφίσα περιέχεται στο λεύκωμα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος με τίτλο : «Το έπος του '40, λαϊκή εικονογραφία».

Η κατάληψη του Αγαθονησίου 
Τη νύχτα της 17ης προς 18η Νοεμβρίου 1940, ο Δωδεκανήσιος γιατρός Βάσος Βεργής μαζί με 14 φίλους του συμπολιτες ξεκίνησαν από τη Σάμο με ένα βενζινοκάικο και αποβιβάστηκαν στο Αγαθονήσι (ή Αρχάγγελο), ένα νησάκι με ελάχιστους κατοίκους, και μικρή ιταλική φρουρά, περίπου ένα μίλι από τη Λέρο. Εκεί, σύμφωνα με το σκοπό της αποστολής τους, επετέθηκαν κατά της ιταλικής φρουράς του νησιού, σκότωσαν δύο ή τρεις Ιταλούς ναύτες και απήγαγαν τέσσερις καραμπινιέρους. το πρωί της επόμενης μέρας, την 18η Νοεμβρίου, επέστρεψαν στη Σάμο. 
Το εγχείρημα του Βάσου Βεργή και των συντρόφων του, η πρώτη πράξη της Εθνικής μας Αντίστασης κατά τον πόλεμο του 1940-41, προκάλεσε φαιδρά σχόλια σε βάρος των Ιταλών στον διεθνή τύπο, ιδιαίτερα όταν ιταλικά αντιτορπιλικά, για αντίποινα, βομβάρδισαν την επομένη το Τηγάνι της Σάμου, άοπλη πολίχνη και αργότερα το νησί Κίναρο, με μόνους κατοίκους μία πενταμελή οικογένεια και τις κατσίκες τους. Τις επόμενες μέρες ο Ιωάννης Μεταξάς κάλεσε στην Αθήνα τους γενναίους του Βάσου Βεργή και τους παρασημοφόρησε στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Το εγχείρημα του Βεργή έγινε δεκτό από το λαό μας σας πράξη εκδίκησης για όσα υφίσταντο οι Δωδεκανήσιοι από την Ιταλική κατοχή.

Αλέξανδρος Διάκος ο πρώτος νεκρός αξιωματικός του 1940

Σε 13.748 ανήλθαν συνολικώς οι Έλληνες νεκροί και οι αγνοούμενοι κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι όμως είχαν τη θλιβερή τύχη να είναι οι πρώτοι που έπεσαν και έγιναν οι πρώτοι που έσυραν το χορό προς την τελική νίκη του Ελληνισμού.
Αλέξανδρος Διάκος
ο πρώτος νεκρός αξιωματικός του 1940
Κατά την αντεπίθεση της 1ης Νοεμβρίου (ο διοικητής του 2ου Λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού), επετεύχθη η ανακατάληψη της Γραμμής «Γύφτισσα – Οξυά» συνελήφθησαν τρείς Ιταλοί αξιωματικοί και διακόσιοι είκοσι δύο οπλίτες, και περιήλθαν στα ελληνικά τμήματα 140 άλογα και αρκετά εφόδια, αλλά εκεί άφησε την τελευταία του πνοή και ο πρώτος ‘Ελληνας αξιωματικός του πολέμου, ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος.

Η αναφορά που έφθασε στα χέρια του θρυλικού συνταγματάρχη Δαβάκη αναφέρει:
«Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε».
Ο Αλέξανδρος Διάκος, από την ιταλοκρατούμενη Χάλκη της Δωδεκανήσου, γνώρισε την αθανασία σε ηλικία 29 ετών.
Τη διοίκηση του λόχου αναλαμβάνει ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας από τον Πλάτανο Τρικάλων. Λίγες στιγμές αργότερα ακολουθεί τον Διάκο στη λεωφόρο των ηρώων.
Είναι ο πρώτος νεκρός από τους εφέδρους αξιωματικούς. Ο πρώτος όμως νεκρός Έλληνας ήταν ένας απλός στρατιώτης.
————
Αλέξανδρος Διάκος

