Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Το Ιστολόγιο του ΡΟΔΟΣυλλέκτη, απευθύνεται σε όσους αγαπούν τον τόπο τους… εδώ είναι λοιπόν και περιμένει τα δελτία για τις εκδηλώσεις και τις δράσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων αλλά και ότι αφορά τον τόπο μας – ακόμα και την πολιτική… Το Email μας είναι: r.telxinas@yahoo.gr

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Γιάννης Κυπριώτης. O Σορωνιάτης που δάκρυζε όταν μιλούσε για τη Ελληνική σημαία.

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Γιάννης Κυπριώτης. O Σορωνιάτης που δάκρυζε όταν μιλούσε για τη Ελληνική σημαία. 

Τον Μάρτιο του 2008 o Γιάννης Κυπριώτης του Κωνσταντίνου από τη Σορωνή, είχε συμπληρώσει ήδη τα 89 του χρόνια. Δέχθηκε με πολύ χαρά αλλά και με μεγάλη συγκίνηση να μου παραχωρήσει συνέντευξη για τη «Ροδιακή» και το επετειακό αφιέρωμα που ετοιμάζαμε τότε για την 7η Μαρτίου. 
Είχε ζήσει με κάθε λεπτομέρεια, όλα όσα εμείς σήμερα διδασκόμαστε ή μαθαίνουμε ως ιστορία. Ήταν ο ίδιος κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας και είχε βιώσει από πρώτο χέρι, τη “μπότα” του κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του. 
Ήταν η πρώτη φορά που θα μιλούσε δημόσια. Για όλα εκείνα που με ένταση έζησε όταν οι κατακτητές «πληροφορήθηκαν» ότι ο ίδιος μαζί με άλλους Σορωνιάτες, μάθαιναν κρυφά Αγγλικά, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως σύνδεσμος καθοδηγώντας του Άγγλους κομάντος. Ήταν κι η πρώτη και τελευταία φορά που μίλησε επίσης για το βράδυ των επεισοδίων που ξέσπασαν στη Σορωνή σε βάρος του διορισμένου από τους Ιταλούς «ποδεστά» και τα όσα ακολούθησαν. 
Ο Γιάννης, ήταν εκείνος που πήρε εντολή αλλά και όπλο από τον αδελφό του Φώτη και να μεταβεί έξω από το σπίτι του, εκείνο το βράδυ, προκειμένου να συλλάβουν τον άνθρωπο που έκανε τη ζωή των Σορωνιατών μαρτύριο, όλα τα προηγούμενα χρόνια. 
Στα μάτια του εκείνη τη μέρα, είδα δάκρυα να κυλούν όπως μου μιλούσε. Όχι για εκείνα που βίωσε -τα οποία δεν ήταν λίγα. Αλλά γιατί είχε πλήρη συναίσθηση ότι διέπραξε στο ακέραιο το χρέος του για την πατρίδα και για τον τόπο του! 
Τη μέρα εκείνη, κοίταξε πίσω στο χρόνο και περιέγραψε σκηνές και εικόνες που διαδραματίστηκαν πριν από 60 περίπου χρόνια. Άλλες σαν όνειρο, άλλες σαν έναν πραγματικό εφιάλτη για τα όσα προηγήθηκαν για τους Δωδεκανήσιους μέχρι να αποτινάξουν από πάνω τους τον κάθε ζυγό τυραννίας και κατοχής! 
Διώξεις, συλλήψεις, βασανισμοί κι εκτελέσεις. Η Σορωνή κι οι Σορωνιάτες, όπως και χιλιάδες άλλοι Δωδεκανήσιοι, είχαν πληρώσει βαρύτατο τίμημα στον δρόμο για την ελευθερία. 
Κι όταν για πρώτη φορά θα υψώνονταν επίσημα η ελληνική σημαία στην πρωτεύουσα της Δωδεκανήσου, τη Ρόδο, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να λείψει από αυτή την μοναδικά λαμπρή τελετή που έγινε στην Πλατεία Ελευθερίας, όπου γονυπετείς οι Δωδεκανήσιοι με δάκρυα στα μάτια είδαν την γαλανόλευκη να υψώνεται. 
Ήταν όλοι εκεί! Ως ελάχιστο φόρο τιμής για εκείνους που έφυγαν. Αλλά και για μας. Τις επερχόμενες γενιές. Να έχουν να θυμούνται και να αφηγούνται: Ότι οι Δωδεκανήσιοι, ξέρουν να αγωνίζονται και να διεκδικούν το ύψιστο αγαθό της Ελευθερίας. Με οποιοδήποτε τίμημα και κόστος! Ακόμα και με την ίδια τους τη ζωή! 
Γεννημένος στις 24 Φεβρουαρίου του 1921 ο μπαρμπα – Γιάννης, παλικάρι τότε 26 ετών, θυμήθηκε και περιέγραψε «σαν να είναι σήμερα» τις ημέρες της ενσωμάτωσης, που έζησε με τόσο έντονη συναισθηματική φόρτιση. Μαζί με εκατοντάδες άλλους συγχωριανούς του. Με τις χιλιάδες των απανταχού Δωδεκανησίων. Που επί αιώνες καρτερούσαν την Ενσωμάτωση με τη μητέρα Πατρίδα. 
«Ήμουν τότε πάνω – κάτω 26 χρονών. Θυμάμαι σαν σήμερα τις ημέρες εκείνες. Περιμέναμε πως και πως την απελευθέρωση από τους Ιταλούς. 
Εμείς, καθοδηγούμενοι από τους μεγαλύτερους, γίναμε μια ομάδα 4 ατόμων και μαθαίναμε αγγλικά. Αυτή την εντολή πήραμε. Για να μπορέσουμε να υποδεχθούμε τους Άγγλους κομάντος και να τους καθοδηγήσουμε, κυρίως για να καταστρέψουν τα ναρκοπέδια που είχαν στήσει οι Ιταλοί παραλιακά. 
Η ομάδα μας αποτελείτο με αρχηγό τον Αναστάσιο Κρητικό, θείο του μετέπειτα δημάρχου Καμείρου, (σ.σ. αναφέρεται στον γνωστό γιατρό ακτινολόγο) και μαζί με τον Λεωνίδα Κυρμιχάλη (αδελφό του γνωστού ήρωα Γιώργου Κυρμιχάλη), και τον Λούκα Δημητρά (θείο του γιατρού). 
Επιλέξαμε ένα σπίτι, έξω από το χωριό, συγγενικό ήταν αν θυμάμαι καλά, για να μην γινόμαστε αντιληπτοί. Φοβόμασταν και τη σκιά μας. Δεν είχαμε υπολογίσει πόσο κινδυνεύαμε τότε. Τα μαθήματα πήγαιναν μια χαρά. 
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο διορισμένος από τους Ιταλούς Δήμαρχος της Σορωνής (Podesta) άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι συμβαίνει. Δεν άργησε γρήγορα να μάθει όλη την αλήθεια. Και τότε… 
Ήμουν μέσα στο καφενείο του χωριού μας, (στου Λουκάκι) όταν ήρθε ένας Ιταλός Αστυνομικός που δεν είχαμε ξαναδεί μέχρι τότε. 
- Εσύ είσαι ο Κυπριώτη Τζιοβάνι; 
- Σι του είπα εγώ. 
Μου πέρασε αμέσως τις χειροπέδες. Χωρίς να μου πει τίποτε άλλο. 
Απέξω είχε ένα αυτοκίνητο, από το Παραδείσι είχε έρθει. Το βλέπαμε συχνά, γιατί πάνω σε αυτό φόρτωναν και μετέφεραν τις καμαρόπετρες για τα σπίτια που έχτιζαν τότε. 
Μόλις με έριξε μέσα στο αυτοκίνητο, εκεί είδα δεμένο και τον νονό μου, του Δημητράκη. Τον είχαν συλλάβει κι αυτόν λίγο πριν. 
Εμένα με άφησαν στο Παραδείσι. Στο κρατητήριο. 28 ολόκληρες μέρες και νύχτες. Χωρίς να δω ήλιο. Σα ζώο με είχαν. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι σε λίγες ημέρες. 
Στις 28 μέρες πια αφού μας υποχρέωσαν να ομολογήσουμε για ποιο λόγο το κάναμε, μας άφησαν, αλλά προσωρινά. Μας διέταξαν να πάμε την άλλη μέρα μόνοι μας, στο διοικητήριο, στη Νομαρχία. Νομίζαμε ότι την είχαμε γλιτώσει. Που να ξέραμε; 
Πήγαμε την άλλη μέρα. Μας φώναξαν, μας ανέκριναν έναν - έναν και μας καταδίκασαν σε 6 μήνες στο CONCENTREMENTO (στρατόπεδο συγκέντρωσης). 
Μας έστειλαν στα Απόλλωνα, εκεί ήταν. Στη φυλακή, για 8 μήνες. 

Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ 
Την ημέρα της ενσωμάτωσης, δεν έμεινε άνθρωπος στα χωριά μας. Μόνο οι μάνες με τα μωρά και οι γέροι που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Εγώ, 27 χρονών τότε, πήγα με το ποδήλατο θυμάμαι. 
Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε ότι για πρώτη φορά θα ήμασταν χωρίς κατακτητές. Θα βλέπαμε την Ελληνική Σημαία να ανέβαινε. 
Σαν να είναι τώρα τα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι ανθρώπους να έρχονται με τα πόδια στη Ρόδο από πολύ μακρινά χωριά. Κανείς δεν ήθελε να χάσει αυτή την μεγάλη γιορτή που την περιμέναμε με δάκρυα στα μάτια. 
Γονατίσαμε και έγινε απόλυτη ησυχία. Όλα τα χωριά ήταν εκεί. Χιλιάδες κόσμου. Ειδικά τα δικά μας που ήταν κοντά με την πόλη. Είδαμε τη γαλανόλευκη να υψώνεται και δάκρυα χαράς και συγκίνησης έτρεχαν από τα μάτια μας. Δεν μπορώ να το περιγράψω όλο αυτό που ένιωθα μέσα μου. 
Άλλαξε η ζωή μας, από την μια στιγμή στην άλλη! Μιλούσαμε ελεύθερα τη γλώσσα μας. Δεν φοβόμασταν! 
Δεν θα ξεχάσω, τα επεισόδια όμως που έγιναν μετά την ενσωμάτωση στη Σορωνή. Με τον Podesta (τον δήμαρχο που διόρισαν οι Ιταλοί). Είχε κάνει μεγάλο κακό σε πολλούς από μας. Σε όλες τις οικογένειες. Ποιος μπορούσε να το ξεχάσει. 
Ο Φώτης μας (σ.σ. αναφέρεται στον αείμνηστο δάσκαλο - αντιστασιακό Φώτη Κυπριώτη) είχε πάρει στα χέρια του αμέσως μετά την κατάσταση. Θυμάμαι μου είχε δώσει ένα αληθινό όπλο (ανήκε μάλλον σε Ιταλό) και με έστειλε έξω από την πόρτα του σπιτιού που έμενε ο διορισμένος από τους Ιταλούς δήμαρχος, ο οποίος πάντως δεν ήταν Σορωνιάτης. 
Πήγαμε, εκεί όλο το χωριό. Να τον υποχρεώσουμε να βγει από το σπίτι, να φύγει. Αφού προηγουμένως τον περιφέρουμε στο χωριό. Αντιστάθηκε, δεν ήθελε να βγει από το σπίτι να αντικρύσει τους χωριανούς μου, να τους κοιτάξει στα μάτια δεν μπορούσε. Είχε γαντζωθεί στην πόρτα. Τον χτύπησα στο χέρι με το κοντάκι του όπλου. 
Κι εμένα αυτός με έβαλε στη φυλακή μαζί με τους άλλους. Είχε κάμει πολλά κακά στον κόσμο. Τον γυρίσαμε σε όλο το χωριό. Από όλα τα σπίτια, για να δεν την οργή στα μάτια του κόσμου, να τον δει ο κόσμος. Έφυγε από το χωριό τις επόμενες μέρες, μαζί με την οικογένειά του. Από τότε δεν τον ξαναείδα.» 

Μιχάλης Μαστής 

Σχόλιο του γιατρού Δημήτρη Κρητικού 
Την ιστορία της αντίστασης των Σορωνιατών την άκουσα από πρώτο χέρι και από τα στόματα των πρωταγωνιστών που αναφέρεις Μιχάλη. 
Οταν σε μια περίοδο εκλογών ο θείος μου -Αναστάσιος Κρητικός- ήλθε από την Αθήνα να ψηφίσει, τον πήρα να δει τον κουμπάρο του Γιάννη Κυπριώτη, που όντας ασθενής μου εκείνη την εποχή, του είχα υποσχεθεί την εν λόγω επίσκεψη. 
Μόλις συναντήθηκαν, μετά από πολλά χρόνια και μετά τις αναμενόμενες δακρύβρεχτες συγκινήσεις, ο Γιάννης έβγαλε το μαντολίνο και τότε άρχισαν οι αναμνήσεις και οι διηγήσεις που εγώ τις κατέγραφα σαν κενός σκληρός δίσκος μιας και το ενδιαφέρον τους ήταν τεράστιο. 
Έπρεπε να τους βιντεοσκοπήσω... 
Δυστυχώς! 
Άκουσα λοιπόν αυτά που αναφέρεις. 
Τον θείο μου τους συνέλαβαν μαζί με τον πατέρα μου όταν ερχόταν στο χωριό από τη Ρόδο με τα ποδήλατα στη περιοχή θόλαρο πριν το Ντορέτα. 
Είχαν αγγλικά βιβλία και αφού τους έδωσαν ένα γερό ξύλο κράτησαν τον θείο μου ενώ τον πατέρα μου τον άφησαν με υπογραφή του παππού μου σαν ανήλικο. 
Τον θείο μου, τον Γιάννη και τους άλλους τους έστειλαν στο concentramento. 
Όσο για τον "Podesta", μετά την ενσωμάτωση τον είχαν φορτώσει στο φορτηγό αυτοκίνητο του πατέρα μου -είχε ενηλικιωθεί πλέον - του έδωσαν να κρατάει την Ελληνική σημαία αναγκάζοντας τον με ξύλο να τραγουδάει τον Εθνικό Υμνο περιφέροντας τον πρώτα στο χωριό και μετά στη Ρόδο. 
Είμαστε τυχεροί Μιχάλη μου που δεν ζήσαμε πόλεμο, πείνα , κατακτητές! 
Και ακόμα πιο τυχεροί που είχαμε προγόνους πατριώτες που μας μεταλαμπάδεψαν την αγάπη προς τον τόπο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: https://www.facebook.com/groups/2637261696541637/permalink/2731054747162331/

Σημείωση:
Την ιστορία με τον «Podesta» (τον δήμαρχο που διόρισαν οι Ιταλοί) μου την διηγήθηκε ο πεθερός μου Νίκος Αρφαράς… η κουβέντα το έφερε όταν των ρώτησα τι έκαναν οι Φανενοί με τους ρουφιάνους… Η απάντηση του ήταν αποστομωτική «Μόνο οι Σορωνιάτες τους ξευτέλισαν έτσι όπως έπρεπε»!! Και μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία…

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Ο Νικόλας Χατζηκυριαζής: Ο αγαπημένος ξυλουργός, βιολιτζής και ξυλογλύπτης μας

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Ο Νικόλας Χατζηκυριαζής: Ο αγαπημένος ξυλουργός, βιολιτζής και ξυλογλύπτης μας 

Ετοιμόλογος, χωρατατζής, μετρημένος και ζυγισμένος στα λόγια και στις πράξεις, δουλευταράς, άριστος οικογενειάρχης, τεχνίτης και καλλιτέχνης ήταν ο Νικόλας Χατζηκυριαζής ή ο Νικόλας ο Διμέλης όπως τον ξέραμε όλοι οι Σορωνιάτες. 
Γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1927. Με τη σύζυγό του Ελένη, απέκτησαν πέντε παιδιά: Τον Κυριάκο, τη Τσαμπίκα, , τη Μιράντα, την Ευδοκία και τη Σταματία. 
Άνθρωπος της παρέας, του γλεντιού, του καφενείου και της εκκλησίας. Τα τελευταία χρόνια ανταμώναμε πιο συχνά με τον Νικόλα. Και θυμάμαι πάντα, όσες Κυριακές βρισκόμασταν, να με ρωτά με ενδιαφέρον για τη δουλειά, την οικογένεια και τις ασχολίες μου. Του άρεσε να κουβεντιάζουμε για θέματα της πολιτικής, μα περισσότερο απ όλα για τη Σορωνή μας. Είχε καλά ζυγισμένη την κάθε του λέξη κι όταν αποφάσιζε να «περιπαίξει» και να σατιρίσει καταστάσεις και ανθρώπους, το έκανε με μια μοναδικότητα, που μας έκανε να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. 
Είχε έναν δικό του μοναδικό τρόπο να διηγείται ιστορίες και συμβάντα που έζησε: 
«Τη δεκαετία του ’80, στο ξυλουργείο του Νικόλα μπήκε περίλυπος και αναστατωμένος ένας κάτοικος της Διμυλιάς που λίγη ώρα νωρίτερα είχε χάσει την ηλικιωμένη μητέρα του. 
-Νικόλα μου, του είπε, έχασα τη μητέρα μου. 
-Συλλυπητήρια αγαπητέ μου, να ζήσετε να την θυμόσαστε, απάντησε ο Νικόλας. 
- Πάω στο Παραδείσι, (είπε ο Διμυλιανός) στον αστυνομικό σταθμό για να βγάλω τα πιστοποιητικά που χρειάζονται και θα σε παρακαλούσα να μου ετοιμάσεις ένα φέρετρο, να το φορτώσουμε όταν επιστρέψω για να κάνουμε αύριο την κηδεία. Δεν χρειάζονται πολυτέλειες Νικόλα μου, κάτι απλό να φτιάξεις. 
Έτσι κι έγινε. Ο Νικόλας ξεκίνησε αμέσως την εργασία του για να μπορέσει να την παραδώσει μόλις επέστρεφε ο χριστιανός από το Παραδείσι και να το φορτώσει έτσι στο αγροτικό του, να το μεταφέρει στο χωριό του και για να γίνει η κηδεία της μάνας του. 
Έλα που όμως κηδεία δεν θα γίνονταν! Γιατί φθάνοντας στον αστυνομικό σταθμό Παραδεισίου, ο χωροφύλακας τον ειδοποίησε ότι είχαν πάρει τηλέφωνο από το χωριό, ότι η γριούλα δεν πέθανε τελικά και ότι επανέκτησε και πάλι τις αισθήσεις της! 
Ο Νικόλας όμως, είχε ετοιμάσει ήδη την… παραγγελία που πήρε νωρίτερα! 
-Τι έκαμε λέει; Ξαναζωντάνεψε; ρώτησε όλο απορία ο Νικόλας, τον Διμυλιανό που επέστρεψε εκεί στο ξυλουργείο σε λίγη ώρα και προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι δεν χρειάζονταν πια το φέρετρο. 
Και τι να το κάμω εγώ τώρα χριστιανέ μου; Τον ρώτησε ο Νικόλας. Νάτο, το τελείωσα, το βλέπεις. Εγώ θα μπω μέσα; 
Πάρτο εσύ, φόρτωσέ το στο αυτοκίνητο, κρύψε το σε καμιάν αποθήκη και θάρτει η ώρα του. Γριά δα είναι όπως με είπες, να… ψηλώσει αποκλείεται, οπότε πάρτο κι άμε στο καλό του Θεού! 
Ο Νικόλαος Χατζηκυριαζής ήταν ένας από τους λαϊκούς τεχνίτες που έδωσαν θαυμάσια έργα τα οποία κατόρθωσαν να διατηρηθούν στο πέρασμα του χρόνου.
Την ξυλογλυπτική την αγάπησε κι έδωσε σ’ αυτήν όλο τον καλλιτεχνικό του αυθορμητισμό, όπως είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξη που παραχώρησε στη «ΡΟΔΙΑΚΗ» και στη Ροδούλα Λουλουδάκη, πριν από 10 περίπου χρόνια. Οι χειροποίητες δημιουργίες του κοσμούν και επιπλώνουν εκκλησίες και μοναστήρια, σχολεία και σπίτια.
Είχε επισημάνει τότε στη συνέντευξή του: 
Από πού είστε, κ. Νικόλα;
Ο παππούς μου ο παπάς ήταν Σορωνιάτης, αλλά η γιαγιά μου Φανενή. Είμαι από δύο χωριά χωριάτης δηλαδή. 
Την τέχνη του σκαλιστή από ποιον τη μάθατε;
Πρώτα έγινα ξυλουργός. Έμαθα την τέχνη από τον παππού μου, του πατέρα μου τον πατέρα. Πήγε σε τεχνίτη και έμαθε, μετά έφυγε στην Αμερική, 10 χρόνια μετανάστης. Γύρισε κι έπιασε και πάλι την τέχνη του ξυλουργού. Έφτιαχνε σ’ όλα τα γεωργικά σπίτια τους σοφάδες, τα ράφια, όλη την ξυλεία του σπιτιού.
Εγώ μέχρι τα 12 μου χρόνια ήμουν παπαδοπαίδι. Μετά επειδή δούλευε σ’ αυτή τη δουλειά κι ο πατέρας μου έγινα κατευθείαν μάστορας. Την αγαπούσα τη δουλειά. 
Βρίσκατε δουλειές πριν τον πόλεμο;
Δεν είχε δουλειές ούτε πριν τον πόλεμο ούτε μέσα στον πόλεμο. Έφτιαχνα άροτρα στους γεωργούς, τις τρούμπες στους μύλους και το αξόνι για να βγάζουν νερό να ποτίζουν. Ήταν περιορισμένες οι δουλειές μέχρι το 1960.
Στη Σορωνή ήμασταν τρεις τεχνίτες κι όλα τα χωριά είχαν τους δικούς τους. Εμένα με προτιμούσαν, με φώναζαν κι από τις Φάνες. Πιο μακριά πώς να πας; Δεν είχαμε ούτε ποδήλατο. 
Θυμάστε πότε κάνατε την πρώτη μεγάλη σας δουλειά;
Ήμουν 18-19 χρονών, έκανα ένα ολόκληρο σπίτι. 
Και με το σκάλισμα, την ξυλογλυπτική, πότε ασχοληθήκατε;
Όταν τελείωσε ο πόλεμος. Είχε έρθει στη Σορωνή ένας Καλύμνιος τεχνίτης, ο Μικές Τσαγκάρης.
Η πόλη πεινούσε, δεν είχε δουλειές. Οι Ροδίτες πουλούσαν τα σπίτια τους και τα χρυσαφικά τους για να ζήσουν, για να αγοράσουν ένα τσουβάλι σιτάρι, για να αγοράσουν σύκα. Σύκα είχαν οι Σορωνιάτες κι οι Φανενοί.
Μια μέρα λοιπόν όταν τελείωσε ο πόλεμος πέρασε από εκει που δούλευα ο τεχνίτης ο Καλύμνιος. Με είδε εργατικό, μου λέει «να δουλέψουμε μαζί». Δεν τον περίμενα, εγώ πήγαινα κι έβλεπα τις δουλειές του από το τζάμι.
65 χρονών εκείνος εγώ 20, ήταν μεγάλη τύχη για μένα, την έκανα λαχείο. Δούλεψα με τον μαστρο-Μικέ τρία χρόνια κι έμαθα την τέχνη καλά. 
Φτιάξατε τα ωραιότερα τέμπλα σε εκκλησίες και μοναστήρια της Ρόδου. Θυμάστε πόσα φτιάξατε;
Έφτιαξα 32 τέμπλα σε μοναστήρια και μαζί με αυτά παγκάρια, αναλόγια, προσκυνητάρια. Μόνος μου με δύο παραγιούς. Έφτιαξα κεραμοσκεπές και ψευδοροφές σε πολλά σχολεία του νησιού. Στα χωριά δούλεψα πολύ. 
Τι είδους ξύλο χρησιμοποιείτε για να σκαλίσετε τα τέμπλα;
Δρυς, οξιά, φλαμούρι, κυπαρίσσι. Το πιο εύκολο για σκάλισμα είναι το φλαμούρι αλλά
κι η οξιά καλή είναι, μόνο που είναι σκληρή για τον σκαλιστή. 
Παίρνετε μέχρι σήμερα παραγγελίες;
Πώς, παίρνω. Τώρα περιμένουν, είναι δύο νομάτοι και μου λένε «Νικόλα, θέλουμε δύο τέμπλα». 
Πώς είναι οι συναλλαγές σήμερα; Βλέπετε διαφορά με τα χρόνια στον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι;
Βλέπω, πώς δεν βλέπω. Κάποτε θυμάμαι ένας από άλλο χωριό μου είπε: «Νικόλα, τα λεφτά το Μάρτη...».
Ήρθε ο Μάρτης και ούτε απ’ έξω από το χωριό του δεν περνούσα για να μην πει ότι πάω για τα λεφτά. Μια μέρα έρχεται, μου δίνει τα λεφτά και μου λέει «μην τα μετρήσεις, πάρτα έτσι».
Φεύγω και τι να δω ύστερα; Μου έδωσε 20.000 δραχμές παραπάνω γιατί μου τα άργησε. Από τα χωριά δεν τα έχανες ποτέ τα χρήματα. Με το Μαντρικό εγώ πάντρεψα τα παιδιά μου... 
Είστε όμως και οργανοπαίχτης και μάλιστα φτιάχνετε ο ίδιος τα όργανά σας.
Ναι, φτιάχνω λίρες, βιολιά, μαντολίνα, να σας τα δείξω μια μέρα, τα ‘χω στο σπίτι. Ο πατέρας μου
έφερε ένα μαντολίνο και ένα βιολί από την Αμερική. Βρήκα ένα δάσκαλο τον Νίκο Γρηγοριάδη από τη Θολό κι έκανα ένα χρόνο μαθήματα.
Πήγαινα και στη Ρόδο 5-6 μήνες, προσπαθούσα και μόνος μου λέω «φτάνει τώρα». Κάναμε μια ορχήστρα, τρία άτομα και παίζαμε στους γάμους, στις χοροεσπερίδες και στα πανηγύρια.
Μέχρι τις 5 το απόγευμα στο μαγαζί, μετά να πάμε με τη γυναίκα μου να φτιάξουμε τα ζώα μας, να γυρίσω στο σπίτι, να πλυθώ, να πάω στον Έμπωνα με την ορχήστρα ή στην Αρχαία Κάμειρο, ή όπου είχε χορούς.
Ρομπότ ήμουνα. Έκανα πέντε παιδιά, πρώτος ο Κυριάκος οι άλλες ήταν κόρες, άντε κάνε σπίτια να παντρέψεις. 
Καλά σας πήγαν όμως τα πράγματα.
Δόξασοι ο Θεός, καλά με ήρθανε. Κοπιάσαμε αλλά δεν πειράζει. Χαλάλι. Και τον κόσμο που με προτιμούσε και μου έδινε δουλειά, όλους τους ευχαριστώ. 
Ο Νικόλας ο Διμέλης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, τον Νοέμβριο του 2019. 
Άφησε πίσω του «σκαλισμένο» και ανεξίτηλο, το τέμπλο της δικής του ζωής. Τόσο μοναδικό, τόσο περίτεχνο και τόσο λαμπρό, αποτελούμενο από την οικογένειά του, τα παιδιά και τα εγγόνια του. 
Κανείς Σορωνιάτης και καμία Σορωνιάτισα δεν πρόκειται ποτέ
να τον ξεχάσει. 
Ευχαριστώ τον γιο του Κυριάκο, τη νύφη του Λουκία Κυρμιχάλη, τον γαμπρό του Μιχάλη Παρενάκη και την εγγονή του Γεωργία Κέντρου, για τις πληροφορίες, τις φωτογραφίες και το υλικό που μου εμπιστεύτηκαν. 

Μιχάλης Μαστής 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: https://www.facebook.com/groups/2637261696541637/permalink/2718008625133610/

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Κώστας Κυπριώτης: Η συγκλονιστική ιστορία του δασκάλου από τη Σορωνή που «έσβησε» στα 23 του χρόνια

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Κώστας Κυπριώτης: Η συγκλονιστική ιστορία του δασκάλου από τη Σορωνή 
που «έσβησε» στα 23 του χρόνια 

Μεγαλώσαμε στη γειτονιά και την οικογένειά μας με τα όσα ακούγαμε, διαβάζαμε και μας διηγούνταν οι μεγαλύτεροι για την ακτινοβολία, το ταλέντο αλλά και την κακοτυχία που είχε ο Κώστας Κυπριώτης του Νικόλα. Το φτωχόπαιδο από τη Σορωνή, που έγινε λαμπρός δάσκαλος έχοντας φοβερές δυνατότητες, αλλά που έσβησε τόσο νωρίς και τόσο άδοξα υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία κάπου ανάμεσα στην Κόρινθο και στη Θήβα. 
Γιος του Νικόλα του Κυπριώτη, του πρώτου από τα 13 παιδιά της μεγάλης Σορωνιάτικης οικογένειας. Αδελφός του Μανώλη, της Ελένας, του Γρηγόρη και της Τσαμπίκας. 
Δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά μεγάλωσα με την ιστορία, τις επιτυχίες και την μοναδικότητα που εξέπεμπε στη σύντομη πορεία της ζωής του, αυτή η λαμπρή αυτή προσωπικότητα. Ανιψιός της γιαγιάς μου της Φωτεινής ήταν. Και θυμάμαι ακόμα με πόση περηφάνια μιλούσαν όλοι γι αυτόν, ο Μανώλης, ο Γρηγόρης και η Τσαμπίκα αλλά κι η θεία μου η Βαρβάρα κι η μητέρα μου, η Παρασκευή. 
O Κώστας Κυπριώτης ήταν το τρίτο παιδί του Νικολάου και της Μαρίας Χατζηκυριαζή. Σε ηλικία 2 ετών πεθαίνει η μητέρα του στην Αθήνα και μένει ορφανός. Ο Νικόλας παντρεύτηκε την Αναστασία και αποκτά άλλα δύο παιδιά την Τσαμπίκα και τον Γρηγόρη. Η Αναστασία, τον αγκάλιασε και τον μεγάλωσε σαν δικό της γιο. Ξεχώρισε από την παιδική του ηλικία, για την μοναδική του προσωπικότητα. Ήταν ένα εξαιρετικό παιδί και άριστος μαθητής, πολύ έξυπνος που αγαπούσε τα γράμματα και την γνώση. 
Τα βιβλία του, οι σημειώσεις του, οι φωτογραφίες του, φυλάσσονται ευλαβικά όλα αυτά τα χρόνια ως κειμήλια, στο σπίτι του αδελφού του Μανώλη. Ο Κώστας – όπως μου διηγήθηκε η Ασήμενα Κυπριώτη, 94 ετών σήμερα, ήταν εξαιρετικός με ότι κι αν καταπιάνονταν. Διάβαζε πολλά βιβλία και περιοδικά και είχε μια βαθειά ευγένεια που τον έκανε να ξεχωρίζει. Ήταν εξαιρετικός στο σχέδιο και ήταν καλλιγράφος. 
Ο τραυματισμός από οβίδα στην παιδική ηλικία 
Στην παιδική του ηλικία, αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, μαζί με τον Ιάκωβο και τον συμμαθητή του Γιώργο Κρητικό του Παναγιώτη, (όπως το περιγράφει στο βιβλίο του και ο Ιάκωβος Κυπριώτης) την ώρα που επεξεργάζονταν μια οβίδα στον δρόμο που οδηγεί από το χωριό για τον Άγιο Σουλά, προκειμένου να βγάλουν από μέσα στο μπαρούτι, έγινε μια έκρηξη η οποία λίγο έλειψε να στερήσει από όλους τη ζωή τους. 
Το χωριό ξεσηκώθηκε ολόκληρο. Όταν έφθασαν στο
σημείο, ο Κώστας ήταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Έπρεπε να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο και για το λόγο αυτό επιστρατεύτηκε το μοναδικό γρήγορο αυτοκίνητο του χωριού που ανήκε στον μηχανικό Γιώργο Κρητικό (πατέρα του πρώην δημάρχου Καμείρου). 
Στο αυτοκίνητο επιβιβάστηκαν, οι τραυματίες Κώστας και Γιακουμής συνοδευόμενοι από τον πατέρα του Κώστα, Νικόλα. Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στο ίδιο βιβλίο από τον Γιακουμή που επέβαινε σε αυτό, το αυτοκίνητο για να φθάσει στο νοσοκομείο της Ρόδου από τη Σορωνή έκανε μόνο 18 λεπτά(!) γεγονός που έσωσε τη ζωή του Κώστα. Η έκρηξη κόστισε βέβαια, το παράμεσο δάχτυλο του αριστερού του χεριού. 
Άριστος σε όλα του 
Τέλειωσε με άριστα το Δημοτικό Σχολείο της Σορωνής και άνοιξε «πανιά» για λαμπρές σπουδές. Μαζί με τον θείο του Ιάκωβο Κυπριώτη (ίδια σχεδόν ηλικία είχαν) είχαν αναπτύξει αδελφική σχέση. Γράφτηκαν στον Βενετόκλειο Γυμνάσιο της Ρόδου από το οποίο αποφοίτησαν το 1952. Δίνουν εξετάσεις από κοινού με τον Ιάκωβο
και μπαίνουν με κορυφαία σειρά, στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Ρόδου. 
Για τη φοίτησή του στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου, φιλοξενήθηκε στο σπίτι της αδελφής της μητέρας του, της Βαρβάρας Χατζηκυριαζή – Δεληγιάννη, στο Νιοχώρι. Για να σπουδάσει κανείς εκείνη την εποχή, χρειάζονταν ή να προέρχεται από εύπορη οικογένεια, ή να έχει συγγενείς στην πόλη της Ρόδου για να τον φιλοξενήσουν. Ο Κώστας (όπως και τα περισσότερα παιδιά της εποχής) ήταν πάμφτωχοι, αλλά ευτυχώς είχαν συγγενείς και γνωστούς να διαμένουν για να μπορούν να σπουδάσουν. 
Η Ασήμενα Κυπριώτη, τον θυμάται σαν να είναι σήμερα, που τα καλοκαίρια και τις Κυριακές όταν δεν είχε σχολείο, να είναι στη Σορωνή να βοηθά τον πατέρα του τον Νικόλα στις αγροτικές
δουλειές, να ποτίζει τις πατάτες στο χωράφι φορώντας στο κεφάλι του ένα αυτοσχέδιο σκουφί από τσουβάλι λιπασμάτων. «Ποτέ μα ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, για τις αγροτικές εργασίες. Ήξερε πολύ καλά, αν και ήταν ο μορφωμένος της οικογένειας, ότι στον κόπο και τον ιδρώτα που έχυναν στα χωράφια ο ίδιος και η οικογένειά του όφειλε τις σπουδές του. Και για το λόγο αυτό, βοηθούσε όσο και όποτε μπορούσε. 
Φεύγοντας κάθε Κυριακή από το χωριό για την πόλη, είχε μαζί του στο καλάθι της εβδομάδας ότι χρειάζονταν για να ζήσει: Λίγα αυγά, ντομάτες, ελιές, τυρί και ψωμί ζυμωτό. 
Ήταν καλοκαίρι του 1954 όταν η Ασήμενα, με την αδελφή της Μαγδαλενή Κορμαλή βρισκόταν στην πόλη επειδή η Μαγδαλενή χρειάστηκε να κάνει μια εγχείρηση στην κλινική και ο γιατρός τις
προέτρεψε για δύο βράδια να διανυκτερεύσουν στην πόλη και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της Βαρβάρας Δεληγιάννη. Εκείνες τις ημέρες ανακοινώθηκαν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ο σύζυγος της Βαρβάρας, ο Κώστας Δεληγιάννης, ήταν εκείνος που πήγε πρώτος να δει και να ρωτήσει για τους βαθμούς του Κώστα αλλά και του Ιάκωβου. Έτσι ενημέρωσε στη συνέχεια την Ασήμενα. 
Φτάνοντας στη Σορωνή η Ασήμενα συνάντησε τον Ιάκωβο και του ανακοίνωσε τα καλά νέα και για τον ίδιο και για τον Κώστα. Ταυτόχρονα και εκείνη την ώρα έφτασε στο καφενείο που διατηρούσε ο πατέρας της Αλέκος και ο Κώστας ο οποίος ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι πέρασε τις εξετάσεις και ότι επιτέλους θα έπαιρνε το πτυχίο του
Δασκάλου. Η Ασήμενα μέχρι σήμερα θυμάται πως έλαμπαν τα μάτια του και πόση χαρά πήρε ο Κώστας, όταν το άκουσε. Ίσως τη μεγαλύτερη στη σύντομη ζωή που έζησε. 
Ο σφοδρός έρωτας με την Δασκάλα Μαρίκα Σαριδάκη από τη Σητεία 
Περιγράφοντας τον ανιψιό του, συμφοιτητή, αλλά και αδελφικό του φίλο ο Γιακουμής Κυπριώτης στο βιβλίο του «Τα παιδιά του Πατριάρχη» αναλύει την ισχυρή προσωπικότητα που εξέπεμπε, τις δυσκολίες της εποχής, αλλά και τον σφοδρό έρωτά του με την κρητικιά συμφοιτήτριά τους Μαρίκα Σαριδάκη από τη Σητεία. 
Θυμάμαι στο παρελθόν τη θεία μας τη Βαρβάρα και τη μητέρα μου, να μας διαβάζουν την αλληλογραφία που είχαν με την Κρητικιά Δασκάλα και να μας μιλούν για εκείνους. Ένας σφοδρός έρωτας, βγαλμένος σαν από παραμύθι. 
Ένα από τα γράμματα, το τελευταίο της Μαρίκας προς τη θεία μου τη Βαρβάρα, όταν έμαθε για τον θάνατο του αγαπημένου της Κώστα είναι αυτό που παραθέτω σήμερα. 
Τη σχέση αυτή όμως, δεν τον ενέκριναν οι καθηγητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ρόδου. Συχνά πυκνά, τους καλούσαν για να τους νουθετήσουν και να τους συνετίσουν. Αλλά όπως αναφέρει κι ο Ιάκωβος Κυπριώτης που τον έζησε από κοντά, το μόνο που κατάφερναν οι καθηγητές, ήταν κάθε φορά ο Κώστας με την Μαρίκα, τα δύο αυτά νέα παιδιά, να ανοίγουν ακόμα πιο δυνατά τα φτερά του έρωτα, να κάνουν όνειρα, να σχεδιάζουν το μέλλον τους και να αδιαφορούν για όλους όσους δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Ήταν βέβαιο, ότι αν η μοίρα δεν τα έφερνε έτσι, ο Κώστας με την Μαρίκα θα έφτιαχναν μαζί μια υπέροχη οικογένεια. 
Το τελευταίο του ταξίδι από τη Ρόδο για την Κόρινθο και τη Θήβα 
Έχοντας πλέον κατακτήσει το πτυχίο του δασκάλου στις αρχές του 1955, ο Κώστα Κυπριώτης, αποφάσισε να παρουσιαστεί στο στρατό για να υπηρετήσει τη θητεία του. Η Κόρινθος αρχικά και στη συνέχεια η Θήβα ήταν το στρατόπεδο που έπρεπε να παρουσιαστεί. 
Έφυγε από τη Ρόδο σχεδόν άφραγκος. Εκείνη την εποχή για 40 ημέρες απαγορευόταν στους στρατιώτες να έχουν οποιαδήποτε επαφή με την οικογένεια τους, δεν επιτρεπόταν η αλληλογραφία ούτε να τους στέλνουν χρήματα ή κάτι άλλο. Ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε και του έστειλε χρήματα εκείνη την εποχή ήταν ο νονός του ο Γιάννης Μουστουχάς (Καζαμίας) τα οποία όμως δεν πρόλαβε ποτέ να παραλάβει. 
Ο Κώστας Κυπριώτης, άκρως κοινωνικός, απέκτησε έναν φίλο που δεν είχε δει ποτέ από κοντά και ο οποίος ζούσε στην Αθήνα. Η γνωριμία τους έγινε μέσω ενός περιοδικού και
αλληλογραφούσαν. Αντάμωσαν εκεί για πρώτη φορά. Ο φίλος του τον επισκέφτηκε στην Θήβα και του πήρε κάποια πράγματα απαραίτητα για τους στρατιώτες. Μετά από τρεις μήνες είχε πάει με ΡΕΟ στην Αθήνα στο σπίτι της θείας του Μαρία Παπακωνσταντίνου (συζύγου του Σκευούλη). Ήταν εξουθενωμένος. Ήταν επίσης κουρασμένος αλλά κυρίως έντονα προβληματισμένος. Τα καψόνια κι οι δοκιμασίες στον Στρατό τον είχαν φέρει στα όριά του. Πριν να φύγει από τη θεία του παρουσίασε για πρώτη φορά υψηλό πυρετό. 
Η θεία του τον προέτρεψε να μην πάει στην Θήβα αλλά να παραμείνει στο σπίτι της μέχρι να γίνει
καλά. Ο ίδιος δεν το δέχθηκε. Κι αυτό, επειδή στο στρατόπεδο ο Κώστας, ήταν το «κόκκινο πανί», για πολλούς αξιωματικούς, καθώς προέρχονταν από το κόκκινο χωριό (τη Σορωνή) κι από αριστερή οικογένεια. Ο φάκελος κοινωνικών φρονημάτων, είχε σχηματιστεί σε βάρος του, ενώ ακόμα ήταν ο ίδιος στο δημοτικό!!! 
Περήφανος, για να μη δώσει κανένα δικαίωμα, αποφάσισε να επιστρέψει πίσω με το στρατιωτικό ΡΕΟ, το μοναδικό μέσο μεταφοράς για τους στρατιώτες εκείνη την εποχή. Η κατάστασή του όταν έφτασε στην Θήβα είχε επιδεινωθεί. Αντί να τον απαλλάξουν βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, τον έβαλαν υπηρεσία! Το βράδυ ενώ
έκανε σκοπιά στην πύλη ήταν έτοιμος να καταρρεύσει: Τον πλησίασε ένας έφεδρος αξιωματικός (ο οποίος έκανε περιπολία) με το άλογο του και ο οποίος ήταν γιατρός στο επάγγελμα. Αμέσως κατάλαβε ότι ήταν άρρωστος και του είπε : "Εσύ παιδί μου είσαι άρρωστος γιατί δεν βγήκες στην αναφορά;" Φοβόμουν, ψέλλισε ο Κώστας και κατέρρευσε μέσα στα επόμενα λεπτά! 
Μεταφέρθηκε το ίδιο βράδυ στο στρατιωτικό νοσοκομείο των Αθηνών και υποβλήθηκε σε εξετάσεις. Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά: Ο υψηλός πυρετός κι οι κακουχίες των ημερών, δημιούργησαν περικαρδίτιδα η οποία για την εποχή και τα μέσα που υπήρχαν δεν μπορούσε ν αντιμετωπιστεί. 
Ο ίδιος μιλούσε άπταιστα γαλλικά, κάτι που δεν γνώριζαν οι στρατιωτικοί γιατροί: Σε συνομιλία που είχαν μεταξύ τους στα γαλλικά, τους άκουσε να λένε ότι ο ασθενής (δηλαδή ο ίδιος) δεν είχε καμία ελπίδα να ζήσει! Αμέσως παρακάλεσε τις νοσοκόμες να στείλουν τηλεγράφημα στον αγαπημένο του αδελφό του Μανώλη στο οποίο του έγραφε: 
«Αν θέλεις να με δεις ζωντανό θυσίασε το μηνιάτικο σου από τα
ΚΤΕΥΛ κι έλα να με δεις. Ίσως με προλάβεις!» 
Σαστισμένος ο Μανώλης και ολόκληρη η οικογένεια που δεν γνώριζαν τίποτε, ξεκίνησε αμέσως με καράβι για την Αθήνα. Τον πρόλαβε ζωντανό στο Νοσοκομείο. Μίλησαν ελάχιστα. Μέσα στον πυρετό και τα ρίγη που είχε, του εξέφρασε την τελευταία του επιθυμία: 
Του ζήτησε να κορνιζώσει το πτυχία του και να κρατήσει τα βιβλία του. Να βλέπει το πτυχίο του όλος ο κόσμος όπως του είπε. 
Ο Μανώλης λύγισε εκείνη την ώρα. Ήταν αδύνατο να αντέξει μόνος του το βάρος αυτό. Επικοινώνησε αμέσως με τον αδελφικό του φίλο τον Φώτη Μαριά, που υπηρετούσε στο στρατόπεδο της αεροπορίας στη Λάρισα. Του ζήτησε να πάει εκεί, αλλά ο Φώτης δεν πρόλαβε να τον δει ζωντανό! Σε κανέναν άλλον δεν είχε μιλήσει με τόσες λεπτομέρειες για εκείνη την θλιβερή μέρα. Μόνο στη σύζυγό του την Ασήμενα κι αυτό αρκετά χρόνια μετά. 
Έφυγε από τη ζωή στις 28 Απριλίου 1955, σε ηλικία μόλις 23 ετών. Η κηδεία του έγινε στην Αθήνα παρουσία του αδελφού του Μανώλη Κυπριώτη, του συμμαθητή του Γιώργου Κρητικού (πατέρα του Παναγιώτη και του Λάμπρου) του Λάμπρου Διακολαμπριανού, της θείας του της Μαρίαςκαι του φίλου του που είχε γνωρίσει στην Αθήνα. Μετά από τρία χρόνια ο αδελφός του Μανώλης, μετέφερε τα οστά του στην Σορωνή όπου έγινε η δεύτερη ταφή του. 
Η αδελφική του φιλία με τον Φώτη Μαριά. 
Στα 89 του χρόνια σήμερα, ο Φώτης Μαριάς, με καταγωγή από τη Ψίνθο, δέχθηκε με πολύ χαρά, αλλά με βαθειά συγκίνηση (όπως μπορεί να διακρίνει κανείς από το βίντεο) να μιλήσει για τον
Κώστα, τη φιλία τους αλλά και τη Σορωνή που ο ίδιος αγάπησε. Ήταν ο πιο επιστήθιος ίσως φίλος του. Ο Φώτης έρχονταν στη Σορωνή κάθε καλοκαίρι, έμενε στο χωριό τον γνώριζαν όλοι και τους γνώριζε όλους. 
65 χρόνια έχουν συμπληρωθεί από το θάνατο του Κώστα. Κι όμως, μέχρι σήμερα, Ο Φώτης Μαριάς, τον «βλέπει» καθημερινά στις φωτογραφίες, θυμάται και σωπαίνει. Τον βλέπει και στον ύπνο του ακόμα πολλές φορές. Γιατί οι αληθινές φιλίες, είναι βαθύτατα χαραγμένες στη ψυχή μας και δεν αλλοιώνονται ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν. 
Αξίζει να προσέξει κανείς με πολύ προσοχή, τα λόγια του Φώτη Μαριά. Για τις πληροφορίες που υπήρχαν, αναφορικά με το πώς το νέο αυτό παλικάρι από τη Σορωνή έφθασε στο θάνατο. Τα καψόνια, οι κακουχίες και η ταλαιπωρία που υπέστη, τον οδήγησαν ουσιαστικά στην τραγωδία. Ένα έγκλημα, χωρίς τιμωρία 65 χρόνια μετά. 
Σήμερα, η τελευταία επιθυμία του Δασκάλου Κωνσταντίνου Κυπριώτη του Νικολάου και της Μαρίας, εκτελείται πιστά με τον
πιο εντυπωσιακό ίσως τρόπο: Το πτυχίο του, θα παραμείνει για πάντα «κορνιζωμένο» εδώ. Στην ομάδα της «παλιάς Σορωνής». Για να το βλέπουν όλοι οι συγχωριανοί του σε ολόκληρο τον κόσμο. Να τον καμαρώνουμε και να τον θυμόμαστε. 
Ευχαριστώ την Μαρία και την Ασήμενα Κυπριώτη, την Βαρβάρα και την Παρασκευή Μπογδάνου για τις πολύτιμες πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό, τον θείο του Ιάκωβο Κυπριώτη για τις πληροφορίες που άντλησα μέσα από το βιβλίο του καθώς επίσης και τον επιστήθιο φίλο του Φώτη Μαριά, ο οποίος με βαθειά συγκίνηση αλλά και πολύ μεγάλη χαρά, μίλησε στην «παλιά Σορωνή» για τον Κώστα μας. 


Μιχάλης Μαστής 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: https://www.facebook.com/groups/2637261696541637/permalink/2711959229071883/

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Οι πρώτοι ελεύθεροι αγώνες στον Άγιο Σουλά

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Οι πρώτοι ελεύθεροι αγώνες στον Άγιο Σουλά 


Σαν σήμερα, πριν από 72 ολόκληρα χρόνια, έγιναν οι πρώτοι αγώνες μετά την απελευθέρωση από τους Ιταλούς κατακτητές και την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με τη μητέρα Ελλάδα, στο γήπεδο του Αγίου Σουλά. 
Ο Γιάννης Αντωνάς, αγαπητός φίλος της ομάδας μας «παλιά Σορωνή» έψαξε, βρήκε τις φωτογραφίες και μας τις παραχώρησε. Οποιοδήποτε υλικό (ιστορικό και φωτογραφικό) έχει σχέση με το χωριό μας, τους κατοίκους και την ιστορία μας είναι για μας πάντα ευπρόσδεκτο. 
Περιλαμβάνονται στις φωτογραφίες αυτές, μεταξύ άλλων ο Αντώνης Καραγιάννης, δάσκαλος από τη Θολό (πατέρας της Μαρίκας, του Σάββα, του Νίκου, του Σπύρου και της Μαίρης) ο ίδιος ο Σάββας Καραγιάννης (μετέπειτα βουλευτής, δήμαρχος και Νομάρχης) σε παιδική ηλικία, καθώς επίσης και τα αδέλφια Γιώργος και Διαμαντής Ατσίδης. 
Ο πατέρας του Γιάννη, Σάββας Αντωνάς ήταν ένας σπουδαίος αθλητής για την εποχή. Γεννήθηκε το 1925 και απεβίωσε το 2007. 
Ως αθλητής είχε διακριθεί και στον στίβο αλλά και στις ομάδες του Δωριέα και της Μικτής Δωδεκανήσου, με πολλές επιτυχίες εντός κι εκτός του νησιού μας. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις μαρτυρίες μεγαλυτέρων, η οικογένεια του Σάββα Αντωνά εγκαταστάθηκε στη Θολό, στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά η καταγωγή της είναι από τη Σορωνή. 
Τους συγκεκριμένους αγώνες, όπως είχε διηγηθεί ο Σάββας Αντωνάς στον γιό του Γιάννη, παρακολούθησαν τότε χιλιάδες Ροδίτες που ήρθαν στο γήπεδο του Αγίου Σουλά από ολόκληρο το νησί μας. 
Η ομάδα μας, αξίζει να σημειώσουμε ότι αγκαλιάζεται καθημερινά από ολοένα και περισσότερους, συγχωριανούς και φίλους από όλο τον κόσμο. 
Λατρεύουν όπως όλοι μας αυτή την προσπάθεια που γίνεται, τους αρέσει και μας ακολουθούν. Κι εμείς τους ευχαριστούμε γι αυτό από την καρδιά μας. 

Μιχάλης Μαστής 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: https://www.facebook.com/groups/2637261696541637/permalink/2709208886013584/

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Γιώργος Κυρμιχάλης και Νικόλαος Σάββας. Η Επιχείρηση ANGLO

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Γιώργος Κυρμιχάλης και Νικόλαος Σάββας. Η Επιχείρηση ANGLO 

Δια χειρός του αγαπημένου μου συναδέλφου Γιώργου Ζαχαριάδη, του ανθρώπου που γνωρίζει ίσως καλύτερα και βαθύτερα από όλους μας τη νεότερη ιστορία του τόπου, είναι γραμμένο το κείμενο. Με πρωταγωνιστές δύο πατριώτες – ήρωες, που έδωσαν τη ζωή τους υπερασπίζοντας τον τόπο από τους κατακτητές. 
Το ετοίμασε, για την ομάδα μας «Παλιά Σορωνή» (στην οποία είναι κι ο ίδιος μέλος) για να μείνει για πάντα εδώ. Τον ευχαριστούμε και το παραθέτουμε, όπως γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στη «Ροδιακή» από τον ίδιο: 
“Πρωταγωνιστές σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στο Αιγαίοι κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου ήταν δύο Δωδεκανήσιοι. Ο Νικόλαος Σάββας από το Καστελλόριζο και ο Γεώργιος Κυρμιχάλης από τη Σορωνή μαζί με Άγγλους κομάντος και ‘Έλληνες στρατιώτες πήραν μέρος στην " Επιχείρηση ANGLO" που διαδραματίστηκε στο νησί μας τον Σεπτέμβριο του 1942 και είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή πολλών εχθρικών αεροπλάνων στο αεροδρόμιο της Καλάθου. 
Οι δύο Δωδεκανήσιοι πατριώτες ήταν μέλη της ομάδας, που μαζί με ‘Άγγλους κομάντος, βοήθησαν σημαντικά στην επιχείρηση αυτή, η οποία χαρακτηρίστηκε ως μία από τις πιο δύσκολες και επιτυχημένες στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο κατά τη διάρκεια του β΄ παγκόσμιου πολέμου. 
Δυστυχώς τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα για την ιστορία της Δωδεκανήσου τείνουν να ξεχαστούν !.. Η ιστορία του τόπου μας, των ηρώων μας, δυστυχώς δεν διδάσκεται σήμερα στα σχολεία μας όπως παλαιότερα. Κάποιοι τους «διέγραψαν», όχι όμως από τη μνήμη του λαού μας.
Η επιχείρηση ξεκίνησε τη βροχερή νύχτα της 12ης Σεπτεμβρίου 1942, αφού προηγουμένως οι δύο Δωδεκανήσιοι (οι οποίοι είχαν δραπετεύσει στη Μέση Ανατολή και κατετάγησαν στον ελληνικό στρατό) μαζί με δύο άλλους ‘Έλληνες αξιωματικούς και δέκα Άγγλους επιβιβάστηκαν στο λιμάνι της Βηρυτού στο θρυλικό υποβρύχιο «Παπανικολής» και κατόρθωσαν να αποβιβαστούν σε παραλία του Χαρακιού. Έτσι ξεκίνησε η επιχείρηση. 
Οι δύο Δωδεκανήσιοι χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως οδηγοί προς τα αεροδρόμια Καλάθου και Μαριτσών και με τη βοήθεια και άλλων Ροδιτών πατριωτών ,οδήγησαν τις ομάδες στην επίτευξη των στόχων τους. 
Το αποτέλεσμα ήταν να ανατιναχθούν δέκα αεροπλάνα στο αεροδρόμιο Καλάθου, αλλά οι κομάντος δεν κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα Μαριτσά.
Ύστερα από εκτεταμένες έρευνες οι Ιταλοί κατόρθωσαν να συλλάβουν τους δύο Δωδεκανήσιους ,τους Έλληνες αξιωματικούς και τους ‘Άγγλους κομάντος, εκτός από τον επικεφαλή της επιχείρησης Ντέιβιντ Σαδερλαντ και τον δεκανέα Ντουγκάν οι οποίοι κατόρθωσαν να διαφύγουν. 
Όλοι οι συλληφθέντες κρίθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα στην Ιταλία ,ενώ οι δύο Δωδεκανήσιοι επειδή θεωρήθηκαν Ιταλοί υπήκοοι ,προσήχθησαν σε δίκη στις 5 Οκτωβρίου., όπου το Ειδικό Δικαστήριο καταδίκασε τον Νικόλαο Σάββα σε θάνατο και τον Γεώργιο Κυρμιχάλη σε ισόβια. Ο Νικόλαος Σάββας εκτελέστηκε δύο μέρες αργότερα και ο Γεώργιος Κυρμιχάλης καταδικάστηκε σε ισόβια, μεταφέρθηκε δε στην Ιταλία όπου προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στη Ρόδο στις 15 Αυγούστου 1949 σε ηλικία μόλις 26 χρόνων.
Σημειώνεται ότι η θανατική καταδίκη και η εκτέλεση του Νικολάου Σάββα είναι η πρώτη που έγινε από τους Ιταλούς στη Ρόδο. 

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ANGLO
Για την επιχείρηση ΑΝGLO έχει γράψει ένα βιβλίο ο δικηγόρος και πρώην δήμαρχος Γιώργος Βρούχος, ενώ έχει γυριστεί και κινηματογραφική ταινία από τους ‘Άγγλους. Το 1998 ο Ντέιβιντ Σάδερλαντ ήρθε στη Ρόδο μαζί με Άγγλους κομάντος και πραγματοποίησε μια αναπαράσταση της επιχείρησης !..
Με την υπόθεση των δύο Δωδεκανησίων πατριωτών έχει ασχοληθεί ο Γιώργος Βρούχος στις «Αναμνήσεις» (κείμενα αδημοσίευτα) και με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο, περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των δραματικών ημερών. Αξίζει να μεταφερθούν εδώ μερικά αποσπάσματα από τις «Αναμνήσεις» του Γιώργου Βρούχου για τον Νικόλαο Σάββα και τον Γιώργο Κυρμιχάλη: 
«Ο Γιώργος Κυρμιχάλης, από τη Σορωνή, εισπράχτορας των λεωφορείων, 17 ετών, ο Καστελλοριζιός, εισπράχτορας κι’ αυτός, Νίκος Σάββας και ο επίσης Καστελλοριζιός μαραγκός Λουκάς Τσάπατζης, είχαν φύγει τη νύχτα της 14ης Νοεμβρίου του 1941 με μια κλεμμένη βάρκα στην Τουρκία και με χίλια βάσανα έφτασαν στις 14 Φεβρουαρίου 1942, τρεις μήνες αργότερα, στο Χαλέπι της Συρίας όπου κατατάχθηκαν στον Ελληνικό Στρατό της Μέσης Ανατολής.
 
Οι ‘Αγγλοι που σχεδίαζαν μια καταδρομή στα αεροδρόμια της Ρόδου θεώρησαν ότι τα παιδιά αυτά που ήρθαν πρόσφατα από τη Ρόδο θα ήταν πολύτιμοι οδηγοί στην επιχείρησή τους και τους ζήτησαν να συμμετάσχουν στην αποστολή. Τους προειδοποίησαν ότι αν συλλαμβάνονταν θα αντιμετώπιζαν την θανατική ποινή γιατί ήταν ιταλοί υπήκοοι. Αυτοί απάντησαν ότι γνώριζαν τον κίνδυνο αλλά παρά ταύτα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην επιχείρηση που ονομάστηκε ANGLO. 
Στις 31 Αυγούστου 1942 δέκα άνδρες των ειδικών δυνάμεων καταδρομών του Special Boat Squadron, οκτώ ‘Αγγλοι, δύο ‘Ελληνες, ο λοχαγός Γιώργος Τσούκας και ο έφεδρος σημαιοφόρος Γιώργος Καλαμβοκίδης, και οι Σάββας και Κυρμιχάλης, επιβιβάστηκαν στο θρυλικό υποβρύχιο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ στο λιμάνι της Βηρυττού. Τη νύχτα της 4ης Σεπτεμβρίου αποβιβάστηκαν στην παραλία Κόκκινη ‘Αμμος κοντά στο Χαράκι. Η αποστολή χωρίστηκε σε δύο ομάδες. 
Η μία με επικεφαλής τον λοχαγό Τράμπ ‘Αλλοτ και οδηγό τον Γιώργο Κυρμιχάλη κατευθύνθηκε στο αεροδρόμιο των Μαριτσών. Η άλλη με αρχηγό τον υπολοχαγό Ντέβιντ Σάδερλαντ και οδηγό τον Νίκο Σάββα θα πρόσβαλλε το αεροδρόμιο Καλάθου. Η επίθεση στα αεροδρόμια ορίστηκε να γίνει συγχρόνως τα μεσάνυχτα της 12ης Σεπτεμβρίου. Ο Νίκος Σάββας πήγε μια νύχτα στη Μαλώνα στο σπίτι του φίλου του Παύλου Μουστακέλλη και του ζήτησε πληροφορίες. Ο Παύλος ήταν βοσκός και ο αδελφός του Αντώνης αγροφύλακας και γνώριζαν στην εντέλεια την περιοχή. ‘Ηξεραν τα ναρκοπέδια και τις αφύλαχτες διαβάσεις και οδήγησαν την ομάδα με ασφάλεια στο αεροδρόμιο. 
Ο Κυβερνήτης Δωδεκανήσου Ναύαρχος Inigo Campioni, σε μια από τις αναφορές του προς το Γενικό Επιτελείο, γράφει ότι είναι μεν γνωστή η ικανότητα των ειδικών μονάδων των Άγγλων commandos, αλλά η προσπέλαση στο αεροδρόμιο Καλάθου που περιβάλλεται από συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την βοήθεια κάποιου ντόπιου που γνώριζε καλά την περιοχή. Και είχε δίκαιο. 
Οι αδελφοί Μουστακέλλη υπήρξαν πολύτιμοι οδηγοί και συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία της επιχείρησης. Καταστράφηκαν δεκαπέντε αεροπλάνα και μια αποθήκη καυσίμων στην Κάλαθο. Η ομάδα που μπήκε στο αεροδρόμιο Μαριτσών δεν υπήρξε τόσο τυχερή γιατί η φρουρά του αεροδρομίου ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από την Κάλαθο και τέθηκε εγκαίρως σε κατάσταση συναγερμού αναγκάζοντας τους καταδρομείς να αποχωρήσουν μόλις είχαν αρχίσει το έργο τους και είχαν προλάβει να ανατινάξουν μόνο δύο αεροπλάνα.. 
Οι Ιταλοί έβγαλαν περιπόλους που χτένιζαν την περιοχή από τα αεροδρόμια προς την ακτή της Μαλώνας και συνέλαβαν πρώτα την ομάδα του λοχαγού Tramp Allot που ερχόταν από τα Μαριτσά και έπειτα από δυο μέρες πέντε μέλη της ομάδας του υπολοχαγού David Sutherland, και συγκεκριμένα τους δύο ‘Ελληνες αξιωματικούς, τον Νίκο Σάββα και δύο ‘Αγγλους. Ο Σάδερλαντ και ο δεκανέας Duggan που διέφυγαν από εξαιρετική τύχη την σύλληψη, την προκαθορισμένη ώρα που θαρχόταν το υποβρύχιο, του διαμήνυσαν μ’ένα ηλεκτρικό φακό ότι θα πήγαιναν προς αυτό. κολυμπώντας. Μετά από μιάμιση ώρα, εξαντλημένοι από το κρύο και την κούραση, κατάφεραν να το φτάσουν μέσα στο σκοτάδι και να επιστρέψουν στην Βηρυττό. 

