Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

1. Φ Έμμε περνά τώρα βα. ΝΕ Δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι, δεν με περνά τώρα δα, δεν αντέχω να μην πάρω θέση. Ε/Π Βα: εδώ, δα = εδά - εβά - βα (εβά είσαι;) 
2. Φ Χάννια μακκαρούνια, τρώεις-τα; (ΜΕ) ΝΕ Μόνο στο φαγητό είσαι καλός. 
3. Φ Χάνια είχα να σε γιω. ΝΕ Είχα πολύ καιρό να σε δω. Ε/Π Χάνια, τουρκικό. Γιώ = ιδώ = δω. 
4. Φ Εμάεψε ούλτη τη παχαρία. ΝΕ Εμάζεψε όλο το κρύο. 
5. Φ Κάμνε πρε αχρωπινά. 
ΝΕ Κάνε, όπως κάνει ο κόσμος, συμπεριφέρου ανθρώπινα. 
Ε/Π Στις Φάνες μοναδικά προφέρουν το -θ- ως δύο -χχ- π.χ. χχέλω αντί θέλω, χώρκε αντί θώρεε = θεωρεί (θεωρώ). Η προφορά του -θ- ως δύο -χχ- είναι αρχαία προφορά και λαϊκή γλώσσα: όρνιχες αντί όρνιθες (Θεόκριτος, 310-250 π.Χ.). 
6. Φ Ακουτουλάς τους τοίχους. (ΜΕ) ΝΕ Θα χτυπάς με το κεφάλι σου τους τοίχους. Ε/Π Κούτουλο - κουτελο, ρήμα: κουτουλώ ή κουτουλίζω - κουτλίζω = νυστάζω. 
7. Φ Το νερό σουλουντρανεί. ΝΕ Το νερό τρέχει σαν πίδακας. Ε/Π Σωλήνας - σούλουνας (ίσως και σούσουνας), σουλουντρανώ. 
8. Φ Νέρντε! πόσην ώρα λαμένω. ΝΕ Σκέψου, πόσην ώρα περιμένω. Ε/Π Λαμένω: αναμένω ή ανημένω - λημένω (πρβλ.: λάμενέ με ή λήμενέ με). Το: -ν- έγινε -λ-, αναφάντης - αλαφάντης. 
9. Φ Κάμνει σαν τον παρλάο (παράλογο). ΝΕ Δέν κάθεται ήσυχα. 
10. Φ Επάενε, μούλτα μούλτα. ΝΕ Πήγαινε σιγά-σιγά και σκυφτός. Ε/Π Μούλα - μούλα: αρχαία μυλλός = σιγανός - μαζεμένος (μουλώνω). 
11. Φ Τι έχεις πρε και βαρταλαλείς; ΝΕ Τι έχεις και φωνάζεις; Ε/Π Βαρταλαλείς (βαττολογείς, βαττολαλείς) = φλυαρείς - ή καταφέρεσαι ενάντια σε κάποιον. 
12. Φ Επήε κάτω, γροσόλι. ΝΕ Μόλις το ήπια δροσίστηκα. Ε/Π Γροσόλι = δροσόλι - ροσόλι, λατινικά: Ros = δροσιά. 
13. Φ Έκαμα το ττερμπιέντου (ντερπιέντου); ΝΕ Τον περιποιήθηκα, όπως έπρεπε. Ε/Π άγνωστη, μάλλον λατινική λέξη. 
14. Φ Ήβγκεν ένα ττόζι που πίσω! ΝΕ Σήκωσε πολύ σκόνη. 
15. Φ Ά πρε πανουκλιάρη. (Βρισιά) Ε/Π Ασθενής από πανώλη. 
16. Φ Επόμεινες και ποταβρίζεσαι. ΝΕ Έμεινες και τεντώνεσαι συνέχεια. Ε/Π Ποταβρίζεσαι: ταύρος - ταυρίζομαι, σαν ταύρος ισχυρός. 
17. Φ Εσκλίωσες τα κουλτούρκια; ΝΕ Ζύμωσες τα κουλούρια; Σκλιβώνω, αρχαία: στιλβώνω ή σκληβός = σκληρός 
18. Φ Τ΄ αγκιόν είναι βάστρενο. ΝΕ Το δοχείο είναι πήλινο. Ε/Π Αγκιόν = αγγείο. Βάστρενο: Βάστρενος = φτιαγμένος από βαστρί, θραύσμα από πήλινο δοχείο που έμοιαζε με κοιλιά, γαστέρα. Βαστρί, γαστρί από το γαστήρ = κοιλία. 
19. Φ Εδώ οι κουμανταρίες εξυνήσαν. (ΜΕ) ΝΕ Εδώ οι καλές οικογένειες έχουν χαλάσει. 
20. Φ Εκειά κοπποκυλκιέται ο ταμπάκκης. ΝΕ Εκεί είναι αραχτός ο ανεπρόκοπος. Ε/Π Κοπροκυλιέται ή κουποκυλιέται ο βυρσοδέψης. Ταμπάκης, τούρκικο: tabac. 
21. Φ Έκαμες καμμιά ννύξη. ΝΕ Άνοιξες το θέμα; έκανες αναφορά; Ε/Π Ννύξη: νύττω = κεντώ, τρυπώ. 
22. Φ Ούτε ντρέπεται, ούτε σκίνεται. ΝΕ Ούτε ντρέπεται ούτε υπολογίζει. Ε/Π Σκίνεται: αισχύνομαι - σχύνομαι - σκίνομαι. 
23. Φ Εμπάλτωσα τη φυτιά! ΝΕ Φύτεψα ξανά τα κλήματα που χάλασαν, φύτεψα όσα δεν έπιασαν. Ε/Π Εμπάλτωσα: εμβαλλώνω - εμβάλλω (βλ. μπάλωμα). 
Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
24. Φ Να ούμε που βαστά αραϊκό. ΝΕ Να δούμε που γειτονεύει. Ε/Π Πιθανόν από: παρεϊκά (παρέα) παραϊκό. Κουβεντολόι. 
25. Φ Ένα χαλτί σταφύλι. ΝΕ Ένα κομμάτι από το τσαμπί (από το βοτρύ). Ε/Π Xαλτί: Βοτρύ, βότρυς. Αρχ.: χηλή = μικρό νύχι πουλιών, δηλ. το λίγο, ένα νυχάκι. Χαλτί είναι και το κάθε πόδι του χταποδιού. 
26. Φ Δειοποίησε, πιρντές κακομά. ΝΕ Είδες, ειδοποίησε γρήγορα, κακομοίρα μου! Ε/Π Δειοποίησε: ειδοποίησες - δειοποίησες αμέσως (πιρντές; τούρκικο). 
27. Φ Εγίμωσε τσατσουμάους. ΝΕ Γέμισε σκάγια. 
28. Φ Επιασέντον τσίλτα καίτρεχνε. ΝΕ Τον έπιασε διάρροια και έτρεχε Ε/Π Τσίλτα: τιλλώ - τίλημα = υδαρής κοπριά πτηνών (τσιλλώ), τίλτα - τσίλτα, τσιλιό. 
29. Φ Επίεντον μπιρμπικιούκ. Ν Τον έπιασε διάρροια = φοβήθηκε πολύ Ε/Π Μπιρμπικιούκ: ένα - και μισό. Τουρκική αυξ. Αρίθμιση. 
30. Φ Ολόκληρη καπλάνα αδκιαφόρετη. ΝΕ Δυό μέτρα άντρας (δυνατός σαν τίγρης), αλλά τι να τον κάνεις. Ε/Π Καπλάνι: τίγρης τουρική λέξη. 
31. Φ Σολατσέρνει πάνω κάτω. ΝΕ Κάνει βόλτες πάνω-κάτω. Ε/Π Σολατσέρνει = σολάτσα ιταλική λέξη. 
32. Φ Σα τη κάττα, με τα καττιά κάμνεις. (ΜΕ) ΝΕ Κάνεις σαν τη γάτα με τα γατιά. Ε/Π Ο ανησύχαστος (συνεχώς τα μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο). 
33. Φ Επεστλέτισάτα ούλτα. ΝΕ Τα έφαγα όλα, τα τελείωσε όλα. 
34. Φ Έ σαϊτίζει κανένα πιό. ΝΕ Δεν υπολογίζει κανέναν, δεν σέβεται κανένα, δεν ξεχωρίζει κανέναν. 
Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 
35. Φ Βαστά τη λακέρντα. (ΜΕ) Ν Μιλά ασταμάτητα. Ε/Π Λακέρντα: λακκιρτί = συνομιλία. τούρκικα: lacirdi. 
36. Φ Μη καννηρίζεις πρε! ΝΕ Μην κλείνεις το μάτι σου, μη μισοκοιτάς, μη βάζεις σε στόχο κακόβουλο τον άλλο Ε/Π Καννηρίζεις: από το κάννη. Πρε: = μωρέ - μρε = πρε - βρε - ρε! 
37. Φ Εσύχρισα τον τοίχο και συμπιάστηκε. ΝΕ Σοβάντησα τον τοίχο και στερεώθηκε, ισχυροποιήθηκε. Ε/Π Εσύχρισα: χρείω = απλώνω ομοιόμορφα - αλείφω. 
38. Φ Έβγκαλε το μαγιασίλι, τη παμπακιά. (ΜΕ) ΝΕ Δεν σταμάτησε να μιλά, και έβγαζε αφρούς (λευκούς). 
39. Φ Επήρεντο λιμπί. Ν Τούγινε συνήθεια, επιθυμία. Ε/Π Λιμπί: Libido = επιθυμία σφοδρή. 
40. Φ Ήρτε με μιά ναβρατίνη. ΝΕ Ήρθε πολύ νευρισμένος. Ε/Π Ναβρατίνη: τούρκικη λέξη. 
41. Φ Εχάλασε την ανουργκιά. ΝΕ Χάλασε το όρια του χωραφιού. Ε/Π Ανουργκιά: εν-ορία - όρος - όριο κτήματος. 
42. Φ Άπιάσει καμμιά απόρα (μπόρα). ΝΕ Θα πιάσει ξαφνικά βροχή, καταιγίδα. Ε/Π Απόρα = Μπόρα: Bora, Βενετική λέξη. 
43. Φ Ξεκούτλα, μη γόκεις κάτω. ΝΕ Μην κοιμάσαι και θα πέσεις κάτω, θα κτυπήσης. Ε/Π Ξεκούτλα: κουτουλώ, κινώ το κεφάλι μου, όπως του βοδιού, προς τα κάτω. Κινώ το κεφάλι μου σε κίνηση ύπνου, νύστας = κουτλίζω. 
44. Φ Εσυκκιρντίστηκα τώρα, μήν πά νά πείς. ΝΕ Αγανάκτησα τώρα πάρα πολύ, που δεν λέγεται. Ε/Π Εσυκκιρντίστηκα: σικκιρντίζομαι = στενοχωριέμαι, τούρκικη λέξη. 
45. Φ Ήταν γυσπιρκιασμένος ο άχρωπος. Ν Ήταν νευριασμένος ο άνθρωπος (διασπυριάζω) 
46. Φ Τα ξένα κάχρη με φάασι. ΝΕ Οι ξένες υποθέσεις με φάγανε. 
47. Φ ΄Ερκουνταν με μια χχίζη. ΝΕ Ερχότανε με φόρα, με εκνευρισμό. Ε/Π Χχίζη: συγχύζομαι = ζω ψυχική αναστάτωση. συγχίζομαι. 
48. Φ Ταβρομπαλκιού τώρα βα. (ΜΕ) ΝΕ Πάλευε τώρα εδώ. Ε/Π Ταβρομπαλκιού: ταυροπαλεύω = μάχομαι σαν ταύρος. 
49. Φ ΄Ε κακόμε, τράβα-τράβα, εποχείλωσεστο. ΝΕ ΄Ελα ρε καϋμένε, τράβα-τράβα το ξεχείλωσες, το διέλυσες τράβα-τράβα. Ε/Π Κακόμε: κακόμοιρε. 
50. Φ Της αγίας μαλαντράνας. (ΜΕ) ΝΕ (Λέγεται) για κάτι, που δεν θα γίνει ποτέ. Ε/Π Επειδή τέτοια Αγία δεν υπάρχει. 
Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπας
51. Φ Το κράϊ, ετσουρόκαψε τα πρώμα. ΝΕ Η πρωινή δροσιά έκαψε τα πρώϊμα φυτά, κ.λ.π. 
52. Φ Εχορτοψώμιασε πιό και ξέντωσε τ’ άντερό του. ΝΕ ΄Εφαγε και άνοιξε το έντερό του. Ε/Π Χορταίνω από ψωμί και λειτουργώ, συμπεριφέρομαι τώρα φυσιολογικά. 
53. Φ Αν έχεις δέκα πίστες, έλα. (Μ.Ε.) ΝΕ Αν έχεις κότσια έλα! Ε/Π Αν έχεις μεγάλη ψυχική δύναμη, θάρρος, 
54. Φ Στρουφάς-ξεστρουφάς, φτα είναι. ΝΕ Ό,τι και να κάνεις αυτά είναι, άδικα στριφογυρίζεις (στρίβω+γυρίζω = στριφογυρίζω). 
55. Φ Εξορφάνεψε τα χχεμέλκια. ΝΕ Από το πολύ σκάψιμο, φάνηκαν τα θεμέλια. Ε/Π Προφορά του -θ- ως -χχ- 
56. Φ Έβγκαλε τη κάτω γη, πάνω. (ΜΕ) ΝΕ Έσκαψε πάρα πολύ βαθιά. Ε/Π Απέδειξε την αλήθεια ή κουράστηκε πολύ για να το πετύχει ή για να το βρεί. 
57. Φ Εσήκωσε σκονάζαλο και στράβανέμας. ΝΕ Σήκωσε πολύ σκόνη και μας τύφλωσε. Ε/Π Σκονάζαλο: κονίσαλος, αρχαία = κίνηση (σάλος) σκόνης. 
58. Φ Εχάμπινε το φως μου. ΝΕ Βλέπω θαμπά. Ε/Π Εχάμπινε: θαμπώνω, αρχαία θαμβώνω – θάμβος. 
59. Φ ΄Εφα τώρα και πήα τα πάνω-καάτω. (ΜΕ) ΝΕ Έφαγα τώρα και με πείραξε το φαγητό. 
60. Φ Φήκε το παιζίμι πρε, κέρκου. ΝΕ Άφησε το παιχνίδι κι’ έλα. Ε/Π Παιζίμι: παιχνίδι (το παίζειν). 
61. Φ Μάεψε τα συμπράνκαλα. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. 
62. Φ Ενεργκιαστήκασι τον γιμινίτη. ΝΕ Πήραν μυρωδιά τον διμηνίτη (είδος σταφυλιού). Ε/Π Γιμινίτη αντί διμηνίτη. 
63. Φ Με το κολάϊ σου, σιά-σιά. ΝΕ Με την ησυχία σου σιγά-σιγά. Ε/Π Κολάϊ: ευκολία, άνεση, τουρκικά: kolay. 
64. Φ Επήρεντον η αποκαμπή μου. ΝΕ Τον είδα με την άκρη του ματιού μου, με την κίνηση του ματιού μου. Ε/Π Αποκαμπή: αποκαμύω = κλείνω τα μάτια μου. 
65. Φ ΄Εκατσε, καρσί στον ήλκιο. Ν Κάθισε απέναντι από τον ήλιο. Ε/Π Καρσί: απέναντι, τουρκική λέξη. 
66. Φ Είες, κακομά, γουλκιές; ΝΕ Είδες δουλειές; καημένη μου - κακομοίρα μου. 
67. Φ ΄Οξω έχει κουφόβραση. ΝΕ Έξω καίει ο ήλιος. Ε/Π Υψηλή θερμοκρασία με υγρασία. 
68. Φ Ποκοντρίαση έχεις; τσίμπα πάρε μου. Ν Σιχαίνεσαι βρε, φάε κάτι. Ε/Π Ποκοντρίαση: υποχονδρίαση = ψυχική αρρώστια φόβου. Τσίμπα: τσιμπώ = εμπίζω, αρχαία, από το όνομα: εμπίς = έντομο. 
69. Φ Συνόμπαλε κιά τη φωτιά, καιννά ποθθήση. ΝΕ Φύσα τη φωτιά, γιατί θα σβήσει. Ε/Π Συνόμπαλε: συμβάλλω - σύμβαλλε ξύλα, βάλε μαζύ και άλλα ξύλα. Ποθθήση: θα γίνει άθθος - άνθος - θα μείνει στάχτη (η φωτιά απόθθισε). 
70. Φ Εκαμέντηστα μιά κατούνα καί δκιωξέντον. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματά του και τον έδιωξε. Ε/Π Κατούνα: ένα δέμα. 
71. Φ Εφφάκωσα στα κατέφλια καίοκα κάτω. ΝΕ Σκόνταψα στα σκαλοπάτια (κατώφλια) κι’ έπεσα κάτω. 
72. Φ Η άτσα του εκέτσωσε που την απλησκιά. Ν Η φτέρνα του έπιασε κέτσα, επειδή δεν πλένεται (σκληρύνθηκε). 
73. Φ Εχουχούκα το μωρό. ΝΕ Έκλαιγε το μωρό με αναφυλλητά. Ε/Π Εχουχούκα: ηχοπίητη λέξη από το χου - χου. 
74. Φ Κάμε βα ένα χχηλίκι. Ν Ε Κάνε μου μιά θηλειά (για σύνδεση, όπως πιάνουν τα ζώα στα δάση ή τις πέρδικες με τις θηλειές). Ε/Π Χχηλίκι: Θηλάκας (θηλύκι) τρύπα που κρατιέται το κουμπί, κουμπότρυπα. 
75. Φ Το πολτύ κουκνούκεμα, βλάφτει. ΝΕ Το πολύ ώπα-ώπα βλάπτει, τα πολλά δώρα βλάπτουν Ε/Π Κουκνούκεμα: κανάκια = χάδια, αρχαία: καναχή = μουσικός ήχος μετάλλου. 
76. Φ ΄Εκαμα το χωρκιό τρικλάϊ. ΝΕ Γύρισα όλο το χωριό πολλές φορές. 
77. Φ Χαλοσπιτάς που είσαι. ΝΕ Είσαι μαστροχαλαστής (κτίζεις και χαλάς). 
78. Φ Εποδκιάλτεξέντα ούλτα. ΝΕ Διάλεξε τα καλύτερα. Ε/Π Εποδκιάλτεξέντα: απο-διαλέγω. 
79. Φ ΄Εμπηξε τις φωνές και λαμπάσαμε. (ΜΕ) ΝΕ Έβαλε τις φωνές και ξαφνιαστήκαμε, από το φως το ξαφνικό Ε/Π ΄Εμπηξε: πήγνυμαι = μπήγω. Λαμπάσαμε: λαμπάζω = λαμπάδας = απότομο/ξαφνικό φως. 
80. Φ ΄Εφαες τα συκώτια μου και τα μελακκόνια μου. ΝΕ Έφαγες τα σωθηκά μου από τη στεναχώρια. 
81. Φ ΄Εδκιασεν ο πορτομονές. ΝΕ Άδειασε το πορτοφόλι. Ε/Π Πορτομονές: πορτο (porto = φέρω), μονές - μονέδα: χρήμα, νόμισμα, λατινική λέξη (monete). 
82. Φ Μωρή, καοματού που είσαι; ΝΕ Είσαι μια εσύ..... (που ξέρεις να τα διορθώνεις). 
83. Φ Έριξατον και βω, καντάρκια. (ΜΕ) ΝΕ Τον έβρισα πολύ (του ’ριξα κατάρες(. Ε/Π Καντάρκια: καντάρι, μονάδα βάρους και μέτρησης 
84. Φ Πρε ασυγκόλτητε! ΝΕ Αυτός που δεν ταιριάζει, δεν συναναστρέφετε με κανέναν. Ε/Π Ασυγκόλτητε: α + συν-κολλητε (λόγω χαρακτήρα). 
85. Φ Επιτήκα το γαίμα σα νερό. ΝΕ Το αίμα έβγαινε σαν πίδακας. Ε/Π Επιτήκα: πιτύζω (αρχαία) = εξακοντίζω νερό με το στόμα (πυντιλίζω = πυτσουλίζω). 
86. Φ ΄Ηβρα το κουμπί του. (ΜΕ) ΝΕ Βρήκα την αδυναμία του, να τον ρυθμίζω, όπως θέλω. 
87. Φ Που σεφέρι, τίποτα. ΝΕ Αυτή τη φορά τίποτα. Δεν βρέθηκε ευκαιρία. Ε/Π Σεφέρι: τούρκικη λέξη, sefer = ταξίδι, ευκαιρία, εκστρατεία. 
88. Φ Εκαταφάρτισες πάρεμου. ΝΕ Έφαγες τουλάχιστον. Ε/Π Εκαταφάρτισε: καφαρτίζω = πρωϊνό, τούρκικη λέξη, kahvalti = πρόγευμα. 
89. Φ Εποσπερίσαμέ σας καλά-καλά. ΝΕ Γειτονέψαμε απόψε καλά. Ε/Π Εποσπερίσαμε: αποσπερίζω = περνώ τη βραδυά μου. 
90. Φ Έμπλασέντα ούλτα, το ζο! ΝΕ Τα έχυσες όλα σαν ζώο, που είσαι …. Ε/Π Έμπλασέντα: μπλάζω = σπω, έμπλασε = έσπασε, λύθηκε. 
91. Φ Εφροκάλισα και παρίησα κιόλα. ΝΕ Σκούπισα και τακτοποίησα κιόλας. Ε/Π Παρίησα = τα’ βάλα σε τάξη. Εφροκάλισα: φιλοκαλώ = αγαπώ το ωραίο, σκουπίζω - φιλοκαλώ - η φιλοκαλία = φροακαλιά = σκούπα. 
92. Φ ΄Εκατσε σαν τον μπάστακα. ΝΕ Δεν το κουνά αποδώ (δεν κινείται να φύγει). Ε/Π Μπαστάκας: σταθερή πέτρα, στόχος σε παιδικό παιχνίδι (αμάδες). 
93. Φ ΄Εστεσα τη βούα και περασάτην που τα κορφάδκια. ΝΕ Στήσαμε τον αργαλειό (στηριζόταν στο ύψος των κορφαδιών). 
94. Φ Εκουστήκασιν οι πομπές του. ΝΕ Ακούστηκαν τα ρεζιλίκια του. Ε/Π Πομπές: πομπή = ευτελισμός - διαπόμπευση (βυζαντινή λέξι). 
95. Φ ΄Ενα σανάκι, ήταν χα-χα. ΝΕ Για μια στιγμή, ήτανε να γίνει (πλησίαζε να ολοκληρωθεί). Ε/Π Σανάκι: χρονική περίοδος, μάλλον τουρκική λέξη. 
96. Φ Κέρατο βερνικωμένο. (Βρισιά) Ε/Π Βερνικωμένο: βάφω με βερνίκι, προσβολή για τους απατημένους συζύγους. 
97. Φ Το ζύ είναι ξύκικο. ΝΕ Το ζύγισμα δεν είναι σωστό. Ε/Π Ξύκικο: ξύκικος = λιποβαρής (τούρκικα: eksik). 
98. Φ Είε και πόϊε, μέχρι να τον καελήση. ΝΕ Είδε κι’ έπαθε μέχρι να τον καταφέρει, καϊλίζω = καταφέρω. Τουρκικά: kail. 
99. Φ Το μακούκκι- το τρικούκκι. ΝΕ Τα ίδια και τα ίδια. Ε/Π Επανάληψη, κουραστική. 
100. Φ Γίμωσε κια το μπουράκκιο. ΝΕ Γέμισε το παγούρι. 
101. Φ Εγυρίσαμε, ταμπρός - επίσω. ΝΕ Γυρίσαμε ξανά πίσω (κάναμε κάτι ασήμαντο, κάτι επαναλαμβανόμενο). 
102. Φ Είσαι κακόν αγκιό. (ΜΕ) ΝΕ Είσαι κακός άνθρωπος. Ε/Π Αγκιό: αγγείο. 
103. Φ ΄Εχει κόμα γουμάρι που πίσω του. ΝΕ Έχει ακόμη πολλές υποχρεώσεις, που ακολουθούν. 
104. Φ Του φέντη σου παιάκι. ΝΕ Μοιάζεις του πατέρα σου. 
105. Φ Επήα στο γκλέμα. ΝΕ Πήγα στο μάζεμα (τίναγμα των ελιών). Ε/Π Γκλέμα - γκλέω - γκλέξιμο, από το ρήμα εκλέγω = μαζεύω. 
106. Φ Εννά σε πάρει καιννά σε σηκώσει. ΝΕ Θα σε πάρει, και θα σε σηκώσει. Ε/Π Ο κακός δαίμονας για να σε τιμωρήσει. 
107. Φ Τον καιρό εφοέρισέντον. (ΜΕ) ΝΕ Εφοβέρισε τον καιρό. Ε/Π Είχε τόση δύναμη, που επέβαλε τις απόψεις του. 
108. Φ Βόττο ε βόττο, επόμεινες και ποτρέχεις. ΝΕ Έμεινες και τριγυρνάς άσκοπα. Ε/Π Βόττο: βόλτα. 
109. Φ Σφάλα με τον ρουκέττο. ΝΕ Κλείσε με την αμπάρα, τον περάτη. Ε/Π Σφάλα: ασφαλίζω = σφαλώ. 
110. Φ ΄Ηρτε καιφτό πανωγούμαρο. ΝΕ Πάνω στ’ άλλα ήρθε κι’ αυτό. Ε/Π Δεν φτάνουν όσα είχαμε, προστίθενται κι άλλα. 
111. Φ Τίναι πρε κήρτες λαφατός; ΝΕ Τι είναι ρε κι’ ήρθες λαχανιασμένος; (τι κακό συμβαίνει;) 
112. Φ Τουτουνού του καιρού, εν κούουσιν καλέ! ΝΕ Τα παιδιά αυτής της εποχής δεν ακούνε. 
113. Φ Μετακέλτα παραπέρα. ΝΕ Πήγαινε πιό πέρα (μετακινήσου, κάνε βήματα πιο πέρα). 
114. Φ Εκοπποκυλκιούνταν που δω και που κει. (ΜΕ) ΝΕ Γύριζε από δω κι’ από κει άσκοπα. Ε/Π Εκοπποκυλκιούνταν: κοπροκυλιέμαι. 
115. Φ Ετσά τον έντιξε, τι να κάουμε; ΝΕ Έτσι τού κατέβηκε, τι να κάνουμε; Ε/Π Έντιξε: θίγω – έθιξε. 
116. Φ Ανατολή-ανατολών, Κύριε δόξα σοι. (ΜΕ) ΝΕ Πέρα βρέχει. Φράση υποτιμητική για κάποιον αδιάφορο. 
117. Φ Τσαγκουρνά σαν τον κάττη. Ν Γδέρνει σαν τον γάτη. Ε/Π Για κακό και δύστροπο άνθρωπο. 
118. Φ Εστάχχει με τον ένα. ΝΕ Χωρίς να πάρει ανάσα (στάθηκα επίμονα σε μια μόνο άποψη). Ε/Π Εστάχχει: εστάθη. 
119. Φ Φέρε που κιά τα τζένια να φύουμε. ΝΕ Φέρε τα πράγματα, να φύγουμε. Ε/Π Τζέμια: τα λουριά που οδηγούν άλογο/κάρο 
120. Φ Επέρασε περαματάρης. ΝΕ Πέρασε χωρίς να σταματήσει. Ε/Π Περαστικός για δουλειά. 
121. Φ Η φωνή στην πάνω κόκκα. (ΜΕ) ΝΕ Μιλούσε πολύ δυνατά. Ε/Π Κόκα: το σημείο που δείχνει την πιο έντονη φωνή. 
122. Φ Επήρεντο σερί - κορντόνι. ΝΕ Δεν έχει σταματημό. Ε/Π Το πήρε συνέχεια, όπως το κορδόνι σε μήκος. 
123. Φ Αρπάξεις καμμιάν πούντα, να γεις εσύ. ΝΕ Θ’ αρπάξεις κανένα κρύωμα και θα δεις. 
124. Φ Να!! μιά λαουργκιά. ΝΕ Να ένας μεγάλος λαγός! Ε/Π Λαουργκιά, -κιά: μεγεθυντική κατάληξη. 
125. Φ ΄Ασε κιά, α μη λείπεις. (ΜΕ) ΝΕ Νάχεις το νου σου (ν’ασαι εκεί, να μη είσαι απών). Ε/Π Θέση και άρνηση λένε το ίδιο, είναι σχήμα λόγου «εκ παραλλήλου». 
126. Φ Επόσταράτιστα, να τα ξέρει. ΝΕ Έστειλα μήνυμα, να το μάθει καλά. Ε/Π Επόσταράτιστα: ποστάρω = ταχυδρομώ. 
127. Φ Ξεφτερουχά η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Ξεπετάει η καρδιά μου. Ε/Π κάνει να φύγει, να πετάξει, νιώθει άσχημα. 
128. Φ ΄Οστα να πεις, να γεις, άφαντος. ΝΕ Μέχρι να το καταλαβεις, εξαφανιστηκε (ώσπου να πείς, να δείς). Ε/Π Σε περιπτώσεις άμεσης εκτέλεσης. 
129. Φ Μη πολτυμιλάς, καιννά χάσουμε το δικαστήριο. (ΜΕ) ΝΕ Να έχεις λίγα λόγια. Ε/Π Να λες λίγα, γιατί υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφτούμε. 
130. Φ Είπαντον και γίνει. ΝΕ Τον είπανε, κι’ έγινε. Ε/Π Παριστάνει αυτόν που δεν είναι (πίστεψε στους επαίνους των άλλων για τις ικανότητες του). 
131. Φ Κοντοστάχου κομμάτι, ναούμε. ΝΕ Σταμάτησε λίγο, να δούμε, κάνε υπομονή. 
132. Φ Επέρασε που τις χαραμάες. (ΜΕ) ΝΕ Φτηνά τη γλύτωσε. Ε/Π Κατάφερε το απίστευτο. 
133. Φ Μαύρην πείναν είχε. ΝΕ Πεινούσε πολύ. 
134. Φ Επαράοκε που την κούραση. ΝΕ Εξουθενώθηκε πολύ. Ε/Π Επαράοκε: παρεδόθηκε, υπέκυψε, παραδόθηκε εξαιτίας του κόπου. 
135. Φ Τίναι πρε, τσακάνια κουβαλάς; (ΜΕ) ΝΕ Γιατί πας κι’ έρχεσαι συνέχεια; Ε/Π Τσακάνια = καβούρια. 
136. Φ Η γουλκειά, ήρτε ράστη. ΝΕ Τα πράγματα ήρθαν, όπως τα περιμέναμε. Ε/Π Ράστη: αρχαία ράδιον = εύκολο, ράον, ραστώνη. 
137. Φ ΄Ελα, που νάρτουν τα χαπάρκια σου. (Βλαστήμια). Ε/Π Νάρτη η πιο κακή είδηση 
138. Φ Μήτε τσα μήτε αλγκιώς. ΝΕ Ούτε έτσι ούτε αλλοιώς. Ε/Π Θέση διπλωματική, πονηρή. 
139. Φ Εποστέλτωσα τάμπέλι. ΝΕ Στύλωσα τ’ αμπέλι. Ε/Π Εποστέλτωσα: από-στυλώνω = στηρίζω με στύλους. 
140. Φ Που νάβγκουν τα σωτικά σου και να μη πομείνουν. (Βλαστήμια) Ε/Π Τα σωτικά σου = τα εσωτικά σου. 
141. Φ ΄Εξηψεν η νιότη μου. ΝΕ Κάηκα ολόκληρος (λόγω της δοκιμασίας μου). Ε/Π ΄Εξηψεν: εξάπτω - άπτω - ανάβω - καίω. Η νιότη μου: η νεότης μου, η ζωή μου. 
142. Φ Κόμα κιά είσαι, εφύαν που τα χάννια. ΝΕ Ακόμα εκεί είσαι; φύγανε εδώ και ώρα. Ε/Π Αργά το σκέπτηκες, κατόπιν εορτής. 
143. Φ Ξάννα καλά, μην ελτάξω φύλλτο. Ν Πρόσεξε καλά, μην αλλάξω στάση. Ε/Π Ξάννα: ξανοίγω. Παροιμιώδης έκφραση για αλλαγή συμπεριφοράς. 
144. Φ Εγκλάστραν έχχελε. ΝΕ Αιτία ήθελε. Ε/Π Εγκλάστραν: εγκαλώ - βρίσκω αιτία για κατηγορία σε κάποιον. 
145. Φ Αείς που κάτω τον στρωμό!!! ΝΕ Να δεις πόσα πέσανε χάμω!!! Ε/Π Πόσος καρπός στρώθηκε κάτω από το δένδρο. 
146. Φ ΄Επιασε πάνω, με τα δέκα του. (ΜΕ) ΝΕ Δεν τα παρατάει. Τα κρατά με τα δύο του χέρια. 
147. Φ Εννά φάεις καμπόσο κερεστέ. ΝΕ Θα φας κάμποσο ξύλο. Ε/Π Κερεστέ: κερεστές = ξύλο, τούρκικη λέξη. 
148. Φ Εννάρτη η απανταχού, καιννά ξύεσαι. (ΜΕ) ΝΕ Θάρθουν τα μαντάτα και δεν θα ξέρεις τι θα θέλεις. Ε/Π Η απανταχού = η εγκύκλιος του κράτους. 
149. Φ Επήρεντο σειράβαρντη καίνεσταματά. ΝΕ Το πήρε σερί και δεν σταματά. 
150. Φ Εζβουντούρηξέντα κάτω, καίφηε. ΝΕ Τα παράτησε κι’ έφυγε. Ε/Π Εζβουντούρηξέντα: ζβούν, ηχοποίητη λέξη, σε ήχους κίνησης των πραγμάτων. 
151. Φ Βαστά ένα όργκιο, άστα και να πάει. (ΜΕ) ΝΕ Κρατά την κουβέντα και να δούμε πότε θα τελειώσει. 
152. Φ Είες αππαναργκιό; ΝΕ Είδες ακαταστασία; Ε/Π Αππαναργκιό: αππανάς = βρόμικός, ακατάστατος (τούρκικη λέξη) 
153. Φ Κοπροσκυλιάζει, ο ττεμπελοχανάς. ΝΕ Κάθεται όλη την ημέρα ο τεμπέλης στο χάνι χωρίς να κάνει δουλειά. 
154. Φ Κατάκατσε πιο, γιατί επαράκαμέστο. ΝΕ Κάτσε καλά, γιατί το παράκανες. 
155. Φ Επύργκιασες ταβγκά; κάτσε κόμα. (ΜΕ) ΝΕ Για κάποιον που κάθεται και ξεχνά να σηκωθεί. Ε/Π Επύργκιασες ταβγκά: κλώσησες τ’ αυγά, όπως η όρινθα. Πυρκιαζω = ζεσταίνω. 
156. Φ Εξεσυνόβγκαλέντον, και πήρεντον. ΝΕ Του άλλαξε τα μυαλά και τον πήρε, τον παρέσυρε. 
157. Φ Επερίλαβέντον, μόλις τον είε. ΝΕ Τον έπιασε μόλις τον είδε και τού έκανε παρατήρηση. 
158. Φ Εκάχουνταν του καλού καιρού. (ΜΕ) ΝΕ Καθότανε ξένιαστος. Ε/Π Όπως συνηθίζεται στον καλό καιρό, που δεν έχει προβλήματα. 
159. Φ Εκαμέντα, αλάη-μαλάη. ΝΕ Τα ανακάτεψε. Ε/Π Αλλαγή με αλλαγή 
160. Φ Πουννά φυ το χώμα, που τις άτσες σου, και να μη πομείνει. (Βλαστήμια) 
161. Φ Βγκάλντη την, εν την εβγκάλτη. (ΜΕ) ΝΕ Έτσι κι’ έτσι. Ε/Π Ζει ή πεθαίνει. 
162. Φ Εντερόλυσε ο μικρός. ΝΕ Φοβήθηκε ο μικρός. Ε/Π Εντερόλυσε: εντερο-λύω. 
163. Φ Εν εμπλέπεις τον συρμό; ΝΕ Δε βλέπεις τι γίνεται; Ε/Π Πώς οδηγεί η μόδα; 
164. Φ Βάλε πρε μιά μαστίχα, που κιά. ΝΕ Βάλε μου ένα ούζο από εκείνο που έχεις. 
165. Φ Ευ τον κάμνεις ζάφτι. ΝΕ Δεν τον κάνεις καλά. Ε/Π Δεν μπορείς να τον βάλεις στην θέση του, να τον περιορίσεις. Ζάφτι, ζάπτι, τούρκικα = περιορισμός. 
166. Φ Επήαμε να πούμε, κίπαμας. (ΜΕ) ΝΕ Πήγαμε να πούμε και μας είπανε. Ε/Π Από την επίθεση βρεθήκαμε στην άμυνα. 
167. Φ Έφερέντα, κκιαπράζι. ΝΕ Τα έφερε σκούρα, δυσκολεύτηκε πολύ. 
168. Φ Επαϊρντισεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Φούσκωσε η καρδιά μου. Ε/Π Εγώ ο ίδιος παραδόθηκα στους φόβους μου. Παϊρδίζω, τούρκικα.: bayildim = λιποθυμώ. 
169. Φ ΄Ηρτε μερέβικα. ΝΕ Ήρθε, όπως το θέλαμε. 
170. Φ Ελυσσοντέργκιασές με πρε. (ΜΕ) ΝΕ Μ’ έκοψες τη χολή. Ε/Π Μ’ έκανες να φοβηθώ πολύ (λύνω + έντερα), λυ(σ)οντεράζω. 
171. Φ Εσκουρόφερέντα ο ζάβαλντης. ΝΕ Τα βρήκε σκούρα ο κακομοίρης. Ε/Π Δυσκολεύτηκε στα προβλήματα ο καυμένος. 
172. Φ Α σε κάμω καφαρτί; ΝΕ Να σε φτιάξω κολατσιό; Ε/Π Καφαρτί - κολατσιό = πρωινό. Κολατσιό, ιταλική λέξη (colazione). 
173. Φ Ετρουλτόφτιασε, να κούσει. ΝΕ Τέντωσε τ’ αφτιά του, ν’ ακούσει. Ε/Π Τρούλος = θολωτό στέγασμα, υψηλό. 
174. Φ Επόλυκε; γιά κόμη; ΝΕ Τελείωσε η εκκλησία ή όχι; Ε/Π Επόλυκε: απέλυσε η εκκλησία το εκκλησίασμα. Επόλυκε: αρχαίος παρακείμενος του απολύω (από-λέ-λυ-κε). 
175. Φ ΄Εριξε νάμι στο χωρκιό. ΝΕ Έβγαλε όνομα στο χωριό. Ε/Π Συνήθως κακό, ή δεν θέλει πια να ΄ρθεί. Νάμι = όνομα, φήμη. Τουρκικά: nam, μάλλον δυσφήμηση. 
176. Φ Μέχρι να συφταστείς να πάεις, ενάναι πολυτά. (ΜΕ) ΝΕ Μέχρι να πας θάχει τελειώσει η εκκλησία. 
177. Φ Εφάνην ο μουστουρής; ΝΕ Φάνηκε ο αγοραστής; 
178. Φ Εφύαμμε τα κατρουλκιά. (ΜΕ) ΝΕ Απο το φόβο μου κατουρήθηκα (πολύ φοβήθηκα). 
179. Φ Κούε γκομαχητό που βγκάλντη. ΝΕ Άκου αγκομαχητό, που βγάζει. 
180. Φ Ελατσόχχηκες, πρε, έ χωρείς; ΝΕ Λερώθηκες (βρόμισες) βρέ, δε βλέπεις; Ε/Π Ελατσόχχηκες: λέτσος - λετσώνομαι λερώθηκα, βρόμισα. Lezzo (ιταλικά) = βρομία, δυσωδία, άσχημο ντύσιμο. 
181. Φ Α σε κάμω καντήρα; ΝΕ Θα σε σηκώσω στην πλάτη μου. 
182. Φ Επήε κήρτε, το μυαλό μου. (ΜΕ) ΝΕ Σκέφτηκα διάφορα πράγματα. Ε/Π Παροιμία αμφιβολίας. 
183. Φ Εκλώσαν τ’ άντεράμου. ΝΕ Ανακατωθήκανε τα έντερά μου. Ε/Π Έννιωσα προβληματισμένος, θύμωσα. 
184. Φ Ερεμέδκιασές τα καλά; ΝΕ Τα έφτιαξες καλά; Τα διόρθωσες ωραία; Ε/Π Ερεμέδκιασές τα - managgiare - χειρίζομαι καλώς. 
185. Φ Εχολόσκασεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Έσκασε η καρδιάμου, λυπήθηκα πολύ. 
186. Φ Ξάννα μη πεταχτεί καμμιά τσαμπηρία. ΝΕ Κοίταξε μη πεταχτεί καμμιά σπίθα. 
187. Φ Κόκκινος, φυρφύρι. ΝΕ Ολοκόκκινος. Ε/Π Ως η πορφύρα, ο πορφυρούς = ο βαθυκόκκινος. 
188. Φ Επαίξαμε ένα παττιρντί, του καλού καιρού. ΝΕ Είχαμε έναν καυγά τρικούβερτο. Ε/Π Παττιρντί: φασαρία, θόρυβος (τουρκικά: patirdi). 
189. Φ Εκλειοστόμιασε, και εν εβγκάλτη γρί. (ΜΕ) ΝΕ Έκλεισε το στόμα του και δεν βγάζει άχνα, δεν είπε κουβέντα (ούτε γρω αρχαία). 
190. Φ Ξάννα μη πνιουργκιαστής. ΝΕ Πρόσεξε μην πνιγείς, πέρα για πέρα. 
191. Φ ΄Εκατσε χαλούρι, κι’αντό γεις ΝΕ Κάθησε στο σαμάρι του γαϊδάρου κι’ έγινε άφαντος. Ε/Π Χαλούρι: δίχαλο - διχάλα = με τα σκέλη εκατέρωθεν. 
192. Φ Επήε στο γιαττάκι του. ΝΕ Πήγε στο κρεβάτι του, για ύπνο. 
193. Φ Ενερούλγκιανε το μυαλό μου. (ΜΕ) ΝΕ Το μυαλό μου έγινε νερό και δεν μπορεί να βρεί λύση 
194. Φ Α βράσω την καβαλνταρία σου. (Βρισιά) Ε/Π Αδιαφορώ για την ιππική σου δύναμη, για το ιππικό σου. 
195. Φ ΄Ηβγκε η κουτάλα του. ΝΕ Βγήκε ο ώμος μου, κουράστηκα πολύ. 
196. Φ Πρε, που να σε πεί, ο γιμάμης στο φτί. (Βλαστημιά) Ε/Π Γιμάμης: Ιμάμης, θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων. 
197. Φ Τοσογά μεϊτάνι, έ σε πήρε; ΝΕ Τόσο μέρος δε σε πήρε; τόσος χώρος δεν ήταν αρκετός; 
198. Φ Εγίναμε κκιούλκι και γιέβεντο, στο χωρκιό. Ν Γίναμε ρεζίλι στο χωριό. Ε/Π Γίναμε δυσμενές σχόλιο στο χωριό, μας κατηγορούν. Κιούλι, γιεβέντο = αιτία να μας κοροϊδέψουν (γιβεντίζω, βυζαντινό). 
199. Φ ΄Οξω είναι γιαγκίνι. ΝΕ Έξω κάνει ζέστη αφόρητη. 
200. Φ ΄Εκαμε κάρκαχο, μη το γγίξεις. ΝΕ Η πληγή έκανε κέτσα, μην την αγγίξεις. Ε/Π Η πληγή αρχίσει να θεραπεύεται. 
201. Φ ΄Επλωσε τα σκάδκια στην απλώτρα. ΝΕ Άπλωσε τα ξερά σύκα στην απλώστρα. Ε/Π Σκάδκια - σχάδια = σύκα. 
202. Φ Τ’ειν ο κάουρας, τ’ειν το ζουμίντου. (ΜΕ) ΝΕ Τι θα μείνει για να πάρεις και συ. Ε/Π Σε περιπτώσεις που δεν πρέπει να περιμένεις πολλά. Κάουρας - κάβουρας. 
203. Φ ΄Εβγαλε ένα πόφωνο. ΝΕ Έβγαλε μια κραυγή. Ε/Π Απότομη, παρατεταμένη κραυγή. Απόφωνο = από-φωνώ. 
204. Φ ΄Ηβγκε μιά πελτακούα. ΝΕ Βγήκε μιά φλούδα. Ε/Π Πελτακούα: πέλεκυς, φλούδα = κομμάτι πελεκημένου ξύλου από κορμό. 
205. Φ Εκουκκούλντωσε η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Σταμάτησε η καρδιά μου. Ε/Π Πλακώθηκε (η καρδιά μου) από το βάρος ενός σοβαρού γεγονότος. 
206. Φ Γκιλτοτήρι που είσαι; Ν Ε Πειραχτήρης που είσαι; Ε/Π Γκιλτοτήρι: ακίδα - σχίσμα αιχμηρού ξύλου - αγκάθα που εισχωρεί άνετα στο σώμα, για να δώσει ερέθισμα αντίδρασης. Α-γκιλώνω. 
207. Φ Εστρατίστη κακομά, έπιασε ζυό. (ΜΕ) ΝΕ Μπήκε στο σωστό δρόμο. Ε/Π Ζυό: ζυγός. Υποχρεώνεται να ακολουθήσει τον σωστόν δρόμο. 
208. Φ Εναπουγκώχχηκε πιό, φιέστε που μπρός. (ΜΕ) ΝΕ Σήκωσε τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα και πρέπει να φοβόμαστε. Ε/Π Δείχνει την αποφασιστικότητα κάποιου για σύγκρουση, αλλά και ειρωνεία. 
209. Φ Εσυγκλίστη το χωρκό, έ τάμαχχες; ΝΕ Έγινε βούκινο στο χωριό, δεν τάμαθες; Ε/Π Εσυγκλίστη: αναστατώθηκε. Λέγεται για γεγονότα ξαφνικά που συγκλονίζουν. Σεκλετίζω = στεναχωρώ, τούρκικα: Sikildim. 
210. Φ Κουρκουνούν την πόρτα. ΝΕ Χτυπούν την πόρτα. Ε/Π Ηχοποίητη λέξη, που προκύπτει από τον θόρυβο κτυπήματος της πόρτας: κουρ-κου-νώ. 
211. Φ Είναι βαρύ κουρσούνι. ΝΕ Είναι βαρύ, ασήκωτο. Ε/Π Κουρσούνι: βαρύ, επίσης το άκρο της σφαίρας που σκοτώνει (τούρκικα: kursun). 
212. Φ Ελγκιώσαν τα σώψυχά μου. (ΜΕ) ΝΕ Λειώσανε τα μέσα μου από τον φόβο. Ε/Π Ελγκιώσαν: έλειωσαν - λειώνω = κάνω λεία την επιφάνεια. Σώψυχά: τα μέσα μου, τα εντόστια μου, τα εσωτερικά μου, η έσω ψυχή μου. 
213. Φ Που να παώσεις και να μην εβράσεις. (Βλαστημιά) Ε/Π Να παγώσεις όπως ο νεκρός και ποτέ να μην αναστηθείς. Αρνητικό και θετικό διαπιστώνουν το ίδιο σχήμα λόγου «εκ παραλλήλου». Π.χ. κάθομαι και δεν στέκομαι. 
214. Φ Κιά που έ σσε βάλτουν, νεμμάς. (ΜΕ) ΝΕ Εκεί που δεν σε βάζουν, φυτρώνεις. 
215. Φ Εβούργκιανε το κάφκαλτό μου. ΝΕ Ζάλισε το κεφάλι μου. Έγινε σαν κλούβιο αυγό. 
216. Φ Το ψόμα πάει σύννεφο. ΝΕ Το ψέμα δεν έχει τελειωμό. Ε/Π Λέγεται συνήθως για κάτι κακό ή δυσάρεστο, ή υπερβολικό. 
217. Φ Η κάτω πέτρα του μύλου. (ΜΕ) ΝΕ Ο αργοκίνητος άνθρωπος. Ε/Π Ο αργοκίνητος άνθρωπος μοιάζει με την μη κινούμενη κάτω πέτρα του μύλου! 
218. Φ Ήψε καίκαψε που το κακόν του. ΝΕ Νευρίασε πολύ από το κακό του. 
219. Φ Ψακή είν’ όξω, βαστούμμε τα σύγκρυα. ΝΕ Έξω κάνει παγωνιά και κρυώνω. Ε/Π Ψακή: είναι και το δηλητήριο. Έξω είναι δηλητήριο, πολύ κρύο. 
220. Φ Εκαράταρες καλά; ΝΕ Σημάδεψες καλά; Ε/Π Στόχευσες με επιτυχία. Καρατάρω = υπολογίζω, ιταλικά: caratare. 
221. Φ Γιουτίζει, πρε, φτογά; ΝΕ Ταιριάζει, βρε, αυτό εδώ; 
222. Φ Έλειψα το συκοΐρι (τ΄ αλλόθτια). ΝΕ Έλειψα με λάδι τα σύκα, για να ωριμάσουν γρήγορα. Ε/Π Αλλόθτια: μη ώριμα σύκα. Συκοΐρι: συκεώνας (αλόθκια, αρχαία: Όλυνθος). 
223. Φ Εντιπάρκιασε κιά, που; να μεταπατήσει! (ΜΕ) ΝΕ Κόλλησε εκεί και δεν αλλάζει γνώμη, πεισμάτωσε. 
224. Φ Βάστά τον πίσω πόα. (ΜΕ) ΝΕ Έρχεται τελευταίος, καθυστερεί. Ε/Π Να τελείς εν αναμονή - να καιροφυλαχτείς. 
225. Φ Φέρμου ένα κομματσούλτι ΝΕ Δώσε μου ένα κομμάτι. 
226. Φ Ντυπατημό!! το κουλούκι. ΝΕ Πείσμα! το παλιόπαιδο. Ε/Π Κουλούκι: μικρό σκυλί, αρχαία: σκύλαξ. Ντυπατημό, αντιπατώ. 
227. Φ Μεάλος χαττάς εννά γένει. ΝΕ Μεγάλη φασαρία θα γίνει. Ε/Π Χαττάς: ατύχημα, μεγάλο ατύχημα (τούρκικη λέξη). 
228. Φ Το χαβάσι του ήταν μέχρι βα. ΝΕ Το ενδιαφέρον του ήταν ώς εδώ. 
229. Φ Ετρομαλτίστηκα τωρά. ΝΕ Σηκώθηκε η τρίχα μου. 
230. Φ Έκαμα το ππερντάκι μου. ΝΕ Έκανα την ποινή μου. 
231. Φ Ολόκληρο μετόχι, έ σε πήρε; ΝΕ Τόσο μέρος δε σε πήρε; (δεν σε χώρεσε;). Ε/Π Μετόχι: έκταση, μέρος, χώρος. 
232. Φ Τ’ αμπέλι είναι δκιό αργκιατών. Ν Το αμπέλι το τελειώνουν δυό εργάτες σε μιά μέρα. 
233. Φ Ενεροστάλκιαξες, πρε; ΝΕ Τόση δίψα έχεις, βρε; 
234. Φ Εν ενοιώνει που, πάνω, λαφροπατά. (ΜΕ) Ν Ε Δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα. Ε/Π Δεν ακολουθεί σωστό δρόμο, δείχνει επιπλέον ελαφρότητα. 
235. Φ Τσαμούχικο ζο. ΝΕ Το γαϊδούρι, που κλωτσάει. Ε/Π Τσαμούχικο: ατίθασο. 
236. Φ Έ χαμπαργκιάζει τίποτα. ΝΕ Δεν παίρνει χαμπάρι. Ε/Π Δεν αντιλαμβάνεται το μυαλό του τίποτα. 
237. Φ Έλγκιωσε που τη καχχούρα. (ΜΕ) ΝΕ Έλειωσε από το καθισιό, από την οκνηρία. 
238. Φ Ζιντάνιν όξω, έ χωρείς τη μύτη σου. ΝΕ Έξω είναι σκοτάδι, δε βλέπεις τίποτε. 
239. Φ Εσυφτάστεις και μαεύτηκες πιό; ΝΕ Πρόλαβες και ήρθες στο σπίτι πια; τελείωσες επιτέλους; 
240. Φ Η γουλκειά είναι στον μάστορη. (ΜΕ) ΝΕ Η δουλειά θα τακτοποιηθεί σύντομα. Ε/Π Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη. 
241. Φ Έ θα βαστάξει ο ζάβαλτης;. ΝΕ Δεν θα αντέξει ο κακόμοιρος; 
242. Φ Ταγκλουκά η κοιλιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Πάει κι’ έρχεται το νερό στην κοιλιά μου. 
243. Φ Ταέντα πρε, ναούμε. ΝΕ Περίμενε, βρε, να δούμε. 
244. Φ Επήα στα λόκοπα. ΝΕ Πήγα να κόψω ξύλα. Ε/Π Να καθαρίσω το χωράφι, κυρίως στο βουνό. Βωλο-κοπώ = συντρόβω βώλους. 
245. Φ Εκαμέντην ταράτσα. (ΜΕ) ΝΕ Έφαγε καλά, χόρτασε. 
246. Φ Εμέρωσεν ο τόπος. (ΜΕ) ΝΕ Απο άγριο τοπίο έγινε ήμερο. 
247. Φ Είε καίπαχχε να ποσώσει. ΝΕ Είδε κι’ έπαθε να φτάσει. Ε/Π Να τα φέρει σε πέρας. 
248. Φ Εννά φωνάζει και με το μεχχέλι του. ΝΕ Θα φωνάζει και με το δίκιο του. 
249. Φ Η γουλκειά εστράβωσε. (ΜΕ) ΝΕ Κάτι δεν πήγε καλά. 
250. Φ Εξεροστάλκιαξε να λαμένει. ΝΕ Βαρέθηκε να περιμένει. 
251. Φ Αούμε, που έπιασε μεττερίζι. (ΜΕ) ΝΕ Να δούμε που κόλλησε, και θ’ αργήσει. Ε/Π Μεττερίζι: η θέση που βρίσκεται κάποιος καιροφυλαχτώντας. 
252. Φ Είναι μιά φαραουνιά. ΝΕ Είναι πάρα πολλοί. Ε/Π Φαραουνιά: είναι μια φάρα, ένα σόι, μια φυλή, ένα συγγενολόι. 
253. Φ Κουννάτα καίρχεται. (ΜΕ) ΝΕ Έρχεται με άδεια χέρια. 
254. Φ Έφριξε το σκατό του. (ΜΕ) ΝΕ Λέγεται για τον τσιγκούνη. Ε/Π Θέλει να εκμεταλλεύεται τα πάντα. 
255. Φ Μουζώνου και σταχτώνου. (Βρισιά) Ε/Π Στη βυζαντνή εποχή διεπόμπευαν τους κακούς με μαύρο τού φούρνου και στάχτη, σε σχήμα της παλάμης πάνω στο πρόσωπο του παρεκτρεπομένου. Έτσι έμεινε η λέξη μούτζα, ή να΄χεις κουρέματα, γιατί τους κούρευαν. Διαπόμπευση: τον παρεκτρεπόμενο τον κάθιζαν σ΄ ένα ζώο ανάποδα. 
256. Φ Ξεκόλτα παρακεί, ά χχέλει ο Θεός. ΝΕ Πήγαινε πιό πέρα, αν ευαρεστήσε. 
257. Φ Επερόνιασέμε το κρύο. ΝΕ Το κρύο με διαπερνά, όπως το πριόνι, ή το περόνι. 
258. Φ Παντά τις μύες και κάχχεται. (ΜΕ) ΝΕ Δεν έχει δουλειά και κυνηγά τις μύγες. Ε/Π Διώχνει τις μύγες (αδράνεια και απραξία). 
259. Φ Εμερολάησε το παιί. ΝΕ Ησύχασε το παιδί. 
260. Φ Επαίξαμε μιά μπαταρία του καλού καιρού. ΝΕ Κάναμε έναν καυγά, άστα και να πάει. 
261. Φ Εκαούργκιασε που το κρύο. ΝΕ Μάζεψε από το κρύο, κουλουριάστηκε από το κρύο. Ε/Π Εκαούργκιασε: όπως συμμαζεύεται ο κάβουρας. 
262. Φ Γιντάτι είν’ καιφτό. ΝΕ Κάτι είναι κι’ αυτό. 
263. Φ Νεκάρωσε τη φωτιά. ΝΕ Φύσηξε, ν’ ανάψει καλά η φωτιά. 
264. Φ Άχανε πιο, νοίξετο το ρημάϊ σου. ΝΕ Άνοιξε το στόμα σου πιά. 
265. Φ Εξεσυνόβγκαλες τον άχρωπο. ΝΕ Ξεσήκωσες τον άνθρωπο, τον παρέσυρες. 
266. Φ Το φανενό καντάρι τι λέει; ΝΕ Τι, λένε οι Φανενοί γι’ αυτό; Ε/Π Πως το ζυγίζουν, δηλαδή πως το κρίνουν οι Φανενοί; 
267. Φ Επατήκωσέντην καλά-καλά. ΝΕ Γέμισε το στομάχι του καλά, χόρτασε. 
268. Φ Εστάχχει στο στετό. (ΜΕ) ΝΕ Περιμένε ανυπόμονος την απάντηση. Ε/Π Στετός: η στάση αναμονής. 
269. Φ Ντουγρού καφκαλτάς. ΝΕ Ξερό κεφάλι, αμεταγύριστο. 
270. Φ Πασπατέβγκεις κιά και κιά. ΝΕ Ψαχουλεύεις σ’ ένα σημείο, στο ίδιο σημείο. 
271. Φ Καμμάς που κάτω που τον πόνο. (ΜΕ) ΝΕ Όταν η μηχανή του κουρέματος δεν λειτουργεί καλά. Ε/Π Δεν αντέχει τον πόνο. Καμώ - καμύω = κλείνω τα μάτια μου. 
272. Φ Πρε τύμπανε, κουφάραν έχεις. ΝΕ Βρε δεν ακούς. Ε/Π Τύμπανε: γαΐδαρε. 
273. Φ Κάτσε κάτω τον ακούφητο. (Βλαστημιά) Ε/Π Στο ακούφητο κάθισμα (κάθησε), εκεί που δεν θα σηκωθείς ποτέ! 
274. Φ Μωρή ριχολακάνη. (ΜΕ) ΝΕ Η ευκολόπιστη. Ε/Π Ριχολακάνη: ρηχή λεκάνη. 
275. Φ Εία καίπαχχα να τον καελήσω. ΝΕ Είδα κι’ έπαθα να τον καταφέρω. Ε/Π Να τον κάνω να υποχωρήσει. Καϊλίζω = ξεγελώ (τούρκικα: kailis). 
276. Φ Καλάμια στα νύχια σου και στα πλευρά σου. (Βλαστημιά) 
277. Φ Πρε ναμοκκιόρη!! ΝΕ Βρε αφιλότιμε. Ε/Π Ναμοκκιόρη: στραβέ, τυφλέ, αφιλότιμε. 
278. Φ Εκνάσαν οι συκάλτες; ΝΕ Ωρίμασαν τα σύκα; 
279. Φ Μη με γκιλντώνεις. ΝΕ Μη με πειράζεις. Ε/Π Μη με προκαλείς, αγκλώνω - ακίδα. 
280. Φ Χοντρομάσκιε, να φύουμε. ΝΕ Τρώγε γρήγορα, να φύγουμε. 
281. Φ Επάτησεν πόϊ, εντιπάρκιασε κιά. ΝΕ Θέλει να γίνει το δικό του. Ε/Π Μένει αμετακίνητος στις θέσεις του, στις απόψεις του. 
281. Φ Χοντρομάσκιε, να φύουμε. ΝΕ Τρώγε γρήγορα, να φύγουμε. 
282. Φ Μπιχουργκιασέτο κιά. ΝΕ Σφήνωσέ το εκεί. 
283. Φ Εβά έχει παρήλκιο. ΝΕ Εδώ χτυπά ο ήλιος, λιγότερο. Ε/Π Παρήλκιο: ένα κομμάτι ήλιου ζεσταίνει, σε απόμερο μέρος. 
284. Φ Εν εξέρεις, τι έκοψε το ξερό του. ΝΕ Δεν ξέρεις τι σκέφτηκε, τι έχει στο μυαλό του. 
285. Φ Έχει το χού του. ΝΕ Έχει την αιτία του. 
286. Φ Ήρτα ποτόρι και σε νοήρεψα. ΝΕ Ήρθα πριν και σ’ έψαχνα. Ε/Π Ποτόρι - πρότερον - προτόρι = ποτόρι = προηγουμένως. 
287. Φ Ήες κακομά, αδκιαφόρετα μιλώ. ΝΕ Είδες λοιπόν, τσάμπα μιλώ. Ε/Π Είδες, κακομοίρα μου, άδικα μιλώ. 
288. Φ Η γουλκειά ερεμεδκιάστηκε ΝΕ Η δουλεία φτιάχτηκε, μπήκε σε καλή συνέχεια. 
289. Φ Στον αστρεμμό σταμάτα. ΝΕ Στην επιστροφή σταμάτησε. 
290. Φ Ένοιξες τη μασέλτα σου, πάλε; (ΜΕ) ΝΕ Άνοιξες το στόμα σου πάλι; Ε/Π Για να μιλάς ασταμάτητα, μασσέλα = σιαγόνα. Ιταλικά mascella. 
291. Φ Σήμερον ήμουν χωραϊτης. ΝΕ Σήμερα πήγα στη χώρα, στη πόλη (Ρόδος). 
292. Φ Ταρταρκιάν οι μονές!! ΝΕ Οι κουβέρτες είναι κρύες, είναι τάρταρες. 
293. Φ Επόμεινες και νεφέρνειστα, κάχχε στην ώρα. ΝΕ Έμεινες και τα λές κάθε λίγο και λιγάκι. 
294. Φ Πατά μεταπατά κιά και κιά. (ΜΕ) ΝΕ Λέει τα ίδια και τα ίδια. 
295. Φ Κάτσε κάτω πρε κοπελτάκι. ΝΕ Κάτσε κάτω ρε, είσαι μικρός ακόμα. 
296. Φ Εγαλάνησε το κουτί. (ΜΕ) ΝΕ Κουρκούτιανε το κεφάλι μου. 
297. Φ Εξήψαν οι αμιλήγκοι μου. (ΜΕ) ΝΕ Καίνε οι κροτάφοι μου. 
298. Φ Τα ρημάδκια και τα ξελεμματικά. (Βλαστήμια), συνήθως για κτήματα. 
299. Φ Επόμεινε και λέντιστα. ΝΕ Έμεινε και του τα λένε. 
300. Φ Στρόφους και αροάφνες να σε κόψουν. (Βλαστήμια) 
301. Φ Ούλτα φτα , επεράσαν που τη καμπούρα μου. ΝΕ Όλα αυτά τα τράβηξα εγώ, στην πλάτη μου. 
302. Φ Εππέσαν τα νεφρά μου. (ΜΕ) ΝΕ Απο το πολύ βάρος, που σήκωσε. 
303. Φ Εκαμέντα ρεμόνι. ΝΕ Τα ΄κανε λίμπα. 
304. Φ Είσαι σα τον άγκριφα. ΝΕ Είσαι μυγιάγκιχτος, όλο ψάχνεις (ακρίφας = και όργανο αλίευσεις). 
305. Φ Έκατσε, σα τον γιαρά. (ΜΕ) ΝΕ Περίμενε με πολύ ανυπομονησία, σαν την πληγή την αθεράπευτη. 
306. Φ Πέρασε πουννά περάσεις. ΝΕ Πήγαινε, όπου είναι να πας. 
307. Φ Πούϊντος πρε φτος γα; ΝΕ Που είναι βρε αυτός δα; 
308. Φ Επόμενες πιό και ξεσκάλτεις. (ΜΕ) ΝΕ Έμεινες πια και ψάχνεσαι, και σκαλίζεις. 
309. Φ Έστεσε το κάλτος του. ΝΕ Πήρε ύφος. 
310. Φ Επατέλκιωσα το γόμα. ΝΕ Έριξε πατελιά στο δώμα. 
311. Φ Ήβγκαν, πρε, οι μπορνοφύες; ΝΕ Βγήκανε τα πρώϊμα σύκα; 
312. Φ Πού-πού εξενεμίστηκες πρε συ; ΝΕ Από πού ξεφύτρωσες; Ε/Π Τα παρά την ανάγκη. 
313. Φ Εν τα σηκώνω τα παράναγκα. ΝΕ Δεν σηκώνω τα παράξενα. 
314. Φ Στάχχου βα, στα κατέφλια. ΝΕ Σταμάτα εδώ στα σκαλοπάτια, στο κατώφλι. 
315. Φ Είμαι θεονήστικος. ΝΕ Πεινάω πολύ. Ε/Π Θεο-νήστικος, θεο-πάλαβος, θεό-τρελος. 
316. Φ Κάχχεται, σα τον σταλαό. (ΜΕ) ΝΕ Κάνει σα τη βρύση, που στάζει. Ε/Π Έχει υπομονή και επιμονή παρακλητική. 
317. Φ Πιάσε πρε τη φελτά. ΝΕ Πιάσε, βρε, το βιβλίο. 
318. Φ Ο καπνός βγκαίνει κλωστρός. ΝΕ Ο καπνός βγαίνει στριφογυριστός. 
319. Φ Ένα φελτί με το λάϊ. ΝΕ Μιά φέτα ψωμί με λάδι. 
320. Φ Το ξετρίχι, ο ελτεμές, γείτετον. ΝΕ Κοιτάξτε τον τέλειο, τον αλάνθαστο. 
321. Φ Εχασολόησες και πήες. ΝΕ Αρχίζεις και χάνεις. Ε/Π Εχασολόησες: χάνεις - έχασες τα λογικά σου, πέρα για πέρα! 
322. Φ Εβά έχει ένα κούλουμπα. ΝΕ Εδώ έχει μιά λακούβα με νερό. Ε/Π Αρχαία: κόλυμβος. 
323. Φ Έκαμέντα μαντάρα καίφυε. ΝΕ Τα έκανε λίμπα κι’ έφυγε. Ε/Π Ανακάτωσε τα πάντα, τα διέλυσε. Μαντάρα = άγονη, άδενδρη περιοχή. 
324. Φ Ενεκαταστάλαξες κόμα; ΝΕ Δεν αποφάσισες ακόμα; 
325. Φ Τώρα σ’ έπιασε το συκλέτι; ΝΕ Τώρα σ’ έπιασε το ζόρι; Ε/Π Συκλέτι: ζόρι, μανία, βιασύνη. 
326. Φ Ελγκιώσαν τα συκώτια μου. (ΜΕ) ΝΕ Λειώσαν τα συκώτια μου από το φόβο, φοβήθηκα πολύ. 
327. Φ Εκουστήκασι ζαλάπατα. ΝΕ Ακούστηκαν βήματα. 
328. Φ Εγεμάτησες το φαί. ΝΕ Δοκίμασες το φαγητό; 
329. Φ Γλιστρίαν έφαες; (ΜΕ) ΝΕ Γι’αυτόν, που λέει πολλά. Ε/Π Σου γλιστρά η γλώσσα (λογοπαίγνιο με τη λέξη γλιστρίδα). 
330. Φ Μπελόνιασε βα, γιατί ε χωρώ (θωρώ). ΝΕ Πέρασε την κλωστή στη βελόνα, γιατί δεν βλέπω. 
331. Φ Πορπατά και ζαβλοπατά. ΝΕ Περπατά και δεν πατάει καλά. Ε/Π Παραπατεί σαν χαμένος, σαν βλάκας. Ζαβός = τρελός, μεθυσμένος. 
332. Φ Επέρασε καιφτό το νεπέττι. ΝΕ Πέρασε κι’ αυτή η δυσκολία. Ε/Π Νεπέττι: σειρά, τουρκικά: nobet. 
333. Φ Μανιζέβελτος άχρωπος. ΝΕ Ο ευκολοκίνητος άνθρωπος (ευέλικτος). 
334. Φ Τσα ολούρμου, έντιξέντον κιά. ΝΕ Στα καλά καθούμενα, έτσι το σκέφτηκε. 
335. Φ Μανιζέρνου πρε! ΝΕ Κουνήσου βρε! Βιάσου βρε! 
336. Φ Σόρμα, καϊράττι δα. ΝΕ Προσοχή να μην την πατήσουμε. Ε/Π Καϊράττι: καϊράτι = κουράγιο, υπομονή, θάρρος, τόλμη. Τουρκικά: gayret. 
337. Φ Ήψε το καμίνι. (ΜΕ) ΝΕ Άρχισε να ενδιαφέρεται, κάτι άρχισε να παίρνει διαστάσεις κακές. 
338. Φ Κάχχεται σα το κούφτιο. Ν Κάθεται και αφουγκράζεται. Ε/Π Κούφτιο: το πουλί κούφτιο, αρχαία: σκώψ. 
339. Φ Έκοψε την εβρουλγκιά. (ΜΕ) ΝΕ Γι’ αυτόν που πάθανε. 
340. Φ Ελεαμέσσετά, αλλτά ένεκούες. ΝΕ Σου τα λέγαμε, αλλά δεν μας άκουγες. 
341. Φ Που την αναφαγιά εγίνη σα γλιμύρι. ΝΕ Επειδή δεν τρώει αδυνάτησε. Ε/Π Γλιμύρι: γλινός = λεπτός = αδύνατος = λιχνός. 
342. Φ Είναι μπελντί, ε χωρείς; ΝΕ Έχουμε παράδειγμα, δεν βλέπεις; Ε/Π Είναι επόμενο, δεν βλέπεις. 
343. Φ Έψε τον πυργκιόλοο. ΝΕ Άναψε τον αναπτήρα. Ε/Π Άναψε την ίσκα, το φιτίλι. Πυρίβολος = ρίπτει πύρ και ανάβει το φιτίλι. 
344. Φ Εφάαμας οι πασσόμυες. ΝΕ Μας πιάσανε οι μύγες. Ε/Π Πασσόμυες: μύγες που βρομίζουν τα φαγητά. Πάσσω: αρχαία = πασπαλίζω, ραντίζω. 
345. Φ Το ζον είναι κακογούμαρο. ΝΕ Το γαϊδούρι δεν φορτώθηκε καλά. 
346. Φ Α, μωρή μαλαγάνα. ΝΕ Α βρε καταφερτζού! 
347. Φ Επλάνταξε στο κλιαμούρι. ΝΕ Βαλάντωσε απο τα κλάματα. 
348. Φ Εκαμέντον γουλί. ΝΕ Τον κούρεψε με την ψιλή μηχανή. 
349. Φ Έφυε μονοβρόντηστος. ΝΕ Έφυγε σαν κυνηγημένος. 
350. Φ Επονέβει με πιό, κήπατα. ΝΕ Δεν κρατήθηκα πια και τα είπα. Ε/Π Μπήκε μέσα μου η απόφαση και τα είπα. 
351. Φ Μανέλγκιαζε τώρα βα. (ΜΕ) ΝΕ Άντε να βρεις άκρη. 
352. Φ Α σε περκενώσω, αφάεις; ΝΕ Να σε βάλω να φας; Ε/Π Περκενώνω = αδειάζω. Βάζω φαγητό στο πιάτο από το τσουκάλι. 
353. Φ Ε, νάντα-νάντα!! ΝΕ Ε! όπου νάναι, θα τα δούμε!! 
354. Φ Τσουβάλκια των πιττέρων. (Βρισιά) 
355. Φ Μπούρντες τ’ αχέρου. (Βρισιά) 
356. Φ Πάννε πούετα, να ξεκάμεις κομμάτι. Ν Ε Πήγαινε κάπου να ξεδώσεις λίγο. 
357. Φ Είπασέτα, ένα μελεούνι φορές. ΝΕ Σου τα είπα πολλές φορές, χιλάδες φορές. 
358. Φ Εξετρομάκιασε που το κρύο. ΝΕ Χτυπούν οι μασέλες του από το κρύο. 
359. Φ Ποιός πρε; φτοσγά ο κνιάρης; ΝΕ Ποιός ρε αυτός ο τεμπέλης; Ε/Π Κνιάρης: οκνηρός, τεμπέλης. 
360. Φ Οι μέρες είναι σα τσαρντέλτες. (ΜΕ) ΝΕ Οι μέρες είναι, όπως οι σαρδέλες στο κουτί. Ε/Π Όλα είναι μετρημένα, υπακούουν στη μοίρα. 
361. Φ Το νερό είναι κάντιο. ΝΕ Το νερό είναι καθαρό. 
362. Φ Επήα, καίζεψα τα ζα. ΝΕ Πήγα και ετοίμασα τα ζώα. Ε/Π Καίζεψα: έζεψα = τα ΄βαλα στον ζυγό. 
363. Φ Εφτός έχει, τη γική του παντιέρα. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός κάνει πάντα το δικό του. Ε/Π Κάνει ό,τι του κατέβει. 
364. Φ Εμάλκιασεν η γλώσσα μου. (ΜΕ) ΝΕ Έβγαλε μαλλιά η γλώσσα μου. Ε/Π Συμβουλεύοντας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 
365. Φ Εγκούλκιασεν ο καταπότης. ΝΕ Γέμισε νερό τ’ αυλάκι. Ε/Π Καταπότης: Το μεγάλο αυλάκι που τροφοδοτεί τα άλλα αυλάκια. Γουλιάζω - η γούλα = ο οισοφάγος. 
366. Φ Ήβρεν ο κουτσός, εγλύστρα. (ΜΕ) ΝΕ Αιτία ήθελε. Ε/Π Μια φορά του δόθηκε η ευκαιρία (στις πολλές ατυχίες), αλλά και αυτή χωρίς αποτέλεσμα. 
367. Φ Καοματού που είσαι!! ΝΕ Καταφερτζού που είσαι!! 
368. Φ Κάχχεται και φκριέται. ΝΕ Κάθεται και αφουγκράζεται. Ε/Π Φκριέται: παρακολουθεί, κρυφακούει, υποκλέπτει τα λόγια. 
369. Φ Μπαλτουκκώσου κάτω. (ΜΕ) ΝΕ Κάθησε κάτω. Ε/Π Μπαλτουκκώσου: ακίνητος, σαν να είσαι μπαλουκωμένος. Παλούκι, αρχαία: πάλος 
370. Φ Εντερόκοψέ με ο χασονούς. ΝΕ Με κοψοχόλιασε ο βλάκας. 
371. Φ Επόμεινες πιό και βάσσεις. ΝΕ Έμεινες πια και φωνάζεις. Ε/Π Βάσσεις: γαυγίζεις σαν σκυλί. 
372. Φ Νάψε βα το φως, να μπλέψω. ΝΕ Άναψε το φως τώρα να δω, να βλέψω. 
373. Φ Εσάχνιασέντον που το ξύλο. ΝΕ Τον μαύρισε απο το ξύλο. Ε/Π Τον διέλυσε με το ξύλο, ή το φόρτωσε ξύλο. Σάττω = φορτώνω 
374. Φ Πουνα κάτσουν οι ογκιές σου και τα κατάκλια σου. (Βλαστήμια/Κατάρα) Ε/Π Ογκιές: οσφύες 
375. Φ Εννά σε σταφνίσω μιά κατακούτελτα, πούννάν ούλτη γική σου. ΝΕ Θα σου δώσω μια, που θάναι όλη δική σου (εννοεί ξυλιά, χαστουκι). 
376. Φ Κόψε με ένα τακκί κριάς. ΝΕ Κόψε μου ένα κομμάτι κρέας. Ε/Π Τακκί: τακκάκι = λίγο. Τάκκος = μεγάλο κομμάτι. 
377. Φ Λτιολέης, φτιγά την κουβέντα καλέ; ΝΕ Λίγες φορές λες αυτήν την κουβέντα; 
378. Φ Α καθαρίσει η γιαρά που το σιτάρι. (ΜΕ) ΝΕ Να καθαρίσει το καλό από το κακό. Ε/Π Γιαρά = η αίρα 
379. Φ Παωμός να σέβρει. (Βρισιά/Κατάρα) Ε/Π Να παγώσεις, να πεθάνεις. 
380. Φ Σύρου ξύσου, εφέρεστα χαρακωτά. ΝΕ Ήρθαμε στα πάρα πέντε. Ε/Π Αμφιταλαντευόμενος, δεν έχει αποτέλεσμα. 
381. Φ Έπιασε το συναξάρι, ε θα γλυτώσουμε. (ΜΕ) ΝΕ Έπιασε την κουβέντα και δε θα γλυτώσουμε. Ε/Π Συναξάρι: είναι η βιογραφία των αγίων, που συνήθως έχει μεγάλη ιστορία και ενδιαφέρον. 
382. Φ Έκαμεν ένα φεσφεσέ του καλού καιρού. ΝΕ Έκαμε μεγάλη φασαρία. 
383. Φ Επόμεινες και βαστάς τα σαουνά σου. ΝΕ Έμεινες και κρατάς τα σαγόνια σου. Ε/Π Λέγεται επί απραξίας και αδράνειας. Θεωρείται κακός οιονός. 
384. Φ Έοκεν και πήρε. (ΜΕ) ΝΕ Ξεθύμανε. Ε/Π Συνήθως για ανθρώπους που φτάνουν στα άκρα, αλλά μετά μεταμελούνται. 
385. Φ Εκαμμυσέντα και πάενε. (ΜΕ) ΝΕ Πήγαινε με κλειστά μάτια. 
386. Φ Μην εβγκάλτεις το νερό ίσκια πάνω. (ΜΕ) ΝΕ Μη λες πράγματα που δε γίνονται. Ε/Π Λέγεται συνήθως για το μη απραγματοποίητο (για τον αντιρρησία). 
387. Φ Εκατσουλτόχει με, κακομά. ΝΕ Μ’ έπιασε στον καυγά. Ε/Π Με επιτέθηκε άσχημα. 
388. Φ Τούρμπα-κκάλου, ε χα σε πετύχω πούετα; ΝΕ Που θα πάει δεν θα σε πετύχω πουθενά (κάπου); Ε/Π Θάρ’θει ο καιρός, που θα σε συναντήσω. 
389. Φ Το ξελεμματικό και το παντέρημο. (Βλαστημιά) Ε/Π Για κτήματα που δεν έχουν νοικοκύρη. Επί τουρκοκρατίας τα εκαταλειμμένα κτήματα 
390. Φ Ρετσινένο παντελόνι. ΝΕ Είδος υφάσματος για παντελόνια, ευτελούς αξίας. 
391. Φ Εσσέ νοστά βα που κάχχεσα; ΝΕ Δεν σ’ αρέσει εδώ, που είσαι; 
392. Φ Αδκιανόητο κεφάλι, ξερή κολοκύττα. (ΜΕ) ΝΕ Άνθρωπος χωρίς μυαλό. Ε/Π Λέγεται συνήθως για ανθρώπους που ποτέ δεν διανοούνται. 
393. Φ Ετρέχαν οι ίγροι, κουκκιά-κουκκιά. (ΜΕ) ΝΕ Ο ιδρώτας κυλούσε, έμοιαζε σαν το κουκί (στάλες - στάλες). Ε/Π Λέγεται σε περιπτώσεις αγωνίας, φόβου ή μεγάλου κόπου. 
394. Φ Τι σε μέλτει, που τα ξένα εντερέσκια; ΝΕ Τι σε νοιάζει, για ξένες υποθέσεις; 
395. Φ Ταβγκά είναι κλούβγκια. ΝΕ Τα αβγά με αλλοιωμένο κρόκο, λόγο πολύ χρόνου. Ε/Π Τα αβγά είναι χαλασμέν, δεν μπορούν να καταναλωθούν. 
396. Φ Ε να γένει, κανένα σακκατελίκι πόψε. ΝΕ Θα χτυπήσει κανένας απόψε και θα μείνει ανάπηρος, σακάτης. 
397. Φ Σκιού πρε, επήρα μας και φύαμε ΝΕ Κουνήσου ρε, μας πήρανε και φύγαμε. 
398. Φ Κάχχεται με των αγίων τα τάματα. (ΜΕ) ΝΕ Λεγόταν για τα μωρά, όταν ησύχαζαν. Ε/Π Λέγεται γενικά στις περιπτώσεις εκείνες που δύσκολα κάτι μπορεί να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις. Με δυσκολία στηρίζεται κάτι. 
399. Φ Τ’ Αη-Γιαννιού η αροάφνα. (τοπική ονομασία, ΜΕ) Ε/Π Η πικράδα της ροδοδάφνης που βλαστάνει στο βουνό Άης Γιάννης. 
400. Φ Μάσκε-μάσκε τη πήσσα, εκατέβησαν οι γούλες του. Ν Ε Μάσα-μάσα την τσίχλα, κατέβηκαν οι αμυγδαλές του (πρήστηκαν). 
401. Φ Γηέ, την ούγια να πάρεις ξόμπλι. (ΜΕ) ΝΕ Δες το σόϊ, να δεις τι θα πάρεις. Ε/Π Θυμίζει το «εξ όνυχος τον λέοντα». Ούγια, αρχαία: Όα Μια ελάχιστη συμπεριφορά δείχνει τον χαρακτήρα. Ξόμπλι = παράδειγμα, λατινικά: exemplum (example). 
402. Φ Ήβγκε σαν την τρίχα που το ζυμάρι. (ΜΕ) ΝΕ Βγήκε καθαρός μέσα από τη βρομιά. Ε/Π Απήλλαξε με την αποπομπή του το κάθε καλό και ωραίο. 
403. Φ Πρε ακουμένταρτε, γίνου άχρωπος. ΝΕ Βρε γίνε σωστός άνθρωπος. Ε/Π Ακουμένταρτεος: Δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί. 
404. Φ Εννά σε πιάσω και ννάναι πιάσμα σου. ΝΕ Θα σε πιάσω και θα φας καλά. Ε/Π Θα σε πιάσω και θα είναι πιάσμα σκληρό, κακό. 
405. Φ Πιάστο, και βουϊσέτο πουά. ΝΕ Πάρτο και πέταξέ το από δω, προς τα έξω. 
406. Φ Τα νέφαλα επληχχάναν. ΝΕ Τα σύννεφα πληθύνανε. 
407. Φ Ούρτιμος-μπαλούρτιμος. (παιχνίδι) ΝΕ Όρος παιχνιδιού. Ε/Π Ούρτιμος-μπαλούρτιμος. Τελευταίος, λατινικά: ultimus. 
408. Φ Ούκκιου βόϊ!! (Βρισιά) Ε/Π Αποστροφή προς άτομα ανυπόληπτα. 
409. Φ Σταφία είμαι που τον ίγρο. ΝΕ Ο ιδρώτας τρέχει σα νερό. Ε/Π Υπερβολή, έχω γίνει μούσκεμμα από τον ιδρώτα, έγινε σταφίδα. 
410. Φ Ξυ και λάϊ. (παιχνίδι) ΝΕ Βόλτα πάνω στην πλάτη του άλλου. Ε/Π Ακριβώς, όπως πουλάει ο έμπορος το ξύδι και το λάδι. 
411. Φ Τώρα είμαι φούρκα-μπελάς. ΝΕ Είμαι πολύ νευριασμένος 
412. Φ Πού του σκόπελτου; ίσκια πέρα! (ΜΕ) ΝΕ Άλλα του λες και άλλα καταλαβαίνει, αδιαφορεί. 
413. Φ Έκαμε τη γη πηγή. ΝΕ Έκαμε τα αδύνατα δυνατά. 
414. Φ Επήε σεκκιέρ-μεκκιέρ. ΝΕ Πήγε τα πάνω-κάτω. 
415. Φ Άλι-άλι, πρε. ΝΕ Σιγά-σιγά, ρε. Ε/Π Αγάλι-αγάλι, αρχαία: γαληνός, ήρεμος (αγαληνά - αγάλια - αγάλι-α). 
416. Φ Φτερνοκοπά που το πρωϊ. ΝΕ Φταρνίζεται από το πρωί (είναι κρυωμένος). 
417. Φ Έγραψα την αγκλαβή. ΝΕ Έγραψα το προικοσύμφωνο (του αρραβώνα, του γάμου). Ε/Π Εκ. λαβή = ό,τι έλαβε 
418. Φ Εκατούνιασέντα ούλτα. (ΜΕ) ΝΕ Τα έφαγε όλα. Ε/Π Εκατούνιασέντα: Τα έκαμεν όλα κατούνα (δέμα) και τα πήραν. 
419. Φ Βάλεμε ένα κουνί ρύζι. ΝΕ Βάλε μου λίγο ρύζι. 
420. Φ Εβά εννά σε βαελίζω; ΝΕ Εδώ θα σε νταντεύω. Ε/Π Βαελίζω, νταντεύω: περιποιούμαι μικρό παιδί ή ηλικιωμένο. Βαϊλίζω - φροντίζω - βάγιλος = υπηρέτης. Λατινικά: bajulus =αχθοφόρος. 
421. Φ Εκαμέντα αρνιές-κουρνιές. ΝΕ Τα ρήμαξεν όλα Ε/Π (μέρη αρνιών και κουρουνιών!) 
422. Φ Σαρτοπηάς σα το ππίταλτο. ΝΕ Σαλτάρει πάνω-κάτω άσκοπα Ε/Π Σαν αυτό που κάνει μεγάλα πηδήματα. 
423. Φ Ελάωσεν τ’ αντερόν του. (ΜΕ) ΝΕ Έφαγε και λάδωσε το έντερό του. Ε/Π Συνέπεια: να νοιώσει πιο δυνατός. 
424. Φ Ξέρεις τι πίσσας είναι; ΝΕ Ξέρεις τι τσιγκούνης είσαι; 
425. Φ Έβγκαλα το χτικιό. ΝΕ Χτίκιασα. Ε/Π Χτικιό, χτίκιασα: έγινε/είναι φυματικός (αρρώστια, που σε λείωνει, τηκτός). 
426. Φ Επόβγκαλές με πιό. ΝΕ Με σακάτεψες πιά, δεν αντέχω. 
427. Φ Ξεπετράϊζε τώρα βα. (ΜΕ) ΝΕ Άντε να βρεις άκρη. Ε/Π Δεν μπορείς ποτέ ένα χωράφι να το απαλλάξεις από όλες τις πέτρες, λέγεται επί ματαιοπονίας. 
428. Φ Σπρώξε μόνι-μμόνι. ΝΕ Σπρώξε λίγο. 
429. Φ Λέει άλλτα των αλλτών. ΝΕ Λέει άλλα αντί άλλων. 
430. Φ Και τόντι σε πεήντησα. ΝΕ Και πράγματι σε παραδέχτηκα. Ε/Π Και τόντι: και «τω όντι» = πραγματικά (αρχαία). 
431. Φ Ήβγκε μισοούρανα. Ν Ε Βγήκε πολύ ψηλά. 
432. Φ Χτυπούν οι φτένες του σα του λαού. ΝΕ Χτυπά η καρδιά μου σα του λαγού. Ε/Π Φτένη = η πλευρά, ή μέση, τα ισχία. 
433. Φ Γούλα που την έχει!! ΝΕ Λαιμαργία που έχει!! (τρώει πολύ). 
434. Φ Μπάζει που κιά που τη χχυρία. Ν Μπάζει από τη χαραμάδα, αέρα κρύο. Ε/Π Χχυρία - θυρίδα, χαραμάδα. 
435. Φ Χα πέρνα πουά. ΝΕ Άντε, φύγε από δώ. 
436. Φ Εβώ τα επόλαψα ούλτα φτα. ΝΕ Εγώ τα τράβηξα όλα. Ε/Π Ειρωνικά: τα απόλαυσα αντί τα υπέφερα 
437. Φ Κάτσε βα που ποσκιάζει. ΝΕ Κάτσε εδώ, που δε φυσάει. Ε/Π Κάτσε εδώ, που δεν έχει ήλιο, αλλά ήσκιο. 
438. Φ Κάμνεις σαν όξω που πάνω σου. ΝΕ Κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ε/Π Παριστάνεις τον ανήξερο, τον τρελό, σαν να λείπεις από τον εαυτό σου. 
439. Φ Βω φταίω που σε κουλαντρίζω. Ν Ε Εγώ φταίω που σε νταντεύω. Ε/Π Κουλαντρίζω: προσφέρω υπηρεσία, τούρκικα: kulandim. 
440. Φ Σκύψε πρε την αγκάθθα σου κάτω! (ΜΕ) ΝΕ Σκύψε τη μέση (τη σπονδυλική στήλη) σου να δουλέψεις. Ε/Π Χωρίς να λυγίσεις τη μέση σου, δουλειά δεν γίνεται. 
441. Φ Βα είσαι, πρε, για λείπεις. ΝΕ Εδώ είσαι ή λείπεις; (αφηρημένος) 
442. Φ Μάεψε τα στελκιά σου. ΝΕ Μάζεψε τα πόδια σου. 
443. Φ Εσυνόπαρε, κόμα κιά είσαι; ΝΕ Έφυγε, ακόμα εκεί είσαι; 
444. Φ Έκαμέμε το σκυλτοπανάηρο. ΝΕ Με κατσάδιασε. Ε/Π Σαν να πρόκειτο για πανηγύρι σκυλιών, πολλά γαυγίσματα, πολλές φωνές. 
445. Φ Εχτισαμέντο με πασπάρες. ΝΕ Το χτίσαμε με χωμάτενες πέτρες. 
446. Φ Έπεσε πάνω μου ούλτη η παππάρα. ΝΕ Έπεσε πάνω μου όλο το βάρος. Ε/Π Παππάρα: προσβολή, (τούρκικη λέξη). 
447. Φ Κάμε καμμιά ζούππα και βάψε το ζουμί. ΝΕ Κόψε μιά μπουκιά ψωμί,και βούτησέ το στο ζουμί. 
448. Φ Εποστάχχη το ζο. ΝΕ Το ζώο δεν μπορεί ν’ ανασάνει. 
449. Φ Τα λόγια σου επήαν αμόντου. ΝΕ Τζάμπα μιλάς. Ε/Π Τα λόγια σου χάνεις, τα λογια χάθηκαν στο κενό. 
450. Φ Έβαλα μερικές λοές. ΝΕ Έβαλα διάφορες ποικιλίες. Ε/Π Λοή: ποικιλία, σταφυλιών, μικρών φυτών ή μικρών δένδρων. 
451. Φ Χα, παραιτα, πρε. ΝΕ Άστα μωρέ, έλα παράτησέ τα. 
452. Φ Σουρτούκι επόμενες και βοττογυρίζεις. ΝΕ Έμεινες και γυρίζεις όλη την ώρα. Ε/Π Σουρτούκι: ιδιότροπο άτομο, τουρκικά: surtuc. Έγινες ιδιότροπος χαρακτήρας. βοττο+γυρίζεις = βόλτα+γυρίζω. 
453. Φ Κάχχεται καραωμένος. ΝΕ Κάθεται και αφουγκράζεται. Ε/Π Έτοιμος να εκραγή. Γεμάτος οργή. 
454. Φ Επόμεινα μόνια-μονάχη. ΝΕ Έμεινα ολομόναχη. 
455. Φ Βουάρα το χωρκιό. ΝΕ Ησυχία στο χωριό. 
456. Φ Και που δω, έβαλε λο. ΝΕ Και από δω έβγαλε λόγο (αναμίχθηκε). Ε/Π Είπε τον κακό του ή καλό του λόγο (λος = λόγος, ο μεγάλος λός) 
457. Φ Ακόπονο πιό, εβάϊσε κιά. ΝΕ Αμάν πιά επιμένει εκεί. Ε/Π Από χαρακτήρα επιμένει πεισματικά εκεί. Βαύζω = γαυγίζω. Απόκονο, ή ακόπονο = εμμονή. 
458. Φ Ετσά, έκοψε το κάφκαλτό του. ΝΕ Έτσι του κατέβηκε. 
459. Φ Ήβγκε σαλαμέττι. ΝΕ Βγήκε σώος. 
460. Φ Χωρείτε να ήτε πρε παιδκιά, γουλκειές. ΝΕ Κοιτάξτε να δείτε δουλειές, βρε παιδιά 
461. Φ Εφαέμας ούλτα τα μαξούλκια. ΝΕ Έφαγα όλα τα έσοδα, όλες τις σοδιές. 
462. Φ Μπρόαλε που τη σόκκα. ΝΕ Πρόβαλε από το στενό. 
463. Φ Μολολάησέ τα ούλτα μαζί. ΝΕ Βάλτα όλα μαζί σε τάξη. 
464. Φ Α πρε πεντοκούλουκο! (Βρισιά) Ε/Π Πεντοκούλουκο: πέντε φορές κουλούκι, μικρό σκυλί. 
465. Φ Χατέστε να παένουμε. ΝΕ Άντε να πηγαίνουμε. 
466. Φ Ξεσκάλτει το φαϊ σαν τη πούλντα. ΝΕ Ανακατώνει το φαγητό σαν την κότα, που σκαλίζει το χώμα. 
467. Φ Τσαρουχάς και πάεις. ΝΕ Σέρνεις τα πόδια σου και πας. 
468. Φ Έκατσε στο καρύ του. ΝΕ Κάθησε στο λαρύγγι του. 
469. Φ Στέρι-στεμές, εκλούφηξάτον. ΝΕ Με το ζόρι τον ακολούθησα. 
470. Φ Ετσιμπολόησε το βοτρύ. ΝΕ Τσίμπησε μερικές ρώγες από το τσαμπί. 
471. Φ Κάχχεται σα βρεμένη πούλντα. (ΜΕ) ΝΕ Όταν φταις για κάτι. Ε/Π Δεν δείχνεις ικανός να δείξεις τη δύναμη σου. 
472. Φ Τ’ αμπέλι χχέλει λολτό νοικοκύρη. ΝΕ Το αμπέλι θέλει τρελό νοικοκύρη Ε/Π Χχέλει - θέλει. Υπετβολή για καλλιέργεια. 
473. Φ Τα λόγια μου επήασι στο βρόντο. ΝΕ Τα λόγια μου πέσαν στο κενό. 
474. Φ Ήρτε ξεπέχχυμος. ΝΕ Ήρθε κεφάτος, χωρίς καμιά επιθυμία. 
475. Φ Εφτά ε φυρούν, άλλτα να χωρείς. ΝΕ Αυτά δεν τελειώνουν, άλλα να βλέπεις. 
476. Φ Νεροκαμένος εκάχχουσουν; ΝΕ Καιγόσουνα για λίγο νερό; Ε/Π Καθόσουν διψασμένος. 
477. Φ Εχασολόησε και πήε στανάθεμα. ΝΕ Τα έχασε και πάει από το κακό στο χειρότερο. 
478. Φ Εναούλγκιασα το φαϊ. ΝΕ Αναγούλιασα από το φαγητό. 
479. Φ Εσυκκηρντίστικα τωρά, μη πα να πείς. ΝΕ Αγανάκτησα τώρα, μη πας να πεις, πόσο! 
480. Φ Έβαλέντο αμέττι-μοχαμέττι. ΝΕ Το ΄βαλε σκοπό, επίμονο. 
481. Φ Έπιασε το λακκιρντί. ΝΕ Έπιασε το κους-κους. Ε/Π Λακκιρντί: κουβεντολόι, (τούρκικa: lacirdi). 
482. Φ Σα του λουβγκιάρη τα γακτήλκια. (Βρισιά) Ε/Π Γακτήλκια: δάκτυλα. Λούβα, αρχαία: Λωβή = λέπρα. 
483. Φ Ετάνισές τον, έμπλεξες. ΝΕ Τον άγγιξες, έμπλεξες. 
484. Φ Τι ακάουμε πιό; ανάγκη, βάρος. ΝΕ Τι να κάνουμε; βλέπεις η ανάγκη το επιτάσσει. 
485. Φ Εφάνην ο σταφυλτίτης του. ΝΕ Φάνηκε ο λάρυγγάς του, η σταφυλή του. 
486. Φ Έστεσε το κανταρμάντου. ΝΕ Έστεισε το κάλλος του. 
487. Φ Κλείσε, πρε, τη μακκέλτα! ΝΕ Κλείσε την πόρτα στο περιβόλι. 
488. Φ Ε΄ θα σε ποστομόσω σήμερο. ΝΕ Δεν μπορώ να σου κλείσω το στόμα σήμερα. 
489. Φ Πρε, που να πρηστής και νάβγκεις ττουλούμι (κουσί). (Βρισιά) 
490. Φ Συνομαέφτου πιό. ΝΕ Μαζέψου πιά. 
491. Φ Εξάναντο οι πούλντες. ΝΕ Τον φάγανε οι κότες. Ε/Π Τον έκαναν άνω κάτω. 
492. Φ Πρε ζο τ’ αλέτρου. (Βρισιά) Ε/Π Το βόδι, που σέρνει το αλέτρι. 
493. Φ Είναι μιά φάουσα. ΝΕ Είναι πάρα πολλοί, κακοί άνθρωποι. Ε/Π Φάουσα: ασθένεια που κατατρώει το σώμα (αρχαία: φαγέδαινα). 
494. Φ Μπονάτσα τ’ Αβούστου. (ΜΕ) ΝΕ Ο ήρεμος άνθρωπος. 
495. Φ Κάτσε να ψακωχχείς τον πόνο και τη φάουσα. (Βλαστήμια) 
496. Φ Εξήψαν τα μέσα μου. (ΜΕ) ΝΕ Καίνε τα σωθηκά μου. Ε/Π Υποφέρω από νερό. Έξηψα, εξάπτω = ανάβω. 
497. Φ Η γουλκειά επίττησε. ΝΕ Η δουλειά πέτυχε, τελείωσε. 
498. Φ Στελκιάρι που χχέλεις. ΝΕ Ξύλο που θέλεις!! 
499. Φ Κόψεμε μιά ολκιά τυρί. ΝΕ Κόψε μου λίγο τυρί. 
500. Φ Ήρτε γέρι-γερινέ. ΝΕ Ήρθε στα καλά καθούμενα και με το έτσι