Χάλκη – Το Νησί του Διάκου. Μεταξύ των μαθητών που αντιδρούσαν στις ιταλικές διαταγές και απαγορεύσεις, ήταν και ένας νέος Χαλκήτης, ο Αλέξανδρος Διάκος, φοιτητής τότε στο Γυμνάσιο της Ρόδου. Στις 25 Μαρτίου, μια χρονιά, κατέβασε την ιταλική σημαία στο Ελληνικό Γυμνάσιο και ανύψωσε την ελληνική. Οι Ιταλοί, ενοχλημένοι που δεν μπόρεσαν να σβήσουν την ελληνική φλόγα από την καρδιά του νεαρού Χαλκήτη, τον απείλησαν με φυλάκιση και εξορία.
Ο Διάκος αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρόδο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μαζί με άλλους Χαλκήτες, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πολεμήσουν και να ελευθερώσουν τη γενέτειρά τους. Στο Διάκο δόθηκε η πρώτη ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Ο υπολοχαγός Διάκος βρισκόταν τότε στην Πίνδο και ζήτησε να σταλεί πρώτος στο μέτωπο.
————
Αλέξανδρος Διάκος

28 η Οκτωβρίου 1940 – Αφιέρωμα
Ο πρώτος, Αλέξανδρος Διάκος, υπολοχαγός Πεζικού, Δωδεκανήσιος 
Η ιστορία της θυσίας γραμμένη από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη πολεμικό ανταποκριτή (1940-41) 
Πηγή : Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρόδου
Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.
Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.
-Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;
-Έχουνε σταυρό στην ουρά. ελληνικά είναι!..
-Είναι ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.
Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.
-Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.
Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.
-Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.
-Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.
Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ’ άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.
Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Δώδεκα χρόνια είχε βαστάξει η πορεία για να φτάσει ο Αλέκος Διάκος από την ηλιολουσμένη και ήμερη και σκλαβωμένη πατρίδα στην άγρια Πίνδο, που τολμούσε τώρα να την πατήσει ο Ιταλός. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.
Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..» Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.
Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.
– Ν’ ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.
Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ’ άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ’ αχρήστευε το λόχο.
– Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.
Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή.
Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ’ άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.
Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν’ ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία – την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια – τόσα χρόνια! – η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ’ άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.
Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική – λέγανε – είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.
Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ’ όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει. Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.
-Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..
Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε – και με πόση βεβαιότητα! – από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.
Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.
-Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;
-Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.
-Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.
-Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.
Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 14 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι1 Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.
Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος – ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο – ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ’ άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιους θα τον έταζε;
Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του, Ξένοιαστα έδιωξε την απορία . Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτή όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ’ όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ’ ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.
Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.
.Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.
Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.

Οι Ιταλοί!
Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.
Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.
Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.
Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ’ όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.
Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..
Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ’ εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν’ ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.
Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ’ ένα ξερό κρότο τα κλαριά.
Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.
Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:
-Μη σταματάτε παιδιά!
Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.
Οι φαντάροι ακολούθησαν.
Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.
-Παιδιά εφ’ όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.
Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.
Ναι, αυτή τη στιγμή – αυτή τη στιγμή! – ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ’ όπλο για την Ελλάδα!
Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερ από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.
Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.
Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.
-Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν. Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!
-Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!
Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.
Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.
Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.
Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.
Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.
Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.
Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!
Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .
-Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ. μουρμούρισε κάποιος.
Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..
Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και. Αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.
Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..
Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:
Εμπρός με τη λόγχη!
Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.
Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.
Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα! Για μια μεγάλη Ελλάδα! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο!
Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.
Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.
Μαζί σου λεβέντη!
Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.
Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.
Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.
Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.
Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..
Ο Διάκος σταμάτησε. Τ’ όπλο του έφυγε από τα χέρια..
Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο – την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.
Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει – μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί – πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.
Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..
Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.
Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους – πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης – τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, Ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.
Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και. θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο.
Μία άλλη άποψη
Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά – οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.
Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.
Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του. Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα – για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ’ ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.
Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;
Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.
Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική.
————
Πηγή : Καθημερινή 31/10/1999
Πηγές
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρόδου
________




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου