Αλλαγή πλεύσης του Ιστολογίου “ΡΟΔΟΣυλλέκτης”

Το Ιστολόγιο του ΡΟΔΟΣυλλέκτη, απευθύνεται σε όσους αγαπούν τον τόπο τους… εδώ είναι λοιπόν και περιμένει τα δελτία για τις εκδηλώσεις και τις δράσεις των Πολιτιστικών Συλλόγων αλλά και ότι αφορά τον τόπο μας – ακόμα και την πολιτική… Το Email μας είναι: r.telxinas@yahoo.gr

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Το Αιγαίο κατά την Αρχαιότητα

Για παραπομπή: Καπώνης Αντώνιος, Φέρλα Κλεοπάτρα, «Το Αιγαίο κατά την Αρχαιότητα», 2005, 
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου 

1. Εισαγωγή 
Το νησιωτικό τμήμα του Αιγαίου πελάγους δεν αποτέλεσε κατά την αρχαιότητα ένα ενιαίο σύνολο ούτε πολιτικά, αλλά επηρεαζόταν από τις σχέσεις που ανέπτυσσε το κάθε νησί με ηπειρωτικές μονάδες, είτε της Μικράς Ασίας είτε της Ελλάδας, ούτε γεωφυσικά, όπου επίσης κάθε νησί έχει τις ιδιαιτερότητές του. Εν τούτοις, υπάρχει στα νησιά ένας ιδιαίτερος αιγαιακός χαρακτήρας που συνδέεται τόσο με τη «νησιωτικότητα», όσο και με το ρόλο τους ως ενός ενδιάμεσου κρίκου στην αλυσίδα της επικοινωνίας μεταξύ βορρά, νότου, ανατολής και δύσης. 

Αεροφωτογραφία της Δήλου. 
© copyrights Γιώργος Κουρούπης 

2. Ιστορικό πλαίσιο 
Μετά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής, το Αιγαίο βρίσκεται και πάλι στο κέντρο των ιστορικών εξελίξεων, οι οποίες δίνουν νέα ώθηση στη ζωή των νησιών. Οι μετακινήσεις των φύλων από την Ελλάδα προς Ανατολάς (ο λεγόμενος Α΄ Αποικισμός, 1100-950 π.Χ.) επηρέασαν τα νησιά τόσο πληθυσμιακά όσο και οικονομικά. Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της εποχής ήταν η ‘συνάντηση’ των Αιγαιοπελαγιτών με τους Φοίνικες, η οποία, μεταξύ άλλων, οδήγησε σε μια σημαντική πολιτισμική εξέλιξη δεδομένου ότι από αυτή προήλθε το φωνητικό αλφάβητο που αποτελεί τη βάση των σημερινών ευρωπαϊκών αλφαβήτων. 
Η εγκατάσταση των φύλων δεν έγινε τυχαία: Αιολείς αποίκησαν κυρίως την περιοχή του Β. Αιγαίου (Λέσβος και Τένεδος), Ίωνες του κεντρικού (Σάμος, Χίος, Κυκλάδες) και Δωριείς του νοτιοδυτικού (Ρόδος, Κως, Μήλος, Θήρα, Σύμη, Νίσυρος, Κάλυμνος), με τις αντίστοιχες περιοχές των μικρασιατικών παραλίων. Οι νέοι έποικοι έφεραν τα ήθη και τα έθιμά τους, στοιχείο που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάστηκαν στα διάφορα νησιά. Η αντίληψη της κοινής προέλευσης φαίνεται και από τα Κοινά που δημιουργήθηκαν: το Κοινόν των Ιώνων (ή Πανιώνιον), στο οποίο συμμετείχαν 12 πόλεις των οποίων οι πολίτες αυτοαποκαλούνταν Ίωνες, και την αμφικτυονία της Δωρικής Εξάπολις με κέντρο το ναό ιερό του Τριοπίου Απόλλωνος, στην οποία συμμετείχαν οι πόλεις που αποικίστηκαν από τους Δωριείς. 
Η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη οδήγησε σε νέα αποικιακή δραστηριότητα (Β’ Αποικισμός, 8ος-6ος αιώνας π.Χ.), με παράλληλη εξέλιξη τη δημιουργία του θεσμού της πόλης-κράτους και σημαντικές πολιτειακές εξελίξεις (μεταξύ αυτών η ίδρυση του Πανιωνίου) και , οι οποίες σταδιακά θα οδηγούσαν στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών. Η επαφή με διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς καθώς και η οικονομική ευρωστία που χαρακτηρίζει την περίοδο δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Το έπος και η λυρική ποίηση, η απαρχή της φιλοσοφίας αλλά και η διαμόρφωση του ιωνικού και δωρικού ρυθμού στην αρχιτεκτονική είναι θεμελιώδεις αλλαγές που έχουν τις απαρχές τους στο χώρο του Αιγαίου. 
Το τέλος του 6ου χαρακτηρίζεται από την έναρξη των συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων και Περσών. Στην Ιωνική Επανάσταση (499-494 π.Χ.) συμμετέχουν αρκετά νησιά του Αιγαίου, με αποτέλεσμα οι Πέρσες να υποτάξουν, μετά τη νίκη τους στη ναυμαχία της Λάδης (494 π.Χ.), μεγάλο μέρος των Κυκλάδων και τη Νάξο. Κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων, όσες πόλεις ήταν ελεύθερες πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Με τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, τα νησιά ακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις, όπως αυτές διαμορφώνονταν από τους δύο αντιπάλους, την Αθήνα και τη Σπάρτη. Έτσι, άλλοτε συμμετέχουν στην Α΄ (Δηλιακή, 478/7 π.Χ.) και στη Β΄ (378/7) Αθηναϊκή Συμμαχία, άλλοτε επαναστατούν κατά της Αθήνας (είναι γνωστή η εξέγερση των Μηλίων) και συμμαχούν με τη Σπάρτη και άλλοτε κατορθώνουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Η κατάσταση αυτή είχε επιπτώσεις και στο εσωτερικό των πόλεων: τα πολιτικά κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία προκαλώντας ακόμα και εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις ή συμμαχίες με Πέρσες ή άλλους σατράπες που κυριαρχούσαν στη Μικρά Ασία, αλλά πάντα μέσα στο γενικό γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Ιδιαίτερης σημασίας γεγονός αποτέλεσε η ήττα της Αθήνας στο Συμμαχικό Πόλεμο (357-355), κατά τον οποίο πολλά από τα νησιά του Αιγαίου εξεγέρθηκαν εναντίον της με τη βοήθεια του Μαύσωλου. Η κλασική περίοδος έληξε με την υποταγή όλων των αιγαιακών πόλεων στο Φίλιππο της Μακεδονίας με το Συνέδριο της Κορίνθου (336 π.Χ.). 
Κατά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία ο Ρόδιος στρατηγός Μέμνων, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα αντιμακεδονικό μέτωπο, ηγήθηκε του περσικού ναυτικού που έφθασε στο Αιγαίο το 335 π.Χ. και κατέλαβε τη Χίο και τη Λέσβο. Ο διάδοχός του Φαρνάβαζος κατέλαβε και την Τένεδο εξασφαλίζοντας την περσική κυριαρχία και στο υπόλοιπο Αιγαίο. Ο Αντίπατρος με διαταγή του Αλέξανδρου ανέλαβε την ανάκτηση των νησιών, η οποία επιτεύχθηκε το 331 π.Χ. 
Η περίοδος που ακολούθησε το θάνατο του Αλεξάνδρου βρίσκει τα νησιά του Αιγαίου στη δίνη των αντιπαραθέσεων μεταξύ των επιγόνων του. Το 314 π.Χ ο Αντίγονος Α΄ της Μακεδονίας κατόρθωσε να υπερισχύσει των υπολοίπων οργανώνοντας το Κοινό των Νησιωτών. Η ισχύς αυτή δεν διήρκεσε πολύ και τα νησιά του Αιγαίου βρίσκονταν ανάλογα με τις πολιτικές βλέψεις και την έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων πότε στο ένα και πότε στο άλλο βασίλειο. Αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης αποτέλεσε η πολιορκία της Ρόδου, το νησί που σε όλο το διάστημα των πολέμων μεταξύ των ελληνιστικών κρατών παρέμεινε ουδέτερο και πολύ ισχυρό. Η Ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.) δεν φαίνεται να επηρέασε την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, τα οποία όπως και άλλες μικρασιατικές πόλεις των παραλίων φαίνεται να διατηρούν την ελευθερία τους. 
Με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Οκταβιανού (43 π.Χ.) εντάσσονται και τα νησιά στην Επαρχία της Ασίας. Τα νησιά έπαψαν να βρίσκονται στο γεωγραφικό επίκεντρο των θαλάσσιων δρόμων. Μολονότι η πνευματική ζωή προχωρούσε σταθερά, τα νησιά γίνονταν δέκτες των πολιτικών εξόριστων των υπόλοιπων περιοχών, αλλά και των φιλομαθών ταξιδευτών της αυτοκρατορικής εποχής. 

3. Κοινωνία 

Ο πρωτοκυκλαδικός οικισμός της Αγίας Ειρήνης στην Κέα. 
© copyrights Γιώργος Κουρούπης 

Οι κοινωνίες της πρώιμης ελληνικής περιόδου στα νησιά δε διέφεραν πολύ από τις αντίστοιχες των ηπειρωτικών πόλεων. Στα νησιά με μεγάλη ενδοχώρα η δύναμη συγκεκριμένων οικογενειών συνδέεται με την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την ανάπτυξη του εμπορίου, καθώς και την εντατικοποίηση των επαφών με την Ανατολή (8ος – 7ος αιώνας). 
Έτσι, σταδιακά δημιουργήθηκαν μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, μικρότερες σε αριθμό από εκείνες των ηπειρωτικών πόλεων, που όμως συνέχιζαν να παίζουν το σημαντικότερο ρόλο μέσα στις πόλεις και σε κάποιες περιπτώσεις εξελίχθηκαν σε ομάδες εξουσίας. Οι νέες συνθήκες μετά τους Περσικούς Πολέμους έδωσαν την ευκαιρία στη μεσαία τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών να αναπτυχθούν. Με το εμπόριο ασχολιόταν μεγάλο μέρος του νησιωτικού και του παράλιου ηπειρωτικού πληθυσμού. 
Στην ελληνιστική εποχή στις Κυκλάδες μαρτυρούνται κοινωνικές εντάσεις στα νησιά Αμοργό, Θήρα, Κέω, Ίο, Σύρο, Νάξο, Κίμωλο και Πάρο, χωρίς όμως πάντα να έχουν κάποια σαφή ή σημαντική συνέπεια ή αλλαγή του κοινωνικού χάρτη. 
Στην αυτοκρατορική εποχή, είναι σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα στο δήμο και στους εύπορους ευεργέτες-επιφανείς πολίτες, οι οποίοι κατορθώνουν αρκετές φορές να αποκτήσουν τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη. Μολονότι η δράση τους μείωνε την αξία των δημοκρατικών θεσμών και σήμαινε τη μείωση της δύναμης των πόλεων-κρατών ως αυταρκών κοινοτήτων, ο δήμος πάντα εκδήλωνε τα συναισθήματα λατρείας και ευγνωμοσύνης στους ευεργέτες του. Ήδη όμως από τον 1ο αι. μ.Χ. παρατηρείται άνοδος της ελληνικής αστικής τάξης και στα νησιά του Αιγαίου, μέλη της οποίας κατορθώνουν να ανέλθουν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα, όπως ο Αχιλλεύς Ρωμαίος από τη Δήλο, ο Γάιος Σερτίνιος Ξενοφών (ιατρός του αυτοκράτορα Κλαυδίου) από την Κω, οι Πομπήιοι Μάρκοι από τη Μυτιλήνη και ο Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός Δωρίων Πολύκνις από την Κρήτη. Στον αιώνα όμως της κρίσης (3ος μ.Χ.) οι περισσότεροι που ανελάμβαναν σημαντικά αξιώματα είναι κατώτερης κοινωνικής προέλευσης και συχνά απελεύθεροι. 

4. Πολιτική 

Βιολόσχημο κυκλαδικό ειδώλιο από την Κίμωλο, σκίτσο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

4. 1. Η οργάνωση των πόλεων-κρατών στα νησιά 
Στα περισσότερα νησιά υπάρχει ένας ή περισσότεροι οικισμοί που χαρακτηρίζεται από τις πηγές ως «πόλις» (πόλη-κράτος). Σημαντικές πόλεις νησιών, όπως η Πάρος, η Νάξος και η Σάμος περιλάμβαναν στην επικράτειά τους μικρά γειτονικά νησιά. Σε αρκετά νησιά συναντώνται περισσότερες από μια πόλεις-κράτη (τότε ονομάζονται «δίπολις» ή «τρίπολις», κ.ο.κ.). 
Από νωρίς είχαν ιδρυθεί φυλετικές συνενώσεις νησιωτικών και ηπειρωτικών πόλεων στο ανατολικό Αιγαίο, η «Δωδεκάπολις» των Ιώνων με κέντρο το Πανιώνιο ιερό στον κόλπο της Εφέσου και η «Εξάπολις» των Δωριέων με κέντρο το Τριόπιο κοντά στην Κνίδο. Παρόμοια συνένωση ήταν αυτή της Αμφικτυονίας της Δήλου, στην οποία συμμετείχαν τα περισσότερα μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας. Άλλοτε οι ίδιες οι πόλεις ενός νησιού απετέλεσαν μέλη μίας ομοσπονδίας (π.χ. οι πόλεις της Κέω και της Αμοργού), ενώ αργότερα στα ελληνιστικά χρόνια οι περισσότερες από τις νησιωτικές πόλεις του Αιγαίου έγιναν μέλη του Κοινού των Νησιωτών. 
Για κάποια νησιά είναι γνωστό ότι ο πληθυσμός τους χωρίζονταν σε διάφορες γεωγραφικές και φυλετικές ομάδες, όπως «φυλαί, γένη, τριττύες, χώρους, δήμους». Οι κάτοικοι αρκετών νησιωτικών πόλεων διαιρούνταν στις τέσσερεις ιωνικές (Αργαδείς, Όπλητες, Αιγικορείς, Γελέοντες) ή στις τρεις δωρικές (Πάμφυλοι, Υλλείς, Δυμάνες) φυλές. Αργότερα σε αυτές τις φυλές προστέθηκαν και άλλες ανάλογα με την ιδιαίτερη εξέλιξη κάθε πόλεως, ενώ υπήρχαν και υποδιαιρέσεις, όπως οι «δήμοι» και οι «χιλιαστύες». 
Η εσωτερική πολιτική οργάνωση των πόλεων των νησιών του Αιγαίου, όχι μόνο των ιωνικών αλλά και των δωρικών, φαίνεται ότι είχε παρόμοια μορφή με εκείνη της αθηναϊκής πολιτείας. Κεντρικά όργανα της πολιτείας, τουλάχιστον στις περιόδους ολιγαρχίας και δημοκρατίας, ήταν συνήθως η «βουλή» και ο «δῆμος»/ «ἐκκλησία», ενώ το αξίωμα του οποίου η ενιαύσια αρχή ήταν η βάση του χρονολογικού συστήματος ήταν συχνά ο «ἄρχων». Άλλοι σημαντικοί τίτλοι αξιωμάτων που συναντώνται σε πολλές πόλεις είναι ο «γραμματεύς», ο «προστάτης», ο «ἐπιστάτης», οι «πρυτάνεις» και οι «πρόεδροι», οι «στρατηγοί», ο «πολέμαρχος» και ο «ἀγορανόμος» κ.ά. Σε ορισμένα νησιά (Λήμνος, Ίμβρος, Σκύρος) που βρίσκονταν κάτω από τον αθηναϊκό έλεγχο είχε εγκατασταθεί «διοικητὴς» ή «ἄρχων» και φρουρά της οποίας ηγείτο. Εξαίρεση όλων αυτών αποτελούσαν η Μήλος και η Θήρα, όπου μαρτυρούνται αντίστοιχα τα εξής όργανα: «πλῆθος», «ἀρχαὶ», «σύνεδροι» και, «ἔφοροι» και «δῆμος». 

4. 2. Τα πολιτεύματα και οι εναλλαγές τους 

Το περίφημο σύμπλεγμα της Αφροδίτης και του Πάνα από τη Δήλο, σκίτσο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

4. 2. 1. Aπό τη βασιλεία και την αριστοκρατία στην τυραννίδα 
Αρκετά νησιωτικά κράτη φαίνεται από νωρίς ότι κυβερνώνταν από κληρονομικούς βασιλείς και βασιλικές/ δυναστικές οικογένειες, αν και οι πληροφορίες για τις Κυκλάδες και τις Σποράδες είναι ελάχιστες. Στον 7ο αιώνα όμως σε πολλές περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στο ανατολικό Αιγαίο οι οικογένειες αυτές ανατράπηκαν είτε από άλλα αριστοκρατικά γένη, είτε από ολιγαρχίες, είτε από τυράννους. Οι σημαντικότερες τυραννίδες ήταν αυτές του Πιττακού στη Μυτιλήνη, του Λύγδαμι στη Νάξο και του Πολυκράτη της Σάμου. Τυραννίδες εμφανίστηκαν επίσης στη Χίο και την Κω

4. 2. 2. Η δημοκρατία και η κατάλυσή της 
Λίγο πριν αλλά και μετά την αποτίναξη της περσικής κυριαρχίας στο ανατολικό Αιγαίο στα περισσότερα νησιά εγκαθιδρύθηκαν δημοκρατίες που σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάστηκαν από την αθηναϊκή. Στην τελευταία φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου οι ευρύτερες εξελίξεις και η συνεχής αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Αθήνα οδήγησαν στην κατάλυση της δημοκρατίας στα περισσότερα νησιά. Η τελευταία αποκαταστάθηκε σε ορισμένα από αυτά κατά τον 4ο αι. π.Χ., αν και οι αποστασίες από τη Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία έφεραν στην εξουσία ολιγαρχικούς της Ρόδου, της Κω και της Χίου. Εντούτοις, οι αναφορές σε αποκατάσταση του πατρογονικού πολιτεύματος σε κάποια νησιά είναι αρκετά ασαφείς, ώστε να γνωρίζουμε τη μορφή της πολιτειακής οργάνωσης πριν και μετά την αλλαγή. Εξαίρεση οι πόλεις της Λέσβου, όπου επιβλήθηκαν προσωρινά τυραννίδες (έως το 346 π.Χ. αλλά και μετά την προσχώρηση στην Κορινθιακή Συμμαχία του 336 π.Χ. ). 
Κατά την ελληνιστική εποχή, παρότι παρέμειναν οι δημοκρατικοί θεσμοί, αυξήθηκε ο ρόλος των αρχόντων. Μόνο στο διάστημα της κυριαρχίας του Αντιγόνου Γονατά πιθανότατα επιβλήθηκαν τυραννικά ή τουλάχιστον ολιγαρχικά φιλομακεδονικά καθεστώτα στις πόλεις του Αιγαίου. Και στις επόμενες περιόδους της ιστορίας το πολίτευμα παρέμεινε τύποις δημοκρατικό. Στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώθηκε σε λίγους από τα ανώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα που συνήθως εκλέγονταν στα αξιώματα. 
Στη ρωμαϊκή περίοδο η απώλεια της ανεξαρτησίας των πόλεων είχε ως αποτέλεσμα οι πόλεις να χάσουν το χαρακτήρα του κράτους και σταδιακά να μεταβληθούν σε περιφερειακούς αστικούς οικισμούς. Στα αυτοκρατορικά χρόνια τέλος επιβλήθηκε στις κοινωνίες των νησιών μια αριστοκρατία επιφανών πολιτών, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη Ρώμη, ενώ σημαντικότερο δημόσιο όργανο έγινε ο αριστοκρατικός Άρειος Πάγος. Το σύστημα σε πολλές πόλεις μετατράπηκε σε τιμοκρατικό. Ως προς τα αξιώματα τα νησία ακολούθησαν τους νεοτερισμούς που συναντώνται και στην ηπειρωτική Ελλάδα ή τη Μικρά Ασία (δεκάπρωτοι στην Αμοργό). 

4. 3. Οι σχέσεις των ηγεμονικών κρατών με τα νησιωτικά κράτη 

Ανάγλυφα δελφίνια από το Ιερό του Ποσειδώνα στην Τήνο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

Από την πρώιμη αρχαϊκή περίοδο αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο τάσεις επέκτασης της επιρροής ενός η περισσοτέρων κρατών πάνω σε άλλα με στηρίγματα το ισχυρό ναυτικό. Επιπλέον, υπήρχε τάση πολιτικής εξάρτησης μικρών νησιών από μεγαλύτερα ή από παραλιακές πόλεις της ελλαδικής ή μικρασιατικής ενδοχώρας. Έτσι, εκτός από τους Λυδούς και τους Πέρσες που υπερίσχυσαν ιδιαίτερα στο ανατολικό Αιγαίο έως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., η Νάξος, η Πάρος και η Σάμος είχαν προσπαθήσει στην αρχαϊκή περίοδο να θέσουν υπό τον έλεγχό τους γειτονικά και μη νησιά. Μετά τους Περσικούς Πολέμους η ανάληψη της συνέχισης του πολέμου εναντίον των Περσών από τους Αθηναίους έδωσαν στους τελευταίους την ευκαιρία να συστήσουν και να εδραιώσουν την Α΄ Αθηναϊκή ή Δηλιακή Συμμαχία που πήρε τη μορφή αθηναϊκής ηγεμονίας στο χώρο του Αιγαίου. Τη θέση αυτή διαδέχθηκε η Σπάρτη μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου με το Λύσανδρο, αλλά σύντομα το περσικό ναυτικό μπόρεσε να υπερισχύσει στα ύδατα του Αιγαίου ώς την επικράτηση των Μακεδόνων (323 π.Χ.). Μικρό διάλειμμα απετέλεσε η ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας (378-356 π.Χ.), καθώς και η μερική επικράτηση της καρικής δυναστείας των Εκατομνιδών
Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, τα ελληνιστικά βασίλεια προσπάθησαν να κερδίσουν όσο πιο πολλούς συμμάχους ή υποτελείς στο νησιωτικό χώρο. Τελικά, η Μακεδονία και η Πτολεμαϊκή Αίγυπτος επεκράτησαν, αν και συγκρούστηκαν πολλές φορές. Στην ελληνιστική περίοδο, νησιωτικά και μη κράτη προσπάθησαν να κυριαρχήσουν σε άλλα, όπως έγινε με τη Σάμο, την Κω, τη Ρόδο και τελικά τη Δήλο, ενώ επιρροή άσκησε και το ατταλιδικό βασίλειο της Περγάμου. Η ρωμαϊκή κυριαρχία, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Σύλλα στο χώρο αυτό (86 π.Χ.), τερμάτισε τους αγώνες για την επικράτηση. 

5. Οικονομία 
Βασική για την επιβίωση αλλά και την ανάπτυξη των νησιών ήταν η καλλιέργεια της γης, και ιδιαίτερα η καλλιέργεια των σιτηρών. Αν και η τελευταία γινόταν δύσκολα, τα νησιά ήταν σχεδόν πάντα αυτάρκη. Γνωστά από τις πηγές για την καλλιέργεια σιτηρών ήταν τα νησιά Χάλκη, Λήμνος, Μήλος. Στη Λήμνο και στη Θήρα ήταν ανεπτυγμένη η αμπελουργία, ενώ περίφημες για την παραγωγή σταφίδας και κρασιού ήταν η Ρόδος, η Σάμος, η Χίος και η Θάσος. Εξαγώγιμα προϊόντα καλής ποιότητας ήταν η σταφίδα και τα σύκα της Ρόδου και της Χίου, τα αχλάδια της Κέω και το ελαιόλαδο της Σάμου. Αλλά γενικότερα, όλα τα νησιά, παρά την ανάγκη εντατικής καλλιέργειας, είχαν αυτάρκεια σε αγροτικά προϊόντα, όπως φρούτα, λαχανικά, καρύδια και μέλι. Τις διατροφικές ανάγκες των νησιωτών και όλων των παραλίων του Αιγαίου κάλυπταν και τα ψάρια, που από την ελληνιστική εποχή έγιναν η προτίμηση των πλουσίων. Παράλληλα σημαντική ήταν και η εκμετάλλευση των δέντρων των νησιών για την παραγωγή ξυλείας. 
Αξιόλογος ήταν και ο ορυκτός πλούτος των νησιών. Καλής ποιότητας λευκό μάρμαρο για κατασκευές εξαγόταν από την Πάρο. Λατομεία μαρμάρου είχαν τα περισσότερα νησιά και από τα ελληνιστικά χρόνια ήταν γνωστά τα χρωματιστά μάρμαρα του Αιγαίου. Τα περισσότερα νησιά είχαν τη δυνατότητα εξόρυξης ασβεστόλιθου. Ιδιαίτερη ήταν η ανάπτυξη της Σίφνου εξαιτίας των μεταλλείων αργύρου που διέθετε, ενώ η Θάσος φέρεται να είχε μεταλλεία χρυσού. Η Κύθνος και η Σέριφος είχαν μεταλλεία σιδήρου και χαλκού και η Χαλκίδα επίσης φαίνεται να ήταν ξακουστή για την παραγωγή χαλκού. Τέλος, η Κέως παρήγε ώχρα και η Σκύρος χρωστικές ουσίες. 
Στον τομέα του εμπορίου την ώθηση για την ανάπτυξη σχέσεων με τη Δύση και την Ανατολή έδωσε ο αποικισμός. Σταδιακά παγιώθηκαν τα βασικά θαλασσινά δρομολόγια και δημιουργήθηκαν εμπορικοί σταθμοί. Γνωστά προϊόντα που εξάγονταν από τα νησιά ήταν κρασί, τυρί, τόνος, ενώ προϊόν ανταλλαγών ήταν και οι δούλοι που πωλούνταν την ελληνιστική περίοδο κυρίως στη Δήλο. Εισαγώγιμα ήταν πολλά προϊόντα, μερικές φορές όμως τα βασικά, όπως σιτάρι και λάδι. 
Σημαντικοί εμπορικοί στόλοι είχαν κατασκευαστεί στα μεγάλα νησιά ιδίως του ανατολικού Αιγαίου, ενώ λιμάνια ή όρμοι υπήρχαν στα περισσότερα νησιά. Παρόλα αυτά, η ισχύς του ανεξάρτητου νησιωτικού εμπορίου άρχισε να περιορίζεται από την επιβολή του ελέγχου μιας μεγάλης πολιτικής δύναμης, από τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και από την αυξανόμενη άσκηση της πειρατείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή του Πολυκράτη της Σάμου, τα πλοία των νησιών ασκούσαν πειρατεία παράλληλα με το κανονικό εμπόριο. 

6. Πολιτισμός 
6. 1. Ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο και μουσική 

Ειδώλιο της πολιτιστικής ενότητας Κέρου-Σύρου. 
© copyrights Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή 

Από τα γεωμετρικά ακόμη χρόνια η ποίηση στο χώρο του Αιγαίου (κυριώς το ανατολικό) ανθούσε περισσότερο από όσο στις άλλες περιοχές του ελληνισμού. Νησιά όπως η Ίος, η Χίος και η Σάμος, καθώς και παραλιακές πόλεις της Μ. Ασίας προβάλλονται ως πιθανές γενέτειρες του Ομήρου. Επικά ποιήματα με τοπικά θέματα έγραψαν επίσης ο Πείσινος από τη Λίνδο και ο Πείσανδρος από την Κάμειρο. 
Η λυρική ποίηση γνωρίζει μεγάλη άνθηση τον 7ο και 6ο αι. π.Χ.. Μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η υποστήριξη των ποιητών από τις αριστοκρατικές αυλές των νησιών. Σπουδαίοι εκπρόσωποι του είδους αυτού ήταν η Σαπφώ και ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο Ανακρέων ο Τήϊος ο Αρίων ο Μυθημναίος, ο Αρχίλοχος ο Πάριος, ο Σιμωνίδης ο Αμοργίνος και ο Σιμωνίδης ο Κείος. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του Αρίωνα τόσο στην ανάπτυξη της μουσικής και του χορού, όσο και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη γένεση της τραγωδίας. Σημαντικός ήταν ο τραγικός ποιητής Ίων ο Χίος ενώ είναι γνωστά και τα ονόματα του Βιττώ του Σάμιου, του Αρχίνομου του Ρόδιου και του Λυσιστράτου και του Γόργιππου των Χαλκιδέων. 
Στην ελληνιστική εποχή εξέχοντες ποιητές ήταν ο Φιλητάς, ελεγειακός ποιητής και φιλόλογος, και ο Σιμίας από τη Ρόδο. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ασχολήθηκε με επική ποίηση συγγράφοντας τα περίφημα «Ἀργοναυτικά». 

6. 2. Φιλοσοφία, ιστοριογραφία και επιστήμη 
Στα πεζά κείμενα βασική θέση κατέχουν οι Ίωνες λογογράφοι και φιλόσοφοι. Στην παράδοση αυτή εντάσσεται και ο Φερεκύδης ο Σύριος (5ος αι. π.Χ.), ένας από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Γνωστό είναι το όνομα ενός αντιπάλου του Σωκράτη, του Αντιλόχου του Λημνίου και του Μενέδημου από την Πύρρα της Λέσβου, μαθητή του Πλάτωνα. Μετά το λεξικογραφικό έργο του Φιλητά, τα σκήπτρα στη θεωρητική αναζήτηση παίρνουν οι μαθητές του Αριστοτέλη, ο Ερέσιος Θεόφραστος, ο Διοκλής ο Καρύστιος και ο Εύδημος ο Ρόδιος. Ο πρώτος συνεχίζει τη σχολή του διδασκάλου και ο δεύτερος ιδρύει νέα σχολή στη Ρόδο. Το νησί αυτό συνέχισε να ελκύει περιπατητικούς φιλοσόφους και στο 2ο αι. π.Χ., όπως τον Πραξιφάνη και τον Ιερώνυμο, και έφθασε να αποτελεί ένα από τα συχνά μέρη επίσκεψης των διανοουμένων της εποχής. Διευθυντής της σχολής του Επικούρου τον 3ο αι. π.Χ. ήταν ο Μυτιληναίος Έρμαρχος. Στη στωική φιλοσοφία επιδόθηκαν ο Αρίστων ο Χίος και ο Εκάτων ο Ρόδιος. Ονομαστός στωικός φιλόσοφος από τη Ρόδο υπήρξε και ο Παναίτιος, φίλος του Σκιπίωνα, και ο μαθητής του Ποσειδώνιος. 
Στον τομέα των θετικών επιστημών τα νησιά από νωρίς έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επιρροή των φυσικών φιλοσόφων της Ιωνίας ήταν φανερή. Στη Σάμο του 6ου αι. π.Χ. το όρυγμα του Ευπαλίνου απετέλεσε ένα από τα πιο θαυμαστά δείγματα αρχαίας μηχανικής. Εξέχουσα θέση στην ιστορία της αιγαιακής επιστήμης κατέχει η μορφή του Ιπποκράτη του Κώου, που όμως επηρέασε και την εξέλιξη της θεωρητικής σκέψης του 5ου αι. π.Χ. Πατέρας της φυσιολογίας θεωρείται ο Ερασίστρατος από την Κέα (4ος αι.), ενώ ο Φιλίνος από την Κω πρωτοστάτησε σε μια εμπειρική αντιμετώπιση της ιατρικής. Πρόδρομος της ηλιοκεντρικής θεωρίας και μεγάλος αστρονόμος αναδείχθηκε τον 3ο αι. π.Χ. ο Αρίσταρχος ο Σάμιος. Στο χώρο της θεωρητικής αναζήτησης σε θέματα γεωργίας είναι γνωστά τα ονόματα του Χάρη του Πάριου και του Απολλόδωρου του Λήμνιου, συγχρόνων του Αριστοτέλη. 
Σημαντικοί ιστοριογράφοι από τα νησιά του Αιγαίου υπήρξαν ο Αντίγονος ο Καρύστιος, ο Μύρσιλος ο Μυθημναίος και ο Αρχέμαχος ο Ευβοεύς. 

6. 3. Τέχνες 

Ειδώλιο της πολιτιστικής ενότητας Κέρου-Σύρου. 
© copyrights Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή 

Ο αιγαιακός χώρος υπήρξε γόνιμο πεδίο ανταλλαγών, τόσο σε επίπεδο τεχνοτροποιών και τεχνικών, όσο και των καθαυτό τεχνουργημάτων, μεταξύ της ανατολικής Μεσογείου, της Ανατολίας και της κυρίως Ελλάδας. Ήδη από τη Γεωμετρική περίοδο αναπτύχθηκαν τοπικά εργαστήρια κεραμικής και πιθανόν χρυσοχοϊας (Σκύρος, Νάξος, Ρόδος). Το εμπόριο με τους Φοίνικες περιλάμβανε αντικείμενα μεταλλοτεχνίας αλλά και σπάνια υλικά όπως το ελεφαντόδοντο, ενώ θεωρείται πιθανή και η εγκατάσταση σε νησιά του Αιγαίου φοινίκων τεχνητών, οι οποίοι επηρέασαν την τοπική παραγωγή (ροδιακή χρυσοχοϊα). Στα αρχαϊκά χρόνια ξεχωρίζει η κεραμική παραγωγή της Νάξου, καθώς και της Χίου και Σάμου, οι οποίες επηρεάστηκαν από τη Μίλητο και άλλα μικρασιατικά κέντρα. Στη γλυπτική τα κρητικής έμπνευσης δαιδαλικά αγάλματα (Θήρα, Νάξος, Δήλος) αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τις μορφές των κούρων και των κορών και αναπτύχθηκε πλειάδα τοπικών σχολών με κυριώτερες εκείνες της Νάξου, Πάρου, Χίου και Σάμου. Στα κλασσικά χρόνια σημαντικότερη υπήρξε η γλυπτική παραγωγή της Πάρου με επιφανέστερο εκπρόσωπό της τον Σκόπα, ενώ κατά την Ελληνιστική περίοδο τα δημιουργικότερα κέντρα ήταν η Ρόδος και η Δήλος. 

Τα Δωδεκάνησα υπό ιταλική κυριαρχία. Περιοδολόγηση της ιταλικής κυριαρχίας

Συγγραφή : Κωστόπουλος Δημήτριος (15/6/2005) 
Για παραπομπή: Κωστόπουλος Δημήτριος, «Τα Δωδεκάνησα υπό ιταλική κυριαρχία», 2005, 
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου 

1. Περιοδολόγηση της ιταλικής κυριαρχίας 

Το έμβλημα τριών νησιών από ταχυδρομική κάρτα. 
«Ιταλικά νησιά του Αιγαίου», γράφει η κορδέλα. 
© copyrights Φωτογραφικό αρχείο Αντώνη Σεβ. Μαΐλλη 

Η περίοδος της ιταλικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα (1912-1943) μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου: 
1. Από τις 5-5-1912 (απόβαση των Ιταλών στα Δωδεκάνησα) μέχρι τις 18-10-1912, οπότε και υπογράφεται η ιταλοτουρκική συνθήκη ειρήνης στο Ουσί. Πρόκειται για κατάληψη με προσωρινό χαρακτήρα που χαρακτηρίζεται στρατιωτική κατοχή (occupatio bellica). Την περίοδο αυτή το καθεστώς των νησιών δεν αλλάζει. 
2. Από τις 18-10-1912 μέχρι τις 20-8-1915, οπότε η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πρόκειται για την περίοδο της «επί ενεχύρω κατοχής» (occupatio in pignore). Έτσι περιγράφεται η συνέχιση της στρατιωτικής κατοχής μέχρι την εκπλήρωση των όρων της συνθήκης του Ουσί. 
3. Από τις 20-8-1915 η κατοχή μετατρέπεται σε «occupatio de facto» και διαρκεί μέχρι την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάνης στις 24-7-1923, όταν τα νησιά παραχωρούνται οριστικά στην Ιταλία. 
4. Από τις 24-7-1923 η κατοχή πλέον μετατρέπεται σε «νόμιμη» (οccupatio de jure) και τα νησιά θα αποτελέσουν κτήση (possedimonto) του Ιταλικού Βασιλείου και όχι αποικία (colonia), υπαγόμενα διοικητικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και όχι στο Αποικιών. Η περίοδος αυτή τελειώνει το Νοέμβριο του 1943 με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την κατάληψη των νησιών από τους Γερμανούς. 
Η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα, που θα σφραγίσει αποφασιστικά το χώρο και τους κατοίκους της περιοχής, μπορεί επίσης να περιοδολογηθεί σύμφωνα με ιστορικά κριτήρια, και συγκεκριμένα σύμφωνα με τους κύριους άξονες της ιταλικής πολιτικής στα νησιά του ιταλικού σχεδιασμού. Οι άξονες αυτοί ακολουθούν τις πολιτικές αλλαγές στην Ιταλία και εκφράζονται στο πρόσωπο των δύο κυριότερων διοικητών, οι οποίοι είχαν ευρύτατες αρμοδιότητες εξουσίας. 
Η πρώτη περίοδος εκτείνεται από το 1912 μέχρι την οριστική παραχώρηση με την συνθήκη της Λοζάνης (1923). 
Η δεύτερη περίοδος θα μπορούσε να ονομαστεί «περίοδος Mario Lago» (1923-1936), από το όνομα του μακροβιότερου διοικητή των νησιών, που ταυτίζεται με την άνοδο των φασιστών στην εξουσία. 
Τέλος, η τελευταία περίοδος από το 1936 ως το 1943, θα μπορούσε να ονομαστεί «περίοδος De Vecchi» , από το όνομα του διοικητή και μέλους της Τετρανδρίας του Φασισμού, που συνδέεται με την ανάδειξη της αυτοκρατορικής φυσιογνωμίας του φασισμού και την ανακήρυξη του imperium. 

2. Οι άξονες της ιταλικής πολιτικής στα νησιά 

 
Ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Ρόδου Giovanni Maria Emilio Castellani (O.F.M.). 
© copyrights Congresso Eucaristico Mariano. Rodi 16-22 Settembre 1931, 
χωρίς αριθμό σελίδας 

2. 1. 1912-1923 
Αυτή η πρώτη περίοδος της ιταλικής κατοχής των νησιών, που διπλωματικά εξακολουθούν να ανήκουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, χαρακτηρίζεται από το διπλωματικό αγώνα των Δωδεκανησίων για ενσωμάτωση στην Ελλάδα –ενδεχομένως με μια περίοδο αυτονομίας ως ενδιάμεση λύση– και των Ιταλών για προσάρτηση στην Ιταλία αντίστοιχα. Οι Δωδεκανήσιοι, από τις πρώτες ημέρες της ιταλικής παρουσίας, με το Συνέδριο της Πάτμου (16-18 Ιουνίου 1912), θα διατρανώσουν την απόφασή τους για αυτονομία και τελική ένωση με την Ελλάδα. Η αναφορά στην Ένωση θεωρήθηκε ωστόσο από μερικούς διπλωματικά άκαιρη τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή. Οι αντιδράσεις των Δωδεκανησίων, που θα κορυφωθούν με τα αιματηρά γεγονότα του Πάσχα του 1919, όταν οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπισαν με βία τα συλλαλητήρια των Ελλήνων της Ρόδου, θα οδηγήσουν στη συμφωνία Τιτόνι-Βενιζέλου (29-7-1919) και στη συνθήκη των Σεβρών (1920), με τις οποίες ανοίγει ο δρόμος για την ένωση. Όμως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άνοδο στην εξουσία των φασιστών που θα καταγγείλουν τις συμφωνίες, τα νησιά θα περάσουν οριστικά στην κατοχή των Ιταλών με τη συνθήκη της Λοζάνης. 
Βασικός στόχος της ιταλικής διοίκησης σε αυτή την περίοδο είναι η αποδυνάμωση των θεσμών της Δημογεροντίας και της Εκκλησίας, καθώς και της ισχύος επιφανών οικονομικών παραγόντων του ελληνισμού που μέχρι τότε διαχειρίζονται ουσιαστικά τα νησιά. Ταυτόχρονα, ένα τεράστιο αρχαιολογικό έργο υπό την καθοδήγηση του διάσημου μεσαιωνολόγου Giuseppe Gerola και του αρχαιολόγου Amedeo Maiuri φιλοδοξεί να θέσει τις ιστορικές παρακαταθήκες για την καταγραφή της ιταλοκρατίας ως συνέχειας της εποχής των Ιωαννιτών Ιπποτών. Από την άλλη, ο ιταλικός σχεδιασμός, λόγω του ασαφούς των μελλοντικών εξελίξεων, περιορίζεται στην εκτέλεση βασικών έργων υποδομής που εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των δυνάμεων κατοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε μια μικρή επέκταση του οδικού δικτύου, την ανέγερση σφαγείων και την τοποθέτηση φανών, ενώ το σπουδαιότερο έργο υπήρξε ο εκσυγχρονισμός του δικτύου υδροδότησης. 
Η κατοχή των νησιών εκτός των άλλων συνιστά και μια παρέμβαση που αποκόπτει τα Δωδεκάνησα από τον ευρύτερο χώρο των υπόλοιπων νησιών του Αιγαίου και των μικρασιατικών ακτών. Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλονται περιορισμοί στον κατάπλου ελληνικών πλοίων, στις μετακινήσεις των νησιωτών και στη σπογγαλιεία, μέτρα με πολύ σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην οικονομία και τον ανεφοδιασμό των Δωδεκανήσων με προϊόντα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ένα έντονο μεταναστευτικό ρεύμα που θα μειώσει τον πληθυσμό κατά περίπου 30%, ενώ θα καταγραφούν και θάνατοι από λιμό. 

2. 2. Περίοδος Mario Lago (1923-1936) 

O Lago και ο De Vecchi σε πλοίο για επίσημη επίσκεψη στα νησιά της «Κτήσης» (Σεπτ. 1936). 
© copyrights Immagini di Storia, τχ.4 (aprile 1994: Egeo Italiano) σ.65 

Σε αυτή την περίοδο αλλάζει ριζικά ο χαρακτήρας της ιταλικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα, πράγμα που οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι τα νησιά ανήκουν και de jure στην Ιταλία όσο και στην άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία. Ας σημειωθεί εδώ ότι η ταύτιση της περιόδου με ένα πρόσωπο δεν είναι τυχαία. Ο κυβερνήτης είχε ευρύτατη νομοθετική, διοικητική και δικαστική εξουσία. 
Το χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η απόπειρα εξιταλισμού των νησιωτών. Με το Βασιλικό Διάταγμα μάλιστα της 15-12-1925 οι κάτοικοι θεωρούνται Ιταλοί πολίτες με δωδεκανησιακή υπηκοότητα και απαλλάσσονται από στρατιωτικές υποχρεώσεις. Με το σχολικό κανονισμό του 1926 επιβάλλεται καινούργιο καθεστώς στην εκπαίδευση: τα κοινοτικά σχολεία φεύγουν από την εποπτεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας γίνεται υποχρεωτική, προβλέπεται η ίδρυση Διδασκαλείου για την εκπαίδευση των δασκάλων. Το 1929 επιβλήθηκε υποχρεωτική φοίτηση –ή μετεκπαίδευση– στο Πανεπιστήμιο της Πίζας για την άσκηση επαγγέλματος που απαιτούσε πανεπιστημιακές σπουδές, μέτρο που συνοδεύτηκε με παροχή υποτροφιών σε Δωδεκανήσιους φοιτητές. Ανάλογη είναι και η επέμβαση στο χώρο της Εκκλησίας με την αποτυχημένη προσπάθεια ίδρυσης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Δωδεκανήσου και την ενίσχυση της θέσης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Επίσης μεταφυτεύεται από την Ιταλία ο θεσμός των φασιστικών οργανώσεων των νέων και σχεδιάζεται ο πλήρης εξιταλισμός των ονομάτων. Σε μεγάλο βαθμό τα μέτρα αποσκοπούν στη συγκρότηση και επιβολή μιας δωδεκανησιακής ιταλικής ταυτότητας σε ευθεία αντιπαράθεση με την ελληνική. 
Η παραδοσιακή αγροτική νησιωτική οικονομία υφίσταται δεινό πλήγμα με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων όπως ο δασικός νόμος του 1924, ο οποίος έθετε σειρά περιορισμών στην καλλιέργεια και διευκόλυνε την οικειοποίηση εκτάσεων από το δημόσιο. Το αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση της θέσης και συχνά η προλεταριοποίηση του αγροτικού πληθυσμού. Ο ιταλικός σχεδιασμός, εκτός από την αναδιάρθρωση και ιταλοποίηση της οικονομίας με την εισβολή επιχειρήσεων από την Ιταλία, θα δώσει ιδιαίτερο βάρος στην ανάπτυξη του τουρισμού. Το 1933 έχουν εκδοθεί 200.000 διαφημιστικά φυλλάδια και 30.000 τουριστικοί οδηγοί σε 4 γλώσσες. Ταυτόχρονα 11 ναυτιλιακές εταιρείες συνδέουν τα Δωδεκάνησα (κυρίως τη Ρόδο) με όλη τη Μεσόγειο. 
Αν και οι αριθμοί που δίνουν οι διάφορες πηγές διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, σίγουρο είναι πως η μετανάστευση των Δωδεκανησίων πήρε σημαντικές διαστάσεις επί ιταλικής κυριαρχίας. Η μετανάστευση οφειλόταν βέβαια πρωτίστως σε κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες, όμως διευκολύνθηκε και από την ευνοϊκή στάση των ιταλικών αρχών, που σχεδίαζαν να εγκαταστήσουν Ιταλούς εποίκους στη θέση των μεταναστών. Οι προσδοκίες τους είχαν μέτρια αποτελέσματα και το 1936 οι Ιταλοί των Δωδεκανήσων δεν αριθμούσαν πάνω από 16.711 ψυχές, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν εγκατεστημένοι στη Ρόδο και στη Λέρο. Οι Ιταλοί της Ρόδου και της Κω ήταν αγρότες, εγκατεστημένοι σε νέους οικισμούς που ήταν οργανωμένοι ως αγροτικές επιχειρήσεις. Εκείνοι της Λέρου ήταν κατά κανόνα στρατιωτικοί και κατοικούσαν στις εγκαταστάσεις της πόλης του Porto Lago στο Λακκί. 
Αυτό όμως που αποτελεί τη σφραγίδα της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα είναι η επέμβαση στο χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι η εντυπωσιακή χωροταξική, πολεοδομική και οικοδομική δραστηριότητα που αποβλέπει στην αποικιοποίηση του χώρου θα ονομαστεί από τον ίδιο τον Lago «πολιτική του λίθου». 
Η πολεοδομική επέμβαση δεν είναι της ιδίας κλίμακας σε όλα τα νησιά. Στη Ρόδο, την Κω και τη Λέρο η επέμβαση είναι εντυπωσιακή και σε μεγάλο βαθμό καθορίζει ακόμα τη σημερινή φυσιογνωμία των νησιών. Στα υπόλοιπα νησιά οι Ιταλοί περιορίζονται στην κατασκευή μεσαίου μεγέθους διοικητηρίων και κτηρίων δημόσιων υπηρεσιών που δεσπόζουν στο κέντρο του λιμανιού. Το Μάιο του 1923 θα κληθεί από τη Ρώμη ο αρχιτέκτονας Florestano di Fausto, ο οποίος θα σχεδιάσει το νέο ρυθμιστικό σχέδιο της πόλης της Ρόδου. Μετά το σεισμό του 1933 η πόλη της Κω θα σχεδιαστεί από την αρχή με ρυθμιστικό σχέδιο του Rodolfo Petracco. Ο ίδιος θα σχεδιάσει και το Porto Lago, τη μοναδική νέα πόλη, στο Λακκί της Λέρου. Όλες αυτές οι πολεοδομικές επεμβάσεις, που συνοδεύονται από την ανέγερση εντυπωσιακών κτηρίων και αναβαθμίζουν εντυπωσιακά τον αστικό ιστό, θα στηριχτούν σε εκτεταμένες και σχεδόν ανέξοδες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις οικοπέδων και κατοικιών. 
Η αποικιοποίηση των νησιών δε θα περιοριστεί στον αστικό χώρο. Με σειρά αντιφατικών διαταγμάτων θα αλλάξουν οι χρήσεις γης και οι μορφές της. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το δασικό νόμο του 1924, με τον οποίο θα αναβαθμιστεί εντυπωσιακά μεν ο δασικός πλούτος, αλλά ταυτόχρονα θα διαλυθεί ο αγροτικός ιστός, και την κατάρτιση του κτηματολογίου, που από τη μια οργανώνει και ορθολογικοποιεί τις χρήσεις γης, αλλά ταυτόχρονα γίνεται το μέσο για εκτεταμένες αλλαγές ιδιοκτησιών. 

2. 3. Περίοδος de Vecchi (1936-1940) 

 
Η περίοδος της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα συνοδεύτηκε από την ανέγερση πολλών εντυπωσιακών αρχιτεκτονημάτων για την κάλυψη των αναγκών της τοπικής διοίκησης. Στη φωτογραφία εικονίζεται το κτήριο του Επαρχείου στην Πόθια της Καλύμνου που χτίστηκε το 1926-27, και χρησιμοποιήθηκε ως έδρα της ιταλικής διοίκησης στο νησί. 
© copyrights ΙΜΕ/FHW 2006 Φωτογράφος: Θάνος Τσάντας 

Η σκλήρυνση του φασιστικού καθεστώτος με την ανακήρυξη της αυτοκρατορίας (imperio) θα έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του Lago από τον τετράρχη του φασισμού Cesare de Vecchi στη θέση του κυβερνήτη, ο οποίος πλέον εκτός από πολιτική έχει και στρατιωτική εξουσία. Ο de Vecchi είχε ως βασικό στόχο το ριζοσπαστικό εξιταλισμό και θεσμικό εκσυγχρονισμό των νησιών. Προς τούτο επέβαλε ριζικές αλλαγές στην παιδεία με το νέο σχολικό κανονισμό (21-7-1937), που ουσιαστικά καθιέρωνε την πλήρη κυριαρχία της ιταλικής γλώσσας στα σχολεία (η ελληνική διδασκόταν προαιρετικά και χωρίς βιβλία στις πρώτες τάξεις του δημοτικού). Επιπλέον, το διοικητικό σύστημα, που χαρακτηριζόταν από μια ισορροπία ανάμεσα στο παραδοσιακό «κοινοτικό» πλαίσιο και τις εκσυγχρονιστικές προσδοκίες του ιταλικού φασισμού, υπέστη σημαντικές τομές το 1937 με το διορισμό νέων δημάρχων, των podesta, οι οποίοι είχαν άμεση εξάρτηση από τον κυβερνήτη. Το 1938 εισήχθη και στα Δωδεκάνησα ο ρατσιστικός ιταλικός νόμος για τη διαφύλαξη της καθαρότητας της ιταλικής φυλής. Ταυτόχρονα, με μια σειρά διαταγμάτων που εκδόθηκαν το ίδιο έτος επιβλήθηκε η πλήρης νομοθετική εξίσωση με το ιταλικό δίκαιο. Τα μεικτά δικαστήρια των ορθοδόξων, μουσουλμάνων και εβραίων καταργήθηκαν και οι υποθέσεις τους παραπέμφθηκαν στα αστικά δικαστήρια. Οι αρμοδιότητες σύνταξης ληξιαρχικών και συμβολαιογραφικών πράξεων πέρασαν από τις θρησκευτικές κοινότητες στις κρατικές υπηρεσίες. 
Ο de Vecchi δε σχεδίασε νέα αναπτυξιακά προγράμματα, αλλά περιορίστηκε στην υλοποίηση αυτών του προκατόχου του, τον οποίο συν τοις άλλοις κατηγορούσε για «ανατολισμό». Η απέχθειά του για αυτό που θεωρούσε «ανατολίτικη αισθητική» τον οδήγησε στην απόφαση να αλλάξει τη μορφή των κτηρίων της Ρόδου. Οι όψεις των κτηρίων καλύφθηκαν με ένα επίχρισμα pietra finta (μείγμα τσιμέντου με σκόνη πωρόλιθου), που έμοιαζε σε χρώμα και υφή με τον πωρόλιθο των κτηρίων της εποχής των Ιπποτών. Χαρακτηριστικά θύματα αυτής της επέμβασης ήταν το Ξενοδοχείο των Ρόδων και το Δικαστικό Μέγαρο που άλλαξαν εντελώς μορφή. Τα λίγα νέα κτήρια που οικοδομήθηκαν χαρακτηρίζονται από τη μνημειακή φασιστική αρχιτεκτονική, που σκόπευε να επιβάλει αισθήματα δέους και σεβασμού εκ μέρους των αυτοχθόνων. Αυτή η περίοδος φθάνει στο τέλος της με την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Τρία χρόνια αργότερα (1943), μετά την πτώση του Μουσολίνι και τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο, η κατάληψη των νησιών από τους Γερμανούς θα σημάνει και το τυπικό τέλος της παρουσίας των Ιταλών στα νησιά. 

Παραμύθια του Αιγαίου. Η τέχνη της παραδοσιακής αφήγησης παραμυθιών στο Αιγαίο

Συγγραφή : Καπλάνογλου Μαριάνθη (15/7/2005) 
Για παραπομπή: Καπλάνογλου Μαριάνθη, «Παραμύθια του Αιγαίου», 2005, 
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου 

1. Η τέχνη της παραδοσιακής αφήγησης παραμυθιών στο Αιγαίο 
"Το παραμύθι της πεντάμορφης Ι", 1874. Φωτογραφία του χαμένου σήμερα έργου 
του Γιαννούλη Χαλεπά. 
© copyrights Α. Παπανδρέου, Νεοέλληνες Καλλιτέχνες, Γιαννούλης Χαλεπάς, Αθήνα 1932 

Όπως έχουν διαπιστώσει οι πρωτοπόροι της λαογραφικής και εθνογραφικής έρευνας, η προφορική λογοτεχνία (και επομένως και τα λαϊκά παραμύθια) δεν είναι μια αυθόρμητη δημιουργία του λαού που αναπαράγει την προγονική κληρονομιά ως ένα ενιαίο, ευρύ και αδιαφοροποίητο σώμα. Το παραμύθι ζωντανεύει με τη μεσολάβηση ενός ατόμου και διαδίδεται σε μια κοινωνική συγκέντρωση, όπου ένας αφηγητής παίρνει το λόγο μπροστά στην ομάδα των ακροατών του. Πρώτα υπάρχει η κληρονομημένη από το παρελθόν ιστορία, γνωστή και απομνημονευμένη, και έπειτα ο λόγος ενός αφηγητή που τη μεταδίδει σε δεδομένη στιγμή στο πλαίσιο μιας δοσμένης πολιτισμικής κοινότητας. Αυτή η σύνθεση του παλιού και αιώνιου με το εφήμερο και στιγμιαίο αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο κάθε αφηγητής ασκεί την τέχνη του και μεταδίδει το μήνυμά του. 
Ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου υπήρξε για χιλιετίες το φυσικό πλαίσιο ευρύτατων πολιτισμικών ανταλλαγών που σηματοδοτούν τις διαδρομές των ανθρώπων στο χώρο της Μεσογείου. Προϊόντα αυτών των γόνιμων ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων στη μακρά διάρκεια είναι και τα παραμύθια. Τα νησιά του Αιγαίου πελάγους, αν και ανήκουν στον ίδιο γεωπολιτικό χώρο και είχαν ως ένα βαθμό κοινή ιστορική τύχη, διαφέρουν ως προς τις συνθήκες της κοινωνικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής ζωής. Απομονωμένα από τη θάλασσα, που ταυτόχρονα τα ενώνει μέσω των γνωστών και συχνά πανάρχαιων θαλάσσιων δρόμων, βρίσκονταν, επικοινωνούσαν μεταξύ τους αλλά και με τις κοντινές ηπειρωτικές ακτές, τη Μικρά Ασία και το Βαλκανικό χώρο. 
Στις μέρες μας η ανάπτυξη των νησιωτικών κοινοτήτων δεν είναι ενιαία και το ίδιο ισχύει για τους όρους της οικονομικής και κοινωνικής ζωής τους. Από τις ζώνες υψηλού τουρισμού, κυρίως σε ό,τι αφορά τους παράλιους οικισμούς, έως τα απομονωμένα ορεινά χωριά, τα νησιά του Αιγαίου γνωρίζουν διαφορετικά επίπεδα τουριστικής ανάπτυξης, ενώ ορισμένα από αυτά τείνουν στην τουριστική μονοκαλλιέργεια, που παραμερίζει οποιαδήποτε άλλη οικονομική, κοινωνική ή πολιτισμική δραστηριότητα. 
Στις νησιωτικές κοινότητες του Αιγαίου ο προφορικός λόγος τροφοδοτεί πάντα τις διαπροσωπικές σχέσεις και την πολιτισμική επικοινωνία των παλαιότερων με τις νεότερες γενιές. Σε αυτό το πλαίσιο η αφήγηση παραμυθιών αποτελεί μια ζωντανή διαδικασία και σε ορισμένες περιοχές μπορεί να βρει κανείς αρκετούς καλούς αφηγητές που εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση ή να αναζητούν ακροατήρια στο συγγενικό ή φιλικό τους περιβάλλον. Για τους αφηγητές αυτούς, που άκουγαν παραμύθια από παιδιά, η συμμετοχή στην αφηγηματική διαδικασία αποτελεί μια εμπειρία ζωής και ο λόγος τους ακολουθεί την εξέλιξη του παραμυθιού στη διάρκεια ολόκληρου σχεδόν του 20ού αιώνα. Σε αυτό το διάστημα το κοινωνικό πλαίσιο της αφήγησης αλλάζει, καθώς οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί που υφίσταται η αγροτική κοινότητα στο πέρασμα του χρόνου προσανατολίζουν τις ομάδες που δραστηριοποιούνται μέσα σε αυτήν σε νέες πραγματικότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει και απώλεια της παραμυθιακής γνώσης. 

2. Ευκαιρίες και συνθήκες αφήγησης 
Η αγροτική κοινότητα αποτελεί έναν από τους χώρους δημιουργίας και διάδοσης του παραμυθιού. Ο προνομιακός χώρος της αφήγησης μέσα στην κοινότητα ήταν η βραδινή συγκέντρωση των μελών μιας οικογένειας πριν από τον ύπνο ή η ανεπίσημη κοινωνική συγκέντρωση που συνδύαζε τη διασκέδαση με την εκτέλεση κάποιας εργασίας ή μια κοινωνική συνάθροιση με περισσότερο επίσημο και εορταστικό χαρακτήρα. Η σύνθεση των ακροατηρίων στις συγκεντρώσεις αυτές ήταν συνήθως μεικτή – τόσο σε ό,τι αφορά το φύλο όσο και την ηλικία. 
Παραμύθια λέγονταν όλες τις εποχές του χρόνου: το χειμώνα στο χώρο κοντά στο τζάκι, γύρω από το μαγκάλι, το λύχνο ή τη σόμπα, στο χώρο που προετοιμαζόταν το φαγητό ή γύρω από το σοφρά. Όταν ο καιρός ήταν ζεστός η συνάθροιση γινόταν στην αυλή, στα πεζούλια ή έξω στο δρόμο. Έξω από το σπίτι, παραμύθια λέγονταν επίσης σε δημόσιους χώρους όπως η πλατεία, το καφενείο του χωριού ή η αγορά. Παραμύθια λέγονταν στο χωράφι ή στο αλώνι, την ώρα της δουλειάς ή στο διάλειμμα για κολατσιό το μεσημέρι. Παραμύθια λέγονταν επίσης κατά τη διάρκεια άλλων γεωργικών εργασιών, στο όργωμα, στο θερισμό και στο μάζεμα των ελιών. 
Μέχρι σήμερα παραμύθια μπορεί να ακουστούν σε οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, σε ένα σπίτι όπου έρχονται και επισκέπτες από τη γειτονιά για να «γειτονέψουν» ή να «αποσπερίσουν». Οι άνθρωποι που συμμετέχουν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και η αφήγηση παραμυθιών τροφοδοτεί τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Σε αυτές τις συγκεντρώσεις ωστόσο το παραμύθι εντάσσεται σε άλλα είδη του λόγου, καθώς η κουβέντα μπορεί να περιλαμβάνει τα νέα της ημέρας, γεγονότα της τοπικής ιστορίας, το καθημερινό κουτσομπολιό, αφήγηση ανεκδότων, τρομακτικών ιστοριών και ονείρων, παροιμιών και αινιγμάτων. 
Αφηγητές μπορούσαν να είναι κάποιες σταθερές μορφές της τοπικής μικρο-κοινωνίας, για παράδειγμα ο παππούς και η γιαγιά. Επίσης, άτομα που η επαγγελματική τους απασχόληση τα υποχρέωνε σε περιοδικές ή εποχικές μετακινήσεις, όπως οι γυναίκες που ασκούσαν το επάγγελμα της μαμής ή της πρακτικής γιάτρισσας. Οι γυναίκες αυτές, στη διάρκεια των συχνά μακρών ωρών της αναμονής του τοκετού στα σπίτια των χωρικών ή κατά τη θεραπεία έλεγαν παραμύθια. Αλλά και οι άνδρες, λόγω του επαγγέλματός τους, απομακρύνονταν για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα από την κοινότητα και είχαν τις ευκαιρία να μάθουν παραμύθια. Επρόκειτο για ναυτικούς, ψαράδες, αγωγιάτες, τεχνίτες (χτίστες) και καλλιτέχνες (μουσικούς). Όσοι νησιώτες έκαναν εμπόριο στις απέναντι μικρασιατικές ακτές έφερναν μαζί τους, εκτός από αγαθά, και παραμύθια, που διηγούνταν στις οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις, εμπλουτίζοντας έτσι το ντόπιο συλλογικό ρεπερτόριο. 
Το παραμύθι κυκλοφορούσε και στο πλαίσιο ομάδων που λόγω επαγγέλματος ζούσαν σε σχετική απομόνωση από την υπόλοιπη κοινότητα, όπως οι βοσκοί. Υποχρεωμένοι να ζουν για ένα χρονικό διάστημα μακριά από την κοινότητα, σε ορεινές περιοχές, μέσα σε καλύβες, διηγούνταν παραμύθια το βράδυ, μετά τη βοσκή, αφού είχαν μαντρώσει τα ζώα τους, και πριν πάνε για ύπνο. Η οργάνωση της κτηνοτροφικής ζωής ευνοούσε την αφήγηση παραμυθιών, καθώς τα μέλη μιας μικρής -συνήθως συγγενικής- ομάδας μοιράζονταν τους όρους σκληρής δουλειάς και διαβίωσης σε συνθήκες απομόνωσης. 
Η σταδιακή έξοδος ατόμων ή ομάδων από τα χωριά τους φέρνει και το παραμύθι έξω από το αγροτικό περιβάλλον, σε νέους χώρους. Στην Κάρπαθο, όπου οι συχνά μικρές ιδιοκτησίες κληρονομούνταν από το μεγαλύτερο γιο ή τη μεγαλύτερη κόρη, τα νεότερα αγόρια αναγκάζονταν να ξενιτευτούν, ενώ τα νεότερα κορίτσια στέλνονταν σε άλλα νησιά ως υπηρέτριες σε σπίτια αρχοντικών οικογενειών. Σημαντικές γυναίκες-αφηγήτριες προέρχονται από αυτές τις ομάδες του υπηρετικού προσωπικού, οι οποίες έλεγαν παραμύθια στην κουζίνα ή στο πλυσταριό ενός αρχοντικού. 
Το παραμύθι κυκλοφορεί και στους πληθυσμούς των αστικών κέντρων, όπως η Ερμούπολη και σε μεταγενέστερα χρόνια η Ρόδος. Στην πόλη ο χώρος κυκλοφορίας του παραμυθιού μπορεί να είναι το αστικό σπίτι, η γειτονιά ή ένας χώρος συλλογικής εργασίας, όπως οι βιοτεχνίες ή τα τοπικά εργοστάσια. Εξάλλου, οι δίοδοι επικοινωνίας ανάμεσα στο χωριό και την πόλη διατηρήθηκαν μέσα από τους οικονομικούς μετασχηματισμούς των νησιωτικών κοινωνιών στις δεκαετίες του 1970, 1980 και 1990. Μεγάλες ομάδες πληθυσμού εξακολουθούν να ζουν στο χωριό αλλά δουλεύουν στην πόλη, σε επαγγέλματα που συνδέονται όχι πια με την αγροτική οικονομία αλλά με τον τουρισμό. Πρόκειται για ιδιοκτήτες ή υπαλλήλους τουριστικών μικροεπιχειρήσεων, μαγαζιών και εστιατορίων, καμαριέρες στα τουριστικά ξενοδοχεία, οδηγούς ταξί κ.ά. 
Αντίθετα από άλλα είδη του λαϊκού λόγου, το παραμύθι θεωρείται από τους ίδιους τους αφηγητές ως μία μη αληθινή ιστορία, που στόχο έχει να διασκεδάσει και να διδάξει. Ωστόσο, ο μαγικός χαρακτήρας του δεν εμποδίζει τον αφηγητή και τους ακροατές να ζουν τη βαθύτερη αλήθεια του παραμυθιού. Με αυτό τον τρόπο η αφήγηση παραμυθιών όχι μόνο εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνικής συγκέντρωσης, συζήτησης και επικοινωνίας, αλλά καθρέφτιζε και την κοσμοθεωρία ευρέων κοινωνικών ομάδων, αποτελώντας έτσι σημαντική κοινωνική μαρτυρία. Επίσης, το παραμύθι χρησιμοποιείται ακόμα από τους μεγαλύτερους ως μέσο διαπαιδαγώγησης για τους μικρότερους σε ποικίλα θέματα, από τη διδασκαλία των ανθρώπινων αξιών (της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας, της αλληλοβοήθειας) έως θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς. 