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΚΥΡΜΙΧΑΛΗ
Από τους συλληφθέντες οι Άγγλοι και οι Έλληνες θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και προωθήθηκαν σε στρατόπεδα στην Ιταλία. Οι Νίκος Σάββας και Γιώργος Κυρμιχάλης όμως ήταν ιταλοί υπήκοοι και το Ειδικό Δικαστήριο για την ‘Αμυνα της Κτήσεως (Tribunale Speciale per la Difesa del Possedimento) τους κατεδίκασε, όπως γράφω πιο πάνω, σε θάνατο τον Νίκο Σάββα και σε ισόβια δεσμά τον Γιώργο Κυρμιχάλη. Ο Νίκος εκτελέστηκε δυο μέρες αργότερα. 
Ο Γιώργος μεταφέρθηκε στην Ιταλία και κλείστηκε στις Φυλακές Σαν Τζιμινιάνο κοντά στην πόλη Σιένα της Τοσκάνης. Εκεί προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στη Ρόδο στις 15 Αυγούστου 1949 σε ηλικία 26 ετών. 
Αξίζει να μεταφέρω εδώ την εξιστόρηση των τελευταίων ωρών του ήρωα Σάββα από τον ιταλό στρατιωτικό ιερέα Don Giuseppe della Vedova ο οποίος εξέδωσε το 1957 ένα βιβλίο με τίτλο Il palo della morte Γράφει ότι τον προβλημάτισε σοβαρά η θρησκευτική συμπαράσταση στον θανατοποινίτη Σάββα που ήταν Ορθόδοξος. 
Απευθύνθηκε στον αρχιδιάκονο Απόστολο Παπαιωάννου ο οποίος τον συνόδευσε στο σπίτι του Παπα Γιάννη Λουκά, εφημέριου του Αγίου Γεωργίου, και πήγαν και οι τρεις μαζί στις φυλακές.
«Οδήγησα τον ορθόδοξο συνάδελφο στο κελλί– γράφει ο Ντον Τζιουζέππε– Γνώριζε τον Σάββα αλλά η συνάντηση δεν ήταν εγκάρδια. Φόρεσε το πετραχήλι, εξομολόγησε και κοινώνησε τον δύστυχο, κι’αφού τον ευλόγησε με διάφορα σημεία του σταυρού, χωρίς πολλά λόγια, έφυγε. ’Εμεινα με τον άτυχο νέο ως το βράδυ. Μιλήσαμε για τους γονείς του, για την αδελφή του που ήταν παντρεμένη στην Αλεξάνδρεια και τον άφησα βεβαιώνοντας τον ότι θα φρόντιζα για την μετατροπή της ποινής, πράγμα που έκαμα χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ισχυριζόταν ότι ήταν άγγλος στρατιώτης* με δικαίωμα να θεωρηθεί αιχμάλωτος πολέμου και να τύχει της ανάλογης μεταχείρισης σύμφωνα με τον διεθνή κώδικα. Αλλά ήταν αιγαίος πολίτης με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ιταλού. Στις δυόμισι το πρωί γύρισα κοντά του με την διαταγή του Δικαστηρίου να του ανακοινώσω ότι η αίτηση χάριτος είχε και πάλι απορριφθεί και ότι η απόφαση θα εξετελείτο την αυγή. Μπήκα στο κελί κρατώντας στο αριστερό μου χέρι ένα κερί. 
’Ήταν βυθισμένος και πετάχτηκε σαν αγρίμι κυνηγημένο από το φως. Διάβασε στο βλέμμα μου τον θάνατο. Σαν να βλέπω ακόμα τα διεσταλμένα μάτια, τα σχεδόν παραλυμένα από την νευρική συστολή χέρια, την κέρινη όψη με σταγόνες κρύου ιδρώτα. «Λοιπόν» με ρώτησε με αδύνατη φωνή στην οποία υπήρχε μια απελπισμένη έκκληση στη ζωή. Δεν απάντησα. Συνέχισα να τον κοιτάζω επίμονα, ώστε να εισχωρήσω στην πονεμένη ψυχή του, να με καταλάβει, να μη με υποχρεώσει να ξεστομίσω τη λέξη που δεν είχα το θάρρος να προφέρω. Με τις λέξεις που μου υπαγόρευσε ο Θεός, του ανακοίνωσα την διαταγή του Δικαστηρίου. Ύστερα του είπα: «Έλα να προσευχηθούμε.» Προσευχήθηκε μαζί μου στα ιταλικά. Είπε στον Θεό ότι αποδεχόταν τον θάνατο, ότι δεν τον αναθεμάτιζε, ότι δεν μνησικακεί με κανένα, ούτε με τους Άγγλους που τον έστειλαν, ούτε με τους Ιταλούς που θα τον εκτελούσαν. Δεν έκλαιε. Το είχε πάρει απόφαση. 
Τώρα επιθυμούσε νάρθει γρήγορα η στιγμή της εκτέλεσης. Κοίταξε ψηλά στον φεγγίτη. Χάραζε. Ακούστηκαν βήματα. Η πόρτα του κελλιού άνοιξε και πρόβαλε ένας αξιωματικός συνοδευόμενος από μερικούς στρατιώτες. «Να συντομεύουμε» είπε ο κατάδικος. Η αγωνία είναι πιο βασανιστική από τον θάνατο που γίνεται απολύτρωση. Επέσπευδε το αναπόφευκτο. Ακόμη και ο Χριστός είπε στον Ιούδα το τελευταίο βράδυ της ζωής του: «Κάμε γρήγορα αυτό που θέλεις να κάμεις» προτρέποντάς τον στην θεοκτονία. Βγήκαμε και ανεβήκαμε στο φορτηγό που μας περίμενε έξω από την φυλακή. Προσευχόμασταν και συνομιλούσαμε μέχρι που φτάσαμε στο καθορισμένο σημείο όπου είχε παραταχθεί ένα ολόκληρο τάγμα και μπροστά από το τάγμα ήταν έτοιμο το εκτελεστικό απόσπασμα και πλάι του ένα ένοπλο άγημα. Τον βοήθησα να κατεβεί από το φορτηγό. Με ρώτησε: «Θα περιμένουμε να βγει ο ήλιος;» «Όχι - απάντησα – Η εκτέλεση θα γίνει αμέσως.» «Ευτυχώς» πρόσθεσε καθησυχασμένος. Προχωρήσαμε προς την παραλία όπου είχε τοποθετηθεί μια καρέκλα μ’ένα σκοινί. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από πίσω μας ο χαρακτηριστικός ήχος που ακολουθεί το παράγγελμα ‘‘Εφ’όπλου λόγχη.’’ «Θα με σουβλίσουν;» με ρώτησε. «Όχι, ησύχασε, θα σε πυροβολήσουν.» Ίσως να είναι παρηγοριά στον άνθρωπο η διαβεβαίωση ότι θα τον τουφεκίσουν κι’ότι δεν θα τον τρυπήσουν με την λόγχη. Τον κάθισαν στην καρέκλα με την πλάτη στραμμένη στο απόσπασμα.** Βοήθησα να τον δέσουν έτσι που να μην πονά και του κάλυψα τα μάτια. Εκείνη τη στιγμή ψιθύρισε: Ύστερα θάρθουν οι Άγγλοι να μ’εκδικηθούν.» Ήταν ανθρώπινο να το πει. Όμως ο τόνος δεν ήταν τόνος μίσους. Ήταν μια απλή πρόβλεψη. Του ψιθύρισα στ’αφτί: «Πέθανε δίχως μίσος. Έτσι κι’έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν πια ούτε να σε βλάψουν, ούτε να σε βοηθήσουν. 
Σε λίγες στιγμές θα είσαι ενώπιον του Θεού ο οποίος θα σε συγχωρήσει στο ίδιο μέτρο που και συ θα έχεις συγχωρήσει. Αλήθεια Νικόλα, συγχωρείς;» «Ναι πάτερ, ναι.» Του έδωσα στο χέρι τον Εσταυρωμένο κι’αυτός τον ασπάστηκε με κατάνυξη κατά τον τρόπο που συνηθίζουν οι Ορθόδοξοι. «Γειά σου Νικόλα, θυμήσου με στον Παράδεισο. Σαν θα βρεθείς με τον Θεό πέστου να δώσει τέλος στον πόλεμο. Πρόσφερε τη ζωή σου στον Κύριο για να δώσει παρηγοριά στους γονείς σου.» «Μου είπε στ’αφτί: «Πέστε στους γονείς μου ότι δεν ήθελα να τους λυπήσω και τους ζητώ να με συγχωρήσουν.» «Εντάξει, στο καλό Νικόλα, καλήν αντάμωση στον Ουρανό.» Τον φίλησα και με φίλησε κι’αυτός. Τραβήχτηκα πέρα. ‘Υψωσα τον Εσταυρωμένο ψιθυρίζοντας τις προσευχές των ετοιμοθανάτων. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος αξιωματικός έκαμε ένα νεύμα με το χέρι και έφυγαν έντεκα σφαίρες που γάζωσαν το σώμα του Σάββα σε διάφορα σημεία. 
Αναπήδησε στην καρέκλα και τούπεσε το κάλυμμα από τα μάτια που είχαν μείνει ορθάνοιχτα προς τον ήλιο ο οποίος αναδυόταν εκείνη τη στιγμή από την θάλασσα. ‘Ισως νάβλεπε κιόλας τον Θεό. Έκαμα ένα βήμα προς το μέρος του όταν ακούστηκε ακόμη μια εκπυρσοκρότηση. Ένας στρατιώτης του αποσπάσματος, είτε από την συγκίνηση, είτε από εμπλοκή του όπλου του, πυροβόλησε καθυστερημένα. Πλησίασε ο γιατρός και διαπίστωσε τον θάνατο. Βοήθησα να τον λύσουν και να τον εναποθέσουν στο φέρετρο που ήταν έτοιμο και κρυμμένο πιο πέρα, κι’έπειτα τον συνόδεψα για την ταφή στο ορθόδοξο νεκροταφείο. Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό, στις πύλες της Ανατολής, πάνω από μερικούς στρατιώτες που σ’ένα νεκροταφείο της Ρόδου έθαβαν ένα στρατιώτη που αυτή σκότωσαν, την ίδια στιγμή που στα πεδία των μαχών της Δύσης φώτιζε τα πρόσωπα εκατοντάδων άλλων νεκρών. Συμπληρωνόταν ο μέγας νόμος της Ιστορίας που όλοι, θέλοντας και μη, εφαρμόζουν. Μετά από λίγες μέρες μίλησα με τον στρατιωτικό ιερέα του Καστελλόριζου. Τον παρεκάλεσα να μεταφέρει στους γονείς του Σάββα τα τελευταία λόγια του. Τώρα κοιμάται στους βράχους του πελάγου του Ομήρου που διηγείται την απάνθρωπη τραγωδία της ανθρωπότητας. 
-------------
* Ήταν Έλληνας στρατιώτης αλλά ίσως να πίστευε ότι τον συνέφερε να λέει πως ήταν Άγγλος. 
*Ο τουφεκισμός στην πλάτη ήταν ατιμωτικός και αυτή την μεταχείριση είχαν οι προδότες
-------------
Ο δικηγόρος Μανώλης Παπαιωάννου, Πρόεδρος της Εταιρείας Ροδιακών Μελετών, έγραψε στην ΡΟΔΙΑΚΗ ότι το βιβλίο έπρεπε να μπει σε όλα τα ροδίτικα σπίτια και με πρωτοβουλία του φιλοτεχνήθηκαν οι προτομές των δύο ηρώων που στήθηκαν κάτω από τον αιωνόβιο φύκο στη Νέα Αγορά, στην συμβολή των οδών Γαλλίας και Αβέρωφ. Στα αποκαλυπτήρια των προτομών ήταν παρών και ο, εν αποστρατεία πια, συνταγματάρχης Νταίβηντ Σάδερλαντ». 