3. Η πολυμορφία των λαϊκών παραμυθιών του Αιγαίου: ένα παράδειγμα 
Μέσα στην ευρύτερη οικογένεια του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού, τα παραμύθια του Αιγαίου διακρίνονται για την πολυμορφία και την ποικιλία τους, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στην εκφορά τους, που σε ορισμένα μέρη δημιουργεί ιδιαίτερες συνεκτικές πλοκές. Ταυτόχρονα όμως παρατηρούμε και μια εκπληκτική σταθερότητα, με την οποία κάποια παραμυθιακά θέματα επανέρχονται στις αφηγηματικές παραδόσεις των νησιών. 
Ένα από αυτά είναι το θέμα της μαγικής ή μαγεμένης συζύγου, ιδιαίτερα δημοφιλές στα ρεπερτόρια των παραμυθάδων του Αιγαίου, το οποίο πραγματεύεται τον έρωτα, το γάμο και την αναζήτηση ενός συντρόφου. Όπως γίνεται κατά κανόνα στα παραμύθια, πρόκειται για δύο πρόσωπα, που ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους, ένα θνητό άνδρα και μια μαγική ή μαγεμένη γυναίκα. Οι περιπέτειες και οι δυσκολίες της ένωσής τους περιγράφουν τις δυσκολίες των ανθρώπινων σχέσεων. 
Ο Stith Thompson, στο έργο του Motif Index of Folk-literature, συγκεντρώνει αυτά τα μοτίβα κάτω από τον όρο “Unequals in Love”. Οι αφηγητές περιγράφουν είτε την αδυναμία της μαγικής ηρωίδας να προσαρμοστεί στον κόσμο των ανθρώπων είτε τα προβλήματα που ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει στο κοινωνικό του περιβάλλον από την παρουσία της μαγικής συζύγου ή όταν την αναζητά σε έναν άλλο κόσμο. 
Η μαγική ηρωίδα είναι συνήθως μια πεντάμορφη κοπέλα που κρύβεται κάτω από ένα ζωώδες ή άλλο περίβλημα. Όπως έχει επισημάνει ο Γεώργιος Μέγας, ένα οικοτυπικό εισαγωγικό επεισόδιο που κυριαρχεί στις προτιμήσεις των παραμυθάδων του Αιγαίου είναι εκείνο του ψαρά, ο οποίος ρίχνοντας τα δίχτυα του ψαρεύει μια χελώνα που αποδεικνύεται πεντάμορφη κοπέλα και κόρη της κυρα-Θάλασσας. Άλλοτε το βέλος που έχει ρίξει το βασιλόπουλο για να βρει νύφη τον οδηγεί στην κατοικία μιας γάτας, μιας μαϊμούς ή μιας αρκούδας. Σε άλλες περιπτώσεις, η κόρη γεννιέται, εξαιτίας της άστοχης ευχής της μάνας της, με τη μορφή ζώου: είναι κατσικάκι, προβατάκι, σκυλίτσα, κουρούνα, μαϊμού, περιστεράκι, γάτα. Όταν βγάζει τη γούνα της γίνεται πεντάμορφη κοπέλα. Όταν ο ήρωας καίει το ζωώδες περίβλημά της, αυτή αποσύρεται σε ένα μαγικό κόσμο, μακρινό και παραδεισένιο (π.χ. «στα γυάλινα βουνά, στους κοκαλένιους κάμπους»), όπου ζει ως κορίτσι-κύκνος. Ο αγαπημένος της, λιώνοντας τα σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, διατρέχει την απόσταση που χωρίζει τον κόσμο των ανθρώπων από τον κόσμο της μαγικής γυναίκας. Στη διάρκεια της αναζήτησης συναντά διάφορα παραμυθιακά πρόσωπα, τα ευεργετεί και δέχεται τη βοήθειά τους. Από τα πιο γνωστά είναι οι γυναίκες (ή δράκισσες) που εκτελούν συνηθισμένες οικιακές εργασίες με παράδοξο τρόπο: η πρώτη πανίζει το φούρνο με τα στήθη της, η δεύτερη γνέθει περνώντας την κλωστή από τη γλώσσα της που έσταζε φαρμάκι. Ο ήρωας δείχνει στην πρώτη πώς να καθαρίζει το φούρνο με τα πάνιστρα και αλείφει την κλωστή της δεύτερης με μέλι. 
Η μαγική φύση της ηρωίδας δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο, αλλά οδηγεί την εξέλιξη της δράσης ή δίνει την τελική λύση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια η ηρωίδα εκτελεί τα αδύνατα κατορθώματα που θέτει ο κακός βασιλιάς στον ήρωα με τη βοήθεια μαγικών αντικειμένων που έχει στην κατοχή της. Με τις μαγικές δυνάμεις της, προσφέρει τα καλύτερα δώρα στο βασιλιά και καταφέρνει να ρεζιλέψει τις συννυφάδες της. Στη διάρκεια της βασιλικής γιορτής, η ηρωίδα ρίχνει φαγητά στον κόρφο της που γίνονται λουλούδια και μαργαριτάρια, πετά κόκαλο στο κούτελο του βασιλιά και γίνεται τριαντάφυλλο. 
Σε σχέση με αυτήν ο ήρωας είναι τυπικά ανθρώπινος: ορισμένες φορές πρόκειται για το αρσενικό παράλληλο της Σταχτοπούτας, δηλαδή το αγόρι που κάθεται μέσα στη στάχτη (Σταχτοπούτης, Αχιλοπουτούρης, Σταχτοπιταράς). 
Παράλληλα με τις συνθετότερες παραλλαγές του παραμυθιού της μαγικής συζύγου, υπάρχουν και απλοποιημένες εκδοχές τους, φαινόμενο που δείχνει το εύρος των επιλογών που έχουν οι αφηγητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποτελούν οι παραλλαγές της Καλύμνου, ενός νησιού που εμφανίζει συμπαγείς αφηγηματικές παραδόσεις. Εδώ η καύση του ζωώδους περιβλήματος της μαγικής συζύγου δεν οδηγεί στην εξαφάνισή της και την ακόλουθη αναζήτησή της, αλλά σε μια τελετουργική ανταλλαγή ερωταποκρίσεων, που αποτελεί μακρινή και συντομευμένη ανάμνηση του επεισοδίου της εξαφάνισης και της αναζήτησης: ο ήρωας, αφού πετάξει το ζωώδες περίβλημα στη φωτιά, αγκαλιάζει τη γυναίκα που του λέει: «με έχασες!» Κι αυτός της απαντά: «σε κέρδισα!». Διάλογος που επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Το αποτέλεσμα είναι να λυθούν τα μάγια και η ηρωίδα να κρατήσει για πάντα την ανθρώπινη μορφή της. 
Σε πολλές παραλλαγές του παραμυθιού για τη μαγική σύζυγο φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο η αφηγηματική τέχνη των παραμυθάδων του Αιγαίου συνδυάζει τη συμβολική ποιητική γλώσσα του παραμυθιού με έναν προσγειωτικό ρεαλισμό. Αφετηρία των παραμυθιών τους είναι η πραγματική ζωή, επομένως οι πραγματικές εμπειρίες του αφηγητή συμβαδίζουν με τα μαγικά στοιχεία του παραμυθιού. Οι γυναίκες αφηγήτριες δανείζουν στον παραμυθιακό κόσμο στοιχεία από τη δική τους καθημερινότητα. Με αυτό τον τρόπο μια σειρά από γυναικείες οικιακές δραστηριότητες εμπλέκονται στη δράση των παραμυθιακών ηρώων, όπως το φούρνισμα του ψωμιού, το γνέσιμο, το πλύσιμο των ρούχων και το μαγείρεμα. Σε μια σειρά παραμυθιών από τις κοινότητες των κτηνοτρόφων της ορεινής Νάξου, ήρωας είναι ένα βοσκόπουλο που παντρεύεται μια νεράιδα για να περάσουν στη συνέχεια στο κλίμα του μαγικού παραμυθιού με την απώλεια και την αναζήτησή της. Η σύνδεση του μαγικού παραμυθιού με τις εμπειρίες από τη ζωή και τις καθημερινές ασχολίες, τόσο των αφηγητών όσο και των ακροατών τους, εξηγεί ενδεχομένως και τη δημοτικότητά του.Συμπερασματικά, η αφήγηση παραμυθιών αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο τόσο της ιστορίας του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, όσο και της ζωντανής ελληνικής πραγματικότητας, του παρόντος. Η μελέτη των παραμυθιών του Αιγαίου in situ, σε σχέση με τις κοινότητες που τα δημιουργούν και τα διαδίδουν στη μακρά διάρκεια, μπορεί να δώσει στοιχεία για τη διαδικασία των μετασχηματισμών και της ιστορικής εξέλιξης αυτού του είδους και να φέρει στο φως τις διαφορετικές ψηφίδες που συνθέτουν το εθνικό ψηφιδωτό, αλλά και τις πολλαπλές σχέσεις των παραμυθιών μας με τα παραμύθια άλλων λαών. 

Ιωαννίτες ιππότες στο Αιγαίο

Συγγραφή : Βαξεβάνης Γιάννης (15/3/2007) 
Για παραπομπή: Βαξεβάνης Γιάννης, «Ιωαννίτες ιππότες στο Αιγαίο», 2007, 
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου 

1. Οι συνέπειες της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους 
Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας αποτελεί καμπή για την ιστορία του ελλαδικού χώρου και ειδικότερα για την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, καθώς την άλωση της πρωτεύουσας ακολούθησε η σταδιακή κατάκτηση των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους και η δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού λατινικών κρατιδίων

 
Το οικόσημο των ιπποτών του τάγματος του Αγίου Ιωάννου (Σχέδιο της Α. Κάσδαγλη). 
© copyrights 

2. Οι Ιωαννίτες Ιππότες 
Το θρησκευτικό-στρατιωτικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, που ονομάστηκε έτσι από τον προστάτη του άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, εμφανίζεται στο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά τη Δ΄ Σταυροφορία. Πριν από το 1204 είναι γνωστό ότι διατηρούσε ένα νοσοκομείο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ μετά την άλωση έλαβε διάφορες κτήσεις ως δωρεές μαζί με τους Ναΐτες Ιππότες σε πολλά μέρη της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, καθώς επίσης στο πριγκιπάτο της Αχαΐας. Στον αιγαιακό χώρο οι Ιωαννίτες Ιππότες εμφανίζονται δυναμικά στις αρχές του 14ου αι., μεταξύ των ετών 1306-1309/10, οπότε καταλαμβάνουν το νησί της Ρόδου και στη συνέχεια τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου. 
Πριν από την κατάληψη της Δωδεκανήσου, το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, είχε μία ιστορία δύο αιώνων, η οποία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, λόγω της ένδειας των ιστορικών πηγών και του πλήθους των παραδόσεων και των μύθων που αναφέρονται στην ίδρυση και τη δράση του. Τα πρώτα ίχνη του εντοπίζονται στο β΄ μισό του 11ου αι., στο χώρο της Παλαιστίνης, στον ξενώνα-νοσοκομείο που ίδρυσαν έμποροι από το Αμάλφι κοντά στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα για την περίθαλψη των φτωχών και αρρώστων προσκυνητών των Αγίων Τόπων. Από τις αρχές του 12ου αι. φαίνεται ότι αποκρυσταλλώνεται ο φιλανθρωπικός και στρατιωτικός χαρακτήρας του Τάγματος και έκτοτε οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη, με βασικές αρετές την υπακοή, την αγνότητα και την ένδεια, γίνονται οι πιο αξιόμαχοι υπερασπιστές της σταυροφορικής ιδεολογίας στους Αγίους Τόπους αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως στην Κιλικία της Μικράς Ασίας ή στην Ισπανία. Για την επίτευξη του στόχου τους η Αγία Έδρα τους παραχωρεί σημαντικά πολιτικά και οικονομικά προνόμια. Παράλληλα, μέσω δωρεών το Τάγμα αποκτά τεράστια κτηματική περιουσία, συχνά ακόμη και ολόκληρες επαρχίες, τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση. 
Η επέκταση ωστόσο των Αράβων από το 13ο και εξής αιώνα έχει ως αποτέλεσμα την σταδιακή απομάκρυνση των δυτικοευρωπαίων από τη Συροπαλαιστίνη. Οι Ιωαννίτες ιππότες, παρά τη σθεναρή αντίστασή τους, έχασαν τη μία μετά την άλλη τις πόλεις και τα ισχυρά φρούρια που κατείχαν για περίπου ένα αιώνα. Στις 18 Μαΐου του 1291, μετά την πτώση της Άκρας, του τελευταίου προπύργιου των σταυροφόρων στην ανατολή, οι Ιωαννίτες Ιππότες θα καταφύγουν στην Κύπρο, όπου ο βασιλιάς Ερρίκος ο Β΄ τους επέτρεψε να εγκατασταθούν προσωρινά στη Λεμεσό. 

Το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου στη Ρόδο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

3. Οι Ιωαννίτες στα Δωδεκάνησα 
Στην Κύπρο, οι Ιωαννίτες Ιππότες, περιορισμένοι κάτω από τον έλεγχο της ισχυρής βασιλικής εξουσίας του Ερρίκου του Β΄, άρχισαν σύντομα να ψάχνουν για μόνιμη βάση. Η ευκαιρία τους δόθηκε την 27 Μαΐου του 1306, με τη συνθήκη που υπέγραψε ο μεγάλος μάγιστρος του Τάγματος Foulques de Villaret για την κατάληψη της Ρόδου με τον γενουάτη Vignolo de Vignoli, που διατηρούσε τιμάρια στη Δωδεκάνησο (το β΄ μισό του 13ου και τις αρχές του επόμενου αι., τα Δωδεκάνησα, παρόλο που ανήκαν στο Βυζάντιο, εξουσιάζονταν ουσιαστικά από διάφορους Γενουάτες τιμαριούχους). Στη συνέχεια ο Foulques de Villaret με την υποστήριξη των Γενοβέζων, του Πάπα και άλλων δυτικών συμμάχων του αποβιβάστηκε στη Ρόδο και κατέλαβε δύο από τα σημαντικότερα κάστρα του νησιού, την Φιλέρημο και τον Φαρακλό. Στις 15 Αυγούστου, πιθανότατα του έτους 1309, κατέλαβε την πόλη της Ρόδου και κατόπιν τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, με εξαίρεση την Αστυπάλαια, που την εξουσίαζαν οι Quirini του Δουκάτου του Αρχιπελάγους, καθώς επίσης την Κάρπαθο και την Κάσο, που ανήκαν στους Κορνάρους, φεουδάρχες ενετικής καταγωγής που ήταν εγκατεστημένοι στην Κρήτη. 
Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη μετά την εγκατάσταση τους στα Δωδεκάνησα ασχολήθηκαν με την οργάνωση του κράτους τους, του στρατού και της ναυτικής τους δύναμης. Από την τρίτη δεκαετία του 14ου αι. μετέτρεψαν τη Ρόδο σε ένα ισχυρό προπύργιο της χριστιανοσύνης στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Για να επιτύχουν το σκοπό τους ανέπτυξαν ένα ευρύ δίκτυο οχυρών θέσεων στα δέκα νησιά της Δωδεκανήσου που συγκροτούσαν το κράτος τους, είτε ενισχύοντας και εκσυγχρονίζοντας συνεχώς τα ήδη υπάρχοντα φρούρια, είτε κτίζοντας νέα οχυρά σε καίριες στρατηγικές θέσεις (τα κάστρα που είναι γνωστά στα ιπποτοκρατούμενα νησιά φτάνουν σε αριθμό τα 56, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οχυρωμένων μονών). Παράλληλα, προκειμένου να επιτύχουν τη δημιουργία προγεφυρωμάτων στη Μικρά Ασία, φροντίζουν να κτίζουν ισχυρά φρούρια στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του κάστρου της Σμύρνης, όπου οι Ιωαννίτες εγκαθιστούν φρουρά από το 1344 μέχρι και το 1402 ή το κάστρο του Αγίου Πέτρου στην περιοχή της αρχαίας Αλικαρνασσού, απέναντι από την Κω, το οποίο εξυπηρετούσε τον καλύτερο έλεγχο των στενών ανάμεσα στις δύο ακτές. 
Το κράτος των Ιωαννιτών Ιπποτών αποτελούσε ένα πολυεθνικό μόρφωμα, με τα μέλη του να είναι κατανεμημένα σε επτά ‘’γλώσσες’’ ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους (Προβηγκία, Ωβέρνη, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και Αγγλία). Οργανώθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της φεουδαρχικής κοινωνίας και με κύριο χαρακτηριστικό την αυστηρή κοινωνική ιεραρχία. Οι Ιππότες φρόντισαν με εποικισμούς να ενισχύσουν το λατινικό στοιχείο των νησιών που κατέκτησαν, αλλά κράτησαν γενικά μετριοπαθή στάση απέναντι στο χριστιανικό πληθυσμό, ακόμα και ως προς την εκκλησιαστική πολιτική του Τάγματος, παρόλο που στη Ρόδο εγκαταστάθηκε από πολύ νωρίς λατίνος αρχιεπίσκοπος και η ορθόδοξη επισκοπή του νησιού χήρευε πιθανώς μέχρι και το β΄ τέταρτο του 15ου αι. Δεν κράτησαν ωστόσο πάντα την ίδια στάση έναντι των Εβραίων της Ρόδου εναντίον των οποίων εξαπέλυσαν διώξεις στις αρχές του 16ου αιώνα. Αρκετοί Εβραίοι αναγκάστηκαν τότε να αλλαξοπιστήσουν, για να επανέλθουν στον εβραϊσμό μετά την κατάληψη της Ρόδου από τους Οθωμανούς το 1522. 
Οι Ιππότες της Ρόδου ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την τόνωση του εμπορίου και της βιοτεχνίας, καθώς και την εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Το διάστημα της ιπποτοκρατίας η Ρόδος αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου. Στο νησί εγκαθίστανται μεγάλες εμπορικές και τραπεζικές εταιρείες της Δυτικής Ευρώπης, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται σημαντικές βιοτεχνικές δραστηριότητες, όπως η παραγωγή ζάχαρης και σαπουνιού, η κεραμική και η μεταλλοτεχνία. 

Το κάστρο των Ιπποτών (ή Νεραντζιάς) στην Κω. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

4. Επιχειρήσεις των Ιωαννιτών στο Αιγαίο 
Οι Ιωαννίτες Ιππότες αμέσως μετά την κατάκτηση της Ρόδου συμμετείχαν σε όλες σχεδόν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που οργανώνονταν από τις δυνάμεις που είχαν συμφέροντα στο Αιγαίο ενάντια στην αυξανόμενη ισχύ των Οθωμανών. Έτσι το 1319 κατανίκησαν μαζί με τον γενουάτη Martino Zaccaria τον τουρκικό στόλο στα ανοικτά της Χίου, το 1344 κατέλαβαν μαζί με τον ενετικό, κυπριακό και παπικό στόλο τη σημαντική για τη στρατηγική της θέση Σμύρνη, το 1347 νίκησαν τον οθωμανικό στόλο κοντά στην Ίμβρο κ.α. Σε ανάλογες στρατιωτικές επιχειρήσεις συμμετείχαν ή πρωτοστάτησαν καθόλη τη διάρκεια της κυριαρχίας τους στα Δωδεκάνησα, τόσο στο χώρο του Αιγαίου, όσο και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. 
Οι ιππότες της Ρόδου έχουν έντονη παρουσία και στο κοντινό τους Δουκάτο του Αρχιπελάγους, που ιδρύθηκε το 1207 από τον βενετό Μάρκο Σανούδο. Στις αρχές του 14ου αι. κατέλαβαν τη Δήλο πιθανότατα με υπόδειξη του ίδιου του δούκα της Νάξου. Από έγγραφο του 1452 είναι γνωστό ότι έλαβαν ως δωρεά από την Φραντζέσκα Κρίσπα, χήρα του Δούκα Ιωάννη, την μονή του Αγίου Αντωνίου του Ερμίτου στη Χώρα της Νάξου, την πρωτεύουσα του Δουκάτου. Για την καλύτερη μάλιστα εκμετάλλευση των κτήσεων αυτών, το Τάγμα δημιούργησε μια ξεχωριστή διοίκηση (κουμανταρία) με επικεφαλείς συνήθως άτομα του δουκικού περιβάλλοντος. Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά μέλη της δουκικής οικογένειας του Αρχιπελάγους έγιναν δεκτά στο Τάγμα, όπως για παράδειγμα οι Μάρκος και Ιωάννης Κρίσπος. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι οι Κρίσποι βοήθησαν τον ιπποτικό στολίσκο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ρόδου του 1522, ενώ υπήρξε ακόμη και σχέδιο για την μεταφορά της έδρας του Τάγματος στη Νάξο, μετά την απώλεια της Ρόδου το 1522, η οποία όμως τελικά δεν τελεσφόρησε. 

5. Οι Ιωαννίτες και η ηπειρωτική Ελλάδα 
Ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει στα σχέδια και τις φιλοδοξίες τους για τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Η δράση τους στο χώρο αυτό εγκαινιάζεται με έναν από τους σημαντικότερους Μεγάλους Μαγίστρους του Τάγματος, τον Juan Fernandez de Heredia (1377-1396), ο οποίος στα πλαίσια της επιχείρησής του να εκστρατεύσει εναντίον των Αλβανών που κατείχαν την περίοδο αυτή μεγάλα τμήματα της Ηπείρου, "υπενοικίασε" το πριγκιπάτο της Αχαΐας από τη βασίλισσα Ιωάννα της Νάπολης για πέντε χρόνια πληρώνοντας ετησίως 4.000 δουκάτα. Μετά το πέρας της πενταετούς μισθώσεως, οι Ιππότες αποχώρησαν το 1383 από την Πελοπόννησο, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψουν τις βλέψεις τους στον ελλαδικό χώρο. Επανέρχονται λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Δεσπότης του Μωρέα Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος, τους πούλησε αρχικά την Κόρινθο (1396/7), ενώ λίγο αργότερα ήταν διατεθειμένος να τους παραχωρήσει ολόκληρο το Δεσποτάτο (1399). Οι διαπραγματεύσεις ωστόσο με τον Θεόδωρο διακόπηκαν και οι Ιππότες της Ρόδου αποχώρησαν οριστικά από την Πελοπόννησο το 1404. 

6. Η αποχώρηση των Ιπποτών από το Αιγαίο 
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Κατακτητή το 1453, το νησιωτικό κράτος των Ιπποτών αποτελούσε έναν από τους πιο σημαντικούς εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Αιγαίο και συνακόλουθα έναν από τους επόμενους άμεσους στόχους της. Μετά την κατάκτηση της Μυτιλήνης το 1462 (στην άμυνα της οποίας έλαβαν μάλιστα μέρος και 70 ιππότες της Ρόδου) και της Εύβοιας το 1472, η κατάκτηση της Ρόδου ήταν απλώς θέμα χρόνου. Το Μαΐο του 1480 σημειώνεται η πρώτη μεγάλη πολιορκία της Ρόδου από τους Οθωμανούς (διήρκησε 85 περίπου ημέρες), την οποία οι Ιωαννίτες Ιππότες κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία. 
Μετά από μία περίοδο ανασυγκρότησης, κατά τη διάρκεια της οποίας το Τάγμα προσπάθησε να αποκαταστήσει τις ζημιές που επέφερε η πολιορκία του 1480 και να ενισχύσει με διπλωματικούς χειρισμούς τη θέση του στο Αιγαίο, ακολουθεί η δεύτερη μεγάλη πολιορκία της Ρόδου από τον Σουλεϊμάν Μεγαλοπρεπή το 1522. Μετά από φονικές μάχες έξι μηνών, οι Ιππότες αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πόλη υπογράφοντας το Δεκέμβριο του 1522 συνθήκη με τους Οθωμανούς. 
Την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους οι Ιππότες επιβιβάζονται στα πλοία τους και μετά από πολλές περιπλανήσεις εγκαθίστανται το 1530 στη Μάλτα. Από εκεί θα συνεχίσουν τον αγώνα τους εναντίον των Οθωμανών, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσουν τους δεσμούς τους με την περιοχή του Αιγαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1531 αποπειράθηκαν να καταλάβουν, χωρίς όμως επιτυχία, το κάστρο της Μεθώνης. 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Νησιωτικές σχολές γλυπτικής στην Αρχαιότητα

Νησιωτικές σχολές γλυπτικής στην Αρχαιότητα 
Συγγραφή : Σίδερης Αθανάσιος (23/3/2007) 
Για παραπομπή: Σίδερης Αθανάσιος, «Νησιωτικές σχολές γλυπτικής στην Αρχαιότητα», 2007, 
Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου 

1. Εισαγωγή 
Επιτύμβια στήλη από τη Νίσυρο με παράσταση νέου άνδρα με δόρυ, 480-450 π.Χ. 
© copyrights Archaeological Museum, Istanbul 

Η γλυπτική δημιουργία στο Αιγαίο συνδέεται αναμφίβολα με την ύπαρξη λατομείων μαρμάρου σε αρκετά νησιά, αλλά είναι αποτέλεσμα ενός πιο σύνθετου κοινωνικο-πολιτισμικού φαινομένου. Οι αιγαιακές κοινωνίες της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου ενσωμάτωσαν επιρροές από την Αίγυπτο, την Εγγύς Ανατολή, τη Μικρά Ασία και την Κρήτη, τις συνδύασαν με τις λατρευτικές πρακτικές και τα ταφικά τους έθιμα, αλλά και την ανερχόμενη θέση του ατόμου στον κόσμο, και συνέβαλαν καθοριστικά στη γέννηση της μνημειακής ελληνικής γλυπτικής. Αν και στους επόμενους αιώνες (Κλασική και Ελληνιστική εποχή) τα σπουδαία πολιτικά και καλλιτεχνικά κέντρα βρίσκονταν αλλού, τα νησιά του Αιγαίου δεν έπαψαν να επωφελούνται από την προνομιακή τους θέση στην καρδιά του ελληνικού κόσμου και στο σταυροδρόμι των εμπορικών αλλά και καλλιτεχνικών ανταλλαγών. 

1.1. Σχολές και τεχνοτροπίες 

Επιτύμβια στήλη από τη Σύμη με ανάγλυφη παράσταση ανδρικής μορφής με δόρυ στο άνω τμήμα της και αγριόχοιρου στο κάτω, 600-550 π.Χ. 
© copyrights Archaeological Museum, Istanbul 

Η μελέτη της γλυπτικής στο Αιγαίο σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας υπόκειται σε συμβάσεις και παραδοχές που δεν πρέπει να αγνοούμε. Όταν μιλάμε για «σχολές» γλυπτικής δεν εννοούμε αυστηρά δομημένους κύκλους με προγραμματική δράση, όπως ίσως φαντάζεται κανείς σε αναλογία με την αναγεννησιακή και νεότερη ιστορία της τέχνης. Σε κάποιες περιπτώσεις πρόκειται για μεμονωμένα εργαστήρια, άλλοτε πάλι για μια παράδοση που εκτείνεται σε περισσότερες γενιές. Συχνά οι διακρίσεις είναι ασαφείς (όπως ανάμεσα στη Σάμο και τη Μίλητο) ή ο ακριβής εντοπισμός των εργαστηρίων αδύνατος (νησιωτικά ανάγλυφα στη Μακεδονία και τη Θράκη). Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται σύγκλιση διαφορετικών τεχνοτροπικών ρευμάτων και διήθηση των επιρροών. Τόσο τα ίδια τα γλυπτά όσο και οι γλύπτες ταξίδευαν, λιγότερο στην Αρχαϊκή περίοδο και περισσότερο αργότερα. Ο τόπος εύρεσής τους δε σχετίζεται πάντα με την προέλευσή τους, καθώς τα έργα των αιγαιακών εργαστηρίων έφτασαν ως αφιερώματα σε μεγάλα πανελλήνια ιερά (Δήλος, Δελφοί, Ολυμπία), μακριά από τον τόπο κατασκευής τους ή τον τόπο καταγωγής του δημιουργού τους. Οι χημικές και πετρογραφικές αναλύσεις συνέβαλαν τα τελευταία χρόνια σε ορθότερες αποδόσεις προέλευσης του μαρμάρου, αλλά δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα ύφους και τεχνοτροπίας. Παράλληλα, πολλά και σημαντικά νέα ευρήματα, αλλά και νέες μελέτες για έργα γνωστά από παλιά, τροποποιούν ή διορθώνουν τις γνώσεις μας για τα επιμέρους εργαστήρια (αρχαϊκή Γοργώ στην Πάρο, δαιδαλικές κόρες στη Θήρα και το Δεσποτικό, επιτύμβια κλασικά ανάγλυφα στη Ρόδο κλπ.). 

1.2. Τύποι γλυπτών 

Αποσπασματικά σωζόμενη επιτύμβια στήλη από τη Ρόδο με παράσταση καθιστής γυναικείας μορφής, πιθανότατα της νεκρής, που αποχαιρετά δεύτερη γυναικεία μορφή, 450-400 π.Χ. 
© copyrights Archaeological Museum, Istanbul 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι μιλώντας για γλυπτική (στο Αιγαίο όπως και γενικότερα) εννοούμε μια πλειάδα έργων διαφορετικών τύπων και με διαφορετικό προορισμό. Περιλαμβάνονται κυρίως μαρμάρινα ολόγλυφα αγάλματα και ανάγλυφα που μπορεί να ήταν λατρευτικά, αναθηματικά ή επιτύμβια, καθώς και όλα τα αρχιτεκτονικά γλυπτά (ακρωτήρια, εναέτια γλυπτά, μετόπες, ζωφόροι κλπ.). Τα έργα μεγάλης χαλκοπλαστικής σώθηκαν μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Κάποτε μάλιστα οι γνώσεις για τη γλυπτική ενός τόπου, μιας εποχής ή ενός ρεύματος, είναι τόσο πενιχρές ώστε οι αρχαιολόγοι στρέφονται προς τις αντανακλάσεις της σε άλλες τέχνες, τις οποίες γνωρίζουν καλύτερα. Οι συγκρίσεις με τα μικρού μεγέθους χάλκινα και πήλινα ειδώλια, με παραστάσεις σε κοσμήματα, αγγεία και νομίσματα, και με τα λιγοστά ξύλινα και ελεφαντοστέινα ευρήματα, αποδεικνύονται συχνά ιδιαίτερα διαφωτιστικές. 

1.3. Υλικά 

Το σύμπλεγμα Αφροδίτης, Έρωτα και Πάνα, έργο του 1ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στη Δήλο, σκίτσο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

Από την Αρχαιότητα ήταν ήδη γνωστά στο Αιγαίο πολλά λατομεία μαρμάρου. Ωστόσο δεν είναι όλα τα μάρμαρα κατάλληλα για γλυπτική και τα περισσότερα χρησιμοποιήθηκαν μόνο στην αρχιτεκτονική. Οι αρχαίοι Έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα το λευκό μάρμαρο στη γλυπτική, ίσως και γιατί ήταν καταλληλότερο για διακόσμηση με χρώματα. Το καλύτερο λευκό μάρμαρο ήταν ο λεγόμενος λυχνίτης της Πάρου, με λεπτόκοκκη κρυσταλλική δομή. Από το ίδιο νησί προερχόταν και ένας άλλος, κατώτερης ποιότητας, τύπος μαρμάρου που επίσης χρησιμοποιήθηκε για γλυπτά. Τα παριανά λατομεία πρέπει να λειτούργησαν περίπου από το 600 π.Χ., μαζί με εκείνα της Εφέσου
Στη Νάξο λατομούνταν επίσης λευκό μάρμαρο και τα λατομεία της φαίνεται να ήταν τα πρώτα που λειτούργησαν στον αιγαιακό χώρο κατά την Αρχαϊκή περίοδο, λίγο πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., συγχρόνως με εκείνα της Σάμου. Το μάρμαρο της Σάμου εντούτοις, αν και λεπτόκοκκο, διατρέχεται από λεπτές γκρίζες φλέβες που το καθιστούν λιγότερο κατάλληλο για γλυπτά. Στη Ρόδο δεν υπάρχει μάρμαρο, παρά μόνο ένα είδος κρυσταλλικού ασβεστόλιθου, από τον οποίο στην Ελληνιστική περίοδο σκαλίστηκε η πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία πατά η Νίκη της Σαμοθράκης. 

Η επιτύμβια στήλη με παράσταση της Κριτούς και της Τιμαρίστας από τη Ρόδο, σκίτσο. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

Από τον 4ο αι. π.Χ. και έπειτα άρχισε να διαδίδεται και το μάρμαρο της Θάσου, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα των μικρασιατικών παραλίων και των παρακείμενων νησιών, από την Προκόννησο ως την Αλικαρνασσό. Το μάρμαρο της Πάρου βέβαια ήταν εκείνο που εξαγόταν περισσότερο σε όλες τις εποχές (από την Αρχαϊκή ως τη Ρωμαϊκή) και έφτασε ως τη Μακεδονία, τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Βόρεια Αφρική. 
Σε γενικές γραμμές παρατηρείται ραγδαία ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής στα Αρχαϊκά χρόνια στα νησιά που διέθεταν λατομεία (Νάξος, Πάρος, Σάμος) και αντίστοιχη απουσία της σε άλλα χωρίς λατομεία (Ρόδος). Με την απουσία μαρμάρου έχει συνδεθεί και η ανάπτυξη της χαλκοπλαστικής, ιδιαίτερα στα Ελληνιστικά χρόνια, στη Ρόδο. Για τη χαλκοπλαστική όμως τα στοιχεία είναι πολύ πιο ισχνά. Χαλκός από την Εύβοια, την Κύπρο και ίσως τη Μικρά Ασία, και κασσίτερος από μακρινές περιοχές, όπως η Ιβηρική και η Ουαλία, ήταν οι πρώτες ύλες σε όλες τις εποχές. Επειδή όμως τα μέταλλα ξαναλιώνουν και μπορούν να αναμειχθούν, δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα από τις αναλύσεις τους. 

2. «Δαιδαλικά» γλυπτά 

Σκίτσο του κούρου της Μήλου. 
© copyrights Explorer, Μαρίνα Ρούσσου, Ειρήνη Παλιούρα 

Με τον όρο «δαιδαλική» αποκαλείται η γλυπτική του 7ου αι. π.Χ. Πρόκειται κυρίως για αγάλματα ανδρικών και γυναικείων όρθιων μετωπικών μορφών. Οι ανδρικές μορφές είναι γυμνές και φορούν συνήθως μια φαρδιά ζώνη. Οι γυναικείες φορούν μακρύ ένδυμα, επίσης ζωσμένο στη μέση. Και στις δύο περιπτώσεις τα σώματα είναι επίπεδα και πολύ σχηματοποιημένα. Στα πρόσωπα τα χαρακτηριστικά (μάτια, μύτη, στόμα) είναι αφύσικα μεγάλα σε βάρος του μετώπου και των παρειών. Οι ρίζες αυτής της τεχνοτροπίας ανάγονται στην Κρήτη, αν και η διάδοσή της καλύπτει τις περισσότερες δωρικές περιοχές. Το σημαντικότερο, μέχρι πρόσφατα, δαιδαλικό έργο στο Αιγαίο βρέθηκε στη Δήλο και πρόκειται για μια κόρη, τη λεγόμενη Νικάνδρα. Το 2000 αποκαλύφθηκε μια κόρη στο Δεσποτικό και το 2001 ακόμη μία στο νεκροταφείο της αρχαίας Θήρας. Η τελευταία σώζεται σε καλύτερη κατάσταση και έχει ύψος 2,3 μ. Και οι τρεις θεωρούνται έργα της ναξιακής σχολής και η πρόσφατη μελέτη τους κατέδειξε τις διαφορές από τα αντίστοιχα κρητικά. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους αποτελεί η κόμμωση, με 4 πλεξίδες δεξιά και αριστερά του κεφαλιού να πέφτουν μπροστά, πάνω στο στήθος. Χρονολογούνται από το γ΄ τέταρτο ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Συγγενικές, αλλά όχι ακριβώς δαιδαλικές, είναι και οι γυναικείες μορφές που στηρίζουν μεγάλες μαρμάρινες λεκάνες, τα λεγόμενα περιρραντήρια. Έχουν βρεθεί ένα στη Σάμο και ένα τη Ρόδο, αλλά οι αναλύσεις δείχνουν ότι το μάρμαρο είναι λακωνικό. Στο β΄ μισό του 7ου αι. π.Χ. η δαιδαλική τεχνοτροπία εμφανίζεται και στη μικροτεχνία των νησιών, όπως σε κοσμήματα της Ρόδου και σε πήλινα ειδώλια της Θήρας και του Δεσποτικού. 

3. Γλυπτική του 6ου αι. π.Χ. 

Ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου από την Πάρο, πιθανότατα από το Ηρώο του Αρχίλοχου, τέλη 6ου - αρχές 5ου αιώνα π.Χ. 
© copyrights Ministry of Culture and Tourism, General Directorate of Museums and Monuments, Ankara 

3.1. Νάξος 
Τα ευρήματα από την ίδια τη Νάξο, τη Δήλο και τους Δελφούς φανερώνουν πως η ναξιακή σχολή διατήρησε το δυναμισμό της για μεγάλο μέρος του 6ου αι. π.Χ. Οι κούροι από τη Νάξο και τη Δήλο, καθώς και ο κολοσσικός ναξιακός Απόλλων της Δήλου (ύψος 8,5 μ.), έχουν ακόμα την ακαμψία και τη σχηματοποίηση του κορμιού που χαρακτηρίζει τα δαιδαλικά έργα. Ένα άλλο ναξιακό αφιέρωμα στη Δήλο ήταν 16 λιοντάρια σε παράταξη κατά τα αιγυπτιακά πρότυπα (γύρω στο 600 π.Χ.). Αν και η φθορά της επιφάνειάς τους είναι μεγάλη (πρόσφατα αντικαταστάθηκαν με εκμαγεία και φυλάσσονται στο μουσείο της Δήλου), διακρίνεται η νατουραλιστική απόδοση του αιλουροειδούς και η ζωντάνια της πόζας. Δεν ισχύει το ίδιο για τη σφίγγα των Ναξίων στους Δελφούς (περίπου 570 π.Χ.). Το αρχικά στημένο σε κίονα 10,2 μ. μυθολογικό τέρας δυσκολεύεται να συνδυάσει το νατουραλισμό του γυναικείου προσώπου με το σχηματοποιημένο και γραμμικά αποδομένο σώμα. Τέλος, δύο από τις πιο πρώιμες κόρες της Ακρόπολης (γύρω στο 550 π.Χ.) φαίνεται να οφείλουν στη Νάξο, εκτός από το μάρμαρό τους, και αρκετά από τα τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά. 
Η παρακμή της ναξιακής σχολής έχει κατά καιρούς συνδυαστεί με την κατάληψη της εξουσίας στη Νάξο από τον τύραννο Λύγδαμι, γύρω στο 540 π.Χ. Τα ευρήματα ωστόσο δείχνουν πως η γλυπτική δημιουργία συνεχίστηκε, αν και σε μικρότερη έκταση, μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Τέλος μερικοί κούροι από το Πτώο της Βοιωτίας συνδέονται με τη ναξιακή σχολή, είτε είναι έργα Ναξίων τεχνιτών είτε πρόκειται για επιρροές. 

3.2. Πάρος 

Άγαλμα Αρτέμιδος από τη Μυτιλήνη, 2ος αι. μ.Χ. 
© copyrights Archaeological Museum, Istanbul 

Η Πάρος ανέπτυξε τη δική της αρχαϊκή σχολή γλυπτικής, ήδη από το 580 π.Χ. περίπου, αν και η ακμή της τοποθετείται στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., καθώς η ανταγωνίστρια Νάξος υποχωρούσε. Κούροι και κόρες της Πάρου έχουν βρεθεί, εκτός από το ίδιο το νησί, στη Δήλο, τους Δελφούς, τον Ορχομενό, τη Θάσο και την Κυρήνη. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παριανή σχολή αρχικά βρισκόταν υπό σαμιακή επιρροή, αλλά σχετικά νωρίς ανέπτυξε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι κούροι της είναι περισσότερο μυώδεις από τους ναξιακούς, με γεμάτο στήθος και έμφαση στις καθέτους του σώματος. Οι κόρες φορούν χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο συχνά έχει διακοσμητική διάταξη, όπως στην περίπτωση μιας κολοσσικής Αρτέμιδος και μιας ένθρονης θεάς (αρχές του 5ου αι. π.Χ. αλλά ακόμα αρχαϊκής τεχνοτροπίας). Στην παριανή σχολή αποδίδονται και έξι μορφές από «σύναξη θεών» που βρέθηκαν στη Δήλο και χρονολογούνται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Παριανές επιρροές, περισσότερο ή λιγότερο άμεσες, αναγνωρίζονται σε γλυπτά από τη Ρόδο, τη Σάμο, τη Σικελία, ακόμα και σε ορισμένες αττικές κόρες. Εξάλλου ο Αριστίων, ο γλύπτης της περίφημης κόρης Φρασίκλειας που βρέθηκε στη Μερέντα της Αττικής και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ήταν από την Πάρο. 
Από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά της Πάρου είναι γνωστό ένα ακρωτήριο με τη μορφή της Γοργούς (μέσα του 6ου αι. π.Χ.), και δύο ανάγλυφα, το ένα με παράσταση συμποσίου (την πιο πρώιμη του είδους) και το άλλο με παράσταση λιονταριού που κατασπαράζει ταύρο (περίπου 500 π.Χ.). Θεωρείται ότι όλα προέρχονται από διάφορες φάσεις του αρχαϊκού ηρώου του ποιητή Αρχιλόχου

3.3. Σάμος 

Κορμός αγάλματος Ασκληπιού από την Κω, 2ος αι. π.Χ. 
© copyrights Archaeological Museum, Istanbul 

Η σαμιακή σχολή γλυπτικής εμφανίζεται ήδη πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ., αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα τις δημιουργίες της κατά το α΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα παλαιότερα από τα έργα αυτής της σχολής έχουν βρεθεί εκτός Σάμου: το άνω τμήμα μιας χάλκινης σφυρήλατης φτερωτής μορφής στην Ολυμπία και μια μαρμάρινη γυναικεία μορφή στο Ρέντη της Αττικής (580-570 π.Χ.). Οι χαρακτηριστικότεροι τύποι είναι οι κόρες, ντυμένες με χιτώνα, ιμάτιο και επίβλημα, οι ιματιοφόρες ανδρικές μορφές και οι κούροι. Οι κόρες εμφανίζουν σχεδόν κυλινδρικό το κάτω τμήμα του κορμού και λεπτομερή, αν και διακοσμητική, απόδοση των πτυχώσεων των ρούχων. Οι κεφαλές των ανδρικών μορφών είναι αφύσικα διογκωμένες προς το πάνω και πίσω μέρος του κρανίου. Η κόμμωσή τους είναι απλή, με παράλληλους βοστρύχους που ξεκινούν από το χαμηλό μέτωπο και καταλήγουν πίσω στην πλάτη. Δύο αναθηματικά συντάγματα από το Ηραίο, γνωστά με τα ονόματα του αναθέτη και του γλύπτη τους –Χεραμύης και Γενέλεως αντίστοιχα–, εικονογραφούν αυτές τις ιδιαιτερότητες. Από τους κούρους των μέσων του 6ου αι. π.Χ. ξεχωρίζουν δύο κολοσσικές μορφές. Η κεφαλή του ενός φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη (σωζόμενο ύψος 70 εκ.) ενώ ο άλλος, σχεδόν ακέραιος, αποκαλύφθηκε σε τμήματα στη δεκαετία του 1980 και είχε αρχικό ύψος 5,5 μέτρα. Το 2005 αποκαλύφθηκε ένας εξαιρετικής εργασίας σαμιακός κούρος της ίδιας περιόδου στο Δεσποτικό. Οι σαμιακοί κούροι είναι σαφώς πιο σαρκώδεις από τους ναξιακούς, αλλά χωρίς προσπάθεια ανάδειξης της μυϊκής διάπλασης, όπως συμβαίνει στην Πάρο, και οπωσδήποτε λιγότερο γυμνασμένοι από τους κούρους της Πελοποννήσου. Πιστεύεται πως αποδίδουν την τρυφηλή ζωή της ιωνικής αριστοκρατίας, οι νέοι της οποίας δεν έκαναν το γυμνάσιο κέντρο της ζωής τους. Στην κατανόηση της σαμιακής γλυπτικής και των στενών σχέσεών της με τη γλυπτική της γειτονικής Μιλήτου συνέβαλε αποφασιστικά και η μελέτη των μικρών χάλκινων και πήλινων ειδωλίων του νησιού. Η μεγάλη χαλκοπλαστική, από την οποία τίποτα δε σώθηκε, φαίνεται πως είχε στη Σάμο μεγάλη παράδοση, αφού σύμφωνα με τις πηγές ήταν οι Σάμιοι αρχιτέκτονες και γλύπτες Θεόδωρος και Ροίκος, οι οποίοι έφεραν από την Αίγυπτο στην Ελλάδα την τεχνική της χύτευσης κούφιων αγαλμάτων γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. 

3.4. Χίος 
Στη Χίο φαίνεται πως αναπτύχθηκε μια σχολή γλυπτικής περίπου από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Το επιβεβαιώνουν οι αρχαίες πηγές με αναφορές στους γλύπτες Μικκιάδη και Άρχερμο (πατέρας και γιος). Με τον Άρχερμο έχει συνδεθεί μια Νίκη από τη Δήλο (περίπου 550 π.Χ.). Ωστόσο τα ευρήματα στη Χίο είναι φτωχά: λίγοι κορμοί κούρων και κορών, μία από τις οποίες φέρει ένα ιδιαίτερο τρόπο πτύχωσης του χιτώνα. Οι πτυχώσεις αυτές εμφανίζονται και σε δύο Νίκες και μία κόρη από την Ακρόπολη (520-510 π.Χ.), γεγονός που σε συνδυασμό με το νησιωτικό μάρμαρό τους καθώς και επιγραφές που αναφέρουν τον Άρχερμο, οδήγησε στην απόδοσή τους στη σχολή της Χίου. Ξεχωρίζουν για την κυματιστή γραμμή της κόμμωσης πάνω από το μέτωπο, τα πεταχτά μήλα και τα σαρκώδη χείλη. Τα στοιχεία αυτά απαντούν και σε δύο «καρυάτιδες» της ίδιας εποχής από τους Δελφούς. Η μία ανήκει στο θησαυρό των Σιφνίων και η άλλη στο λεγόμενο κάποτε «των Κνιδίων». Ελλείψει ασφαλέστερων συγκριτικών στοιχείων οι περισσότεροι ερευνητές τις αποδίδουν στη Χίο. 

3.5. Άλλα νησιά 
Στα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου έχουν αποκαλυφθεί λίγα μόνο γλυπτά της Αρχαϊκής περιόδου, κάποτε με τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά συνήθως με έντονες επιρροές κάποιας από τις σημαντικές νησιωτικές σχολές. 
Από τη Μήλο προέρχεται ένας καλοδιατηρημένος κούρος με ολοφάνερες ναξιακές επιδράσεις (περίπου 550 π.Χ.). Από τη Θήρα προέρχονται τέσσερις πολύ κατεστραμμένοι, μάλλον ναξιακοί, κορμοί ανδρικών μορφών που βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα από το δαιδαλικό τύπο προς τον κούρο και χρονολογούνται γύρω στο 600 π.Χ. 
Ένας κούρος από την Ανάφη, που φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο, μια κεφαλή κούρου και μια ερμαϊκή στήλη από τη Σίφνο βρίσκονται μάλλον στη σφαίρα της παριανής επιρροής. Από την Κω προέρχεται ένα ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου, χρονολογούμενο γύρω στο 500 π.Χ. Δύο κορμοί και τρεις κεφαλές κούρων από την Κάμειρο της Ρόδου φανερώνουν σαμιακές επιδράσεις (550-520 π.Χ.). 
Από την Άνδρο προέρχονται ένας ναξιακός κούρος του 550-540 π.Χ., μία παριανή κόρη και ένα γλυπτό σύμπλεγμα του μυθικού φτερωτού αλόγου Πήγασου με τον αναβάτη του Βελλερεφόντη. Ήταν ακρωτήριο κάποιου ναού και χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. 
Από τη Λήμνο δεν είναι γνωστή μεγάλου μεγέθους γλυπτική. Εντούτοις μερικά ευμεγέθη πήλινα ειδώλια σειρήνων φανερώνουν στα πρόσωπα και τις κομμώσεις μια τεχνοτροπία ολότελα διαφορετική από αυτές που απαντούν στο υπόλοιπο Αιγαίο. Φαίνεται πως αυτή η ιδιαιτερότητα συνδέεται με την ειδική σχέση που διατηρούσε η αρχαϊκή Λήμνος με τους Ετρούσκους. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολυσυζητημένη ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς (530-525 π.Χ.) είναι κατά το ήμισυ (βόρεια και ανατολική πλευρά) έργο νησιωτικού εργαστηρίου. Η παράσταση γιγαντομαχίας που την κοσμεί θεωρείται το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό της Αρχαϊκής περιόδου, αν και οι απόψεις των ερευνητών διχάζονται ανάμεσα στην παριανή και τη χιώτικη προέλευση των δημιουργών της. 

4. Κλασική γλυπτική 

4.1. Πάρος 
Η σχολή της Πάρου απέκτησε ακόμη εντονότερη παρουσία με την απαρχή της κλασικής γλυπτικής και ιδίως με τα ανάγλυφα του αυστηρού ρυθμού (480-450 π.Χ.). Το χαρακτηριστικό τους ήταν η απόδοση βάθους και λεπτομερειών σε πολύ χαμηλό ανάγλυφο. Τρεις εξαιρετικής ποιότητας επιτύμβιες στήλες νεαρών κοριτσιών που φορούν πέπλο –δύο από την Πάρο και μία από τη Μακεδονία– φαίνεται να προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο (460-440 π.Χ.). Οι μορφές τους προεικάζουν τις κόρες της ζωφόρου του Παρθενώνα. Ένα άλλο ανάγλυφο από την Ικαρία (περίπου 460 π.Χ.) παραμένει αινιγματικό ως προς τον προορισμό και την επιγραφή του. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι πρόκειται για έργο Πάριου γλύπτη. Στην Πάρο αποδίδεται επίσης και ένα σπάνιο –κυκλικής μορφής– ανάγλυφο από τη Μήλο με γυναικείο κεφάλι σε προφίλ. Τέλος μια σειρά ανθεμωτών στηλών που παλιότερα αποκαλούνταν «σαμιακές» αποδίδονται τώρα στην Πάρο. Έξοχα δείγματα του είδους, εκτός από το ίδιο το νησί, προέρχονται από τη Σάμο, το Τηγάνι, την Αμοργό και την Κάλυμνο
Η ακτινοβολία των παριανών αναγλύφων εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Αιγαίο και έργα υπό την άμεση ή έμμεση επιρροή τους απαντούν από τη Θάσο και τη Μεσημβρία της Θράκης ως τη Νίσυρο και την Ξάνθο της Λυκίας. 
Ανάλογη φαίνεται πως ήταν και η δημιουργία ελεύθερων γλυπτών, αν και τα ευρήματα είναι ελάχιστα. Το σημαντικότερο είναι μια ακέφαλη Νίκη που μοιάζει έτοιμη να πετάξει (470-460 π.Χ.). Οι πτυχώσεις του πέπλου της και η κίνηση του σώματος βρίσκουν το αντίστοιχό τους στη μικρή χάλκινη γυναικεία μορφή που συγκρατεί στο κεφάλι της θυμιατήριο, η οποία βρέθηκε στους Δελφούς. Πρόκειται για το μοναδικό έργο της μικρής χαλκοπλαστικής που μπορεί να αναγνωριστεί ως παριανό (460-450 π.Χ.). 
Στο Ηρώο της Ξάνθου της Μικράς Ασίας εμφανίζεται μια γυναικεία μορφή σε παριανό πρότυπο. Αλλά και στο ναό του Δία της Ολυμπίας φαίνεται πως η μία από τις δύο ομάδες που δούλεψαν τα γλυπτά του ήταν από την Πάρο. Τέλος δύο πρώιμα κλασικά αετωματικά σύνολα που μεταφέρθηκαν αργότερα στη Ρώμη (Αμαζονομαχία και Νιοβίδες) φαίνεται να έχουν τις ρίζες τους στον αιγαιακό χώρο. 
Στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. η ακτινοβολία του Παρθενώνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι τοπικές σχολές έχασαν το ιδιότυπο της τεχνοτροπίας τους. Και οι καλύτεροι Πάριοι γλύπτες, όπως ο Αγοράκριτος, δούλευαν πια στην Αθήνα και σε αττικά πρότυπα. Η παράδοση του νησιού εντούτοις διατηρήθηκε και έδωσε στην ελληνική τέχνη έναν ακόμα περιώνυμο γλύπτη της Ύστερης Κλασικής εποχής, το Σκόπα. 

4.2. Άλλα νησιά 
Στα υπόλοιπα νησιά οι επιρροές της Πάρου είναι ακόμα διακριτές ως το τέλος περίπου του 5ου αι. π.Χ., εποχή που αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από αττικές. 
Από τη Ρόδο προέρχεται μια γυναικεία κεφαλή αυστηρού ρυθμού (470 π.Χ.) και ένα σπουδαίο ανάγλυφο έργο, η στήλη της Κριτώς και της Τιμαρίστας (περίπου 410 π.Χ.) με αποχαιρετισμό μάνας και κόρης. Πρόκειται για τοπικό έργο, που συνθέτει κατά τον καλύτερο τρόπο την παριανή παράδοση με τα επιτεύγματα της αττικής γλυπτικής. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και το τμήμα στήλης με νέο μπροστά σε γυναίκα από τη Σάμο (περίπου 420 π.Χ.). 
Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. χρονολογείται και ένα σύμπλεγμα του Βορρέα που αρπάζει την Αθηναία πριγκίπισσα Ωρείθυια. Ήταν το κεντρικό ακρωτήριο του ναού των Αθηναίων στη Δήλο. Στη Δήλο βρέθηκε εξάλλου ένα ρωμαϊκό αντίγραφο του Απόλλωνα Λυκείου του Πραξιτέλη, ενώ ο λεγόμενος «Ερμής της Άνδρου» είναι επίσης αντίγραφο έργου του μεγάλου Αθηναίου γλύπτη. 
Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα έργα του 4ου αι. π.Χ. συγκαταλέγονται μια επιτύμβια στήλη από την Τήνο και ένας κορμός Ποσειδώνα από τη Σύρο με επιδράσεις από τη σχολή του Λυσίππου, ένα άγαλμα ιματιοφόρου από την Κω (ο λεγόμενος «Ιπποκράτης») και ένα αναθηματικό ανάγλυφο από τη Μυτιλήνη με παράσταση θεϊκού ζεύγους σε νεκρόδειπνο. Ανθεμωτές και ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες αττικής κατασκευής ή έμπνευσης εμφανίζονται κατά τον 4ο αι. π.Χ. στα περισσότερα νησιά. 

5. Ελληνιστική γλυπτική 

5.1. Ρόδος 
Η Ρόδος στα Ελληνιστικά χρόνια αποτέλεσε το μεγάλο κέντρο της γλυπτικής στο Αιγαίο. Αν και είναι δύσκολο να θεωρηθεί «σχολή» με την έννοια της ενιαίας τεχνοτροπίας, της έχουν κατά καιρούς αποδοθεί μερικά από τα σημαντικότερα γλυπτά από την εποχή μετά τον Αλέξανδρο ως την εποχή του Αυγούστου (τέλος 4ου αι. π.Χ. - αρχές 1ου αι. μ.Χ.). 
Ένα από τα δημοφιλέστερα έργα που βρέθηκαν στη Ρόδο και ανήκουν στην παράδοση του Λυσίππου είναι ο λεγόμενος «δεόμενος του Βερολίνου». Πρόκειται για μια μορφή γυμνού νέου που θεωρήθηκε Γανυμήδης ή αυτοστεφανούμενος αθλητής. Χρονολογείται γύρω στο 300 π.Χ. και τα χέρια του από την αρχή των μπράτσων και πέρα είναι νεότερη αυθαίρετη αποκατάσταση. 
Μαθητής του Λυσίππου ήταν και ο Χάρης, ο χαλκουργός του κολοσσού της Ρόδου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή. Άλλωστε στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. χρονολογούνται και οι πολυάριθμοι φούρνοι χύτευσης ορειχάλκου που βρέθηκαν γύρω από την αρχαία πόλη της Ρόδου. Ροδιακό εύρημα και δημιουργία είναι επίσης ένας χάλκινος κοιμώμενος Έρωτας στη Νέα Υόρκη (β΄ μισό του 2ου αι. π.Χ.). 
Από τα μαρμάρινα γλυπτά ξεχωρίζουν μια κεφαλή του θεού Ήλιου (250-160 π.Χ.), χαρακτηριστική του ελληνιστικού μπαρόκ, και ορισμένα μικρογραφικά αντίγραφα γνωστών έργων: του Ασκληπιού, του Δία της Περγάμου, της λουομένης Αφροδίτης του Δοιδάλσα, και μερικών νυμφών. 
Η εμβληματική Νίκη της Σαμοθράκης έχει αποδοθεί στη Ρόδο, όχι μόνο εξαιτίας του ροδιακού λίθου της βάσης της, αλλά και του δυναμισμού που αποπνέει το έργο. Φαίνεται πως αφιερώθηκε περίπου το 190 π.Χ. με αφορμή κάποια ναυτική νίκη των Ροδίων στον πόλεμο με τον Αντίοχο Γ΄. 
Από τα μεγάλα συμπλέγματα με πολλές μορφές αξίζει να αναφέρουμε εκείνο της τιμωρίας της Δίρκης από το Ζήθο και τον Αμφίωνα, που η φιλολογική παράδοση αποδίδει στους γλύπτες Απολλώνιο και Ταυρίσκο. Είναι γνωστό από ένα ρωμαϊκό αντίγραφο με πολλές αυθαίρετες αποκαταστάσεις και ανεπαρκές για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ροδιακή γλυπτική της εποχής. 
Περισσότερο γνωστό είναι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα και των γιων του στο Βατικανό. Υπογράφεται από τους Ρόδιους Αγήσανδρο, Πολύδωρο και Αθηνόδωρο. Στους ίδιους οφείλεται και μια σκηνογραφική εγκατάσταση γλυπτών από τη Σπρελόνγκα, νότια της Ρώμης, που απεικονίζουν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στα επεισόδια της Σκύλλας και του Πολύφημου. Και τα δύο συμπλέγματα θεωρήθηκαν για χρόνια αντίγραφα έργων του 3ου ή 2ου αι. π.Χ. φτιαγμένα την εποχή του Καίσαρα. Η νεότερη έρευνα ωστόσο τείνει να τα θεωρήσει πρωτότυπες δημιουργίες των χρόνων μεταξύ του Καίσαρα και του Τιβέριου (40 π.Χ.- 25 μ.Χ.). 

5.2. Μήλος 
Από τη Μήλο προέρχονται κυρίως δύο ελληνιστικά αγάλματα: ο Ποσειδώνας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και η Αφροδίτη του Λούβρου. Η Αφροδίτη, που πιθανόν να μην είναι Αφροδίτη αλλά Αμφιτρίτη, έχει λάβει διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου της ομορφιάς. Πρόκειται για έργο ενός κατά τα άλλα άγνωστου καλλιτέχνη από την Αντιόχεια στο Μαίανδρο της Μικράς Ασίας και χρονολογείται περίπου στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όπως και ο Ποσειδώνας. Αν και συνδυάζει επιτυχημένα στοιχεία της Κλασικής περιόδου με τάσεις και τεχνικές λύσεις του 2ου αι. π.Χ., αποτελεί παράλληλα το κατεξοχήν παράδειγμα αποσπασματικής πρόσληψης και άκριτης εξιδανίκευσης της αρχαίας τέχνης στη σύγχρονη εποχή. 

5.3. Δήλος 
Η γλυπτική της Δήλου και κυρίως τα έργα του 1ου αι. π.Χ. αποτελούν στην ουσία μετάβαση από τα ελληνιστικά στα ρωμαϊκά πρότυπα. Ορισμένα, όπως η Αφροδίτη με τον Πάνα (τέλος 2ου αι. π.Χ.), συνεχίζουν τις αναζητήσεις του ροδιακού «είδους» (genre) στο πλαίσιο του ελληνιστικού ροκοκό. Αλλά κυρίως τα τιμητικά και αναθηματικά αγάλματα αξιωματούχων προετοιμάζουν την έλευση του ρωμαϊκού πορτρέτου, καθώς συνθέτουν γνωστούς αγαλματικούς τύπους αθλητών και φιλοσόφων με εικονιστικές κεφαλές προχωρημένου ρεαλισμού. Την εποχή αυτή αρχίζει η μαζική παραγωγή αντιγράφων φημισμένων έργων της ελληνικής γλυπτικής για τη ρωμαϊκή αριστοκρατία, όπως ο Διαδούμενος του Πολύκλειτου, που βρέθηκε σε οικία της Δήλου. 

5.4. Κως 
Η Κως έχει δώσει μια πλούσια σειρά αγαλμάτων του 3ου και 2ου αι. π.Χ. από ιερά και οικίες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Δήμητρας και Κόρης, ένα επιτύμβιο αγένειου αθλητή, ένας καθιστός Ερμής με κριάρι, μια βάση τραπεζιού με ανάπλαση του γνωστού τύπου του Μαρσύα, και μερικά αγάλματα γυναικών που φορούν τις χαρακτηριστικές λεπτές κώιες εσθήτες, κάτω από τις οποίες διακρίνεται ένα χοντρότερο ύφασμα. 

6. Σύνοψη 
Η χρυσή εποχή της γλυπτικής στο Αιγαίο ήταν, όπως και για την κοινωνία του, η αρχαϊκή. Κυριαρχούσαν οι σχολές της Νάξου, Σάμου, Χίου και Πάρου, με ακτινοβολία σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό κόσμο. Οι σχολές αυτές συνέβαλαν άμεσα τόσο στη γέννηση όσο και στην αρχική διαμόρφωση της ελληνικής μνημειακής γλυπτικής. Στα Πρώιμα Κλασικά χρόνια η Πάρος με το καλύτερο μάρμαρο βρέθηκε στην πρωτοπορία και η επιρροή της άγγιξε σημαντικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Ολυμπία. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. η Αθήνα ήταν ήδη χωρίς ανταγωνισμό στη γλυπτική και τα πρότυπά της απλώθηκαν σε ολόκληρο το Αιγαίο και ακόμα μακρύτερα. Στην Ελληνιστική περίοδο η ναυτική και ακμάζουσα Ρόδος κέρδισε τη φήμη της στη γλυπτική, έχοντας ως μόνο αξιόλογο αντίπαλο την Πέργαμο. Διεύρυνε το ρεπερτόριό της και καλλιέργησε άλλοτε τη συναισθηματική ένταση και έκφραση στα γλυπτά, και άλλοτε το χαριτωμένο παιχνίδισμα του «είδους». Στη Δήλο των εμπορικών συναλλαγών και της ελληνορωμαϊκής συνύπαρξης συνέβη η τελευταία αναλαμπή της γλυπτικής στον αιγαιακό χώρο, προτού κυριευθεί από αντιγραφές, ομοιομορφία και πρόχειρες εκτελέσεις. 

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 1ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 2ο μέρος.

Η Ρόδος στην Ιταλοκρατία 3ο μέρος.

Η Ρόδος επί Ιταλοκρατίας 1920 – 1940

Εγω σωπαίνω....Φτύνω!!!

Μου μιλούν για δικαιοσύνη....οι δικαστές, Μου μιλούν για ηθική...οι αγύρτες, Μου μιλούν για ζωή...οι δολοφόνοι, Μου μιλούν για όνειρα...οι έμποροι, Μου μιλούν για ισότητα...τα αφεντικά, Μου μιλούν για φαντασία...οι υπάλληλοι, Μου μιλούν για ανθρωπιά...οι στρατοκράτες, Εγω σωπάινω....Φτύνω.


ΡΟΔΟΣυλλέκτης: e-mail r.telxinas@yahoo.gr
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στον ΝΕΟ ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://rouvim.blogspot.com

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/
ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/
ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/
ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/
Dj news: http://fanenos.blogspot.com/
ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/
ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/
ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/
http://www.ksipnistere.blogspot.com/
ΣΦΕΝΤΟΝΑ: http://gipas.blogspot.com/
ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/
Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ – ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ: http://rodosillektis.blogspot.gr/
Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr
ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/

Αρχειοθήκη ιστολογίου