Μιχάλης Μαστής 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: https://www.facebook.com/groups/2637261696541637/permalink/2704024836531989/

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η Βαρβάρα η “Μπέλλενα”. Η νοσοκόμα του χωριού μας.

Γράφει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μαστής 

Η Βαρβάρα η “Μπέλλενα”. Η νοσοκόμα του χωριού μας. 
Όταν μυρίζω μπλε οινόπνευμα κι όταν βλέπω βαμβάκι, η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό μέχρι σήμερα, είναι η φιγούρα της Βαρβάρας του Μπέλλου. 
Την είχα ταυτίσει με γιάτρισσα, αφού όποιος αρρώσταινε στη γειτονιά μας η Βαρβάρα έτρεχε να τον κάνει καλά. Ντυμένη στα μαύρα την θυμάμαι πάντα. Με ένα τσιγάρο στο στόμα (σπάνιο γεγονός για τη Σορωνή της δεκαετίας του ’70 να καπνίζει γυναίκα) και φωνή βραχνή. Που γίνονταν ακόμα πιο βραχνή όταν γελούσε δυνατά με τα αστεία που άκουγε ή που έλεγε. 
Ήθελα από πολλά χρόνια να γράψω δημόσια γι αυτή τη γυναίκα. Είτε επειδή ήταν φίλη της οικογένειας και του πατέρα μου, είτε επειδή την αγαπούσα ιδιαίτερα γιατί κι αυτή με αγαπούσε και με πρόσεχε. Πηγαίναμε συχνά με τον πατέρα μου στο «πάνω χωριό». Εκεί έμενε. Δίπλα στο σπίτι του Στέργου Χατζηκυριαζή και κοντά στο σπίτι του Έντγκαρ και της Φανής. 
Μας υποδέχονταν πάντα στην μικρή της αυλή, που έπρεπε -αν θυμάμαι καλά- να ανέβεις μερικά σκαλοπατάκια για να φτάσεις, αφού προηγουμένως άνοιγες μια μικρή καγκελόπορτα. Με το που μας έβλεπε, έβαζε πάνω το μπρίκι κι ετοίμαζε δύο καφεδάκια. Ένα για τον πατέρα μου κι έναν για εκείνη. Κουβέντιαζαν ώρα και γελούσαν. Έλεγαν για τα παλιά αλλά και τα νέα. Εμένα μου έβαζε χυμό ή φρούτα πάντα. 
Με ρωτούσε πάντα αν είμαι καλά και πως είναι η μητέρα και τα αδέλφια μου. 
- Καλά είμαι, καλά, πολύ καλά, απαντούσα εγώ γρήγορα. Γιατί αν δεν ήμουν, ήξερα τι με περίμενε. 
Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, η Βαρβάρα για μένα ήταν ο φόβος κι ο τρόμος. Χρειάστηκε να κάνω κάποιες ενέσεις κι η ίδια ως Νοσοκόμα, ανέλαβε το καθήκον της. Στην αρχή δεν ήξερα τι με περίμενε και παρακολουθούσα προσεκτικά το τελετουργικό της όλης υπόθεσης: 
Ζητούσε αρχικά από τη μητέρα μου να βάλει στο πετρογκάζ μια μικρή κατσαρόλα με νερό. Στη συνέχεια άνοιγε μια μεγάλη τσάντα που είχε και έβγαζε από μέσα μια γυάλινη σύριγγα. Μετά ακολουθούσε η βελόνα. Και τα έριχνε μέσα στο νερό πριν ξεκινήσει να βράζει. Τα άφηνε εκεί για αρκετή ώρα να χοχλάσουν. 
Μετά με μια μεταλλική λαβίδα, τα έπιανε, τα έβαζε πάνω σε ένα άσπρο πανί που έμοιαζε με γάζα κι αφού κρύωναν λίγο, κούμπωνε την βελόνα στη σύριγγα. Στη συνέχεια η μητέρα μου της έδινε το φάρμακο. Ένα μικρό φιαλίδιο με λάστιχο στο πάνω μέρος και εκεί βύθισε μέσα τη βελόνα. Αφού ρουφούσε το υγρό με τη σύριγγα, θυμάμαι μετά την χαρακτηριστική της κίνηση, να χτυπά με δύναμη με το ένα της δάχτυλο την ένεση με το υγρό (όπως χτυπάμε τα καρπούζια για να δούμε αν έχουν ωριμάσει) και μου έκανε την ένεση. 
- Δεν είναι τίποτα –έλεγε- αλλά έλα πουν ήταν! Εγώ ούρλιαζα από τον πόνο! 
Τις επόμενες φορές όταν την έβλεπα να έρχεται από την στροφή του «αχταρμά» έτρεχα και κρυβόμουν όπου έβρισκα. 
Τι αστεία μου έλεγε, τι καραμέλες μου έδινε, εγώ εκεί… να τρέμω και να φοβάμαι. Μέχρι που μια μέρα μου πε, ότι δεν πρόκειται να κάνουμε άλλες ενέσεις γιατί η σύριγγα που είχε έσπασε! Άλλαξε όλος μου ο κόσμος αμέσως. Και τότε έγινε και πάλι η αγαπημένη μου Βαρβάρα. 
Γεννήθηκε το 1930 στη Σορωνή. Ήταν 4ο παιδί από τα 9 του Αναστάση Μαστή και της Δέσποινας Διακοδημητρίου. 
Παντρεύτηκε με τον Παναγιώτη Μπέλλο , ο οποίος έφυγε στη Βραζιλία για να δουλέψει, ενώ η ίδια έμεινε πίσω λόγω της εγκυμοσύνης της. Τον ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1954 μαζί με τον γιό τους, Αντώνη. 
Στη Βραζιλία δούλεψε ως νυχτερινή νοσοκόμα και πήρε δίπλωμα μαίας με το οποίο εργάζονταν. Επέστρεψαν στη Ρόδο το 1967. 
Δούλεψε ως μαία στη μαιευτική κλινική του Καραγιάννη και μετά στο νοσοκομείο της Ρόδου. Στο χωριό μας εργάστηκε επίσης στο κυλικείο του Γυμνασίου κάποια χρόνια. 
Απεβίωσε το 2004 σε ηλικία 74 ετών. Κι όλοι εμείς που την γνωρίσαμε, δεν την ξεχάσαμε ποτέ. Την θυμόμαστε πάντα με αγάπη, νοσταλγία και καλοσύνη γιατί ήταν μια αγωνίστρια της ζωής. 
Ευχαριστώ τα παιδιά της Αντώνη και Παρασκευή και τον εγγονό της Παναγιώτη, για τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες που μου εμπιστεύτηκαν. 

Μιχάλης Μαστής 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ομάδα «Παλιά Σορωνή»: 

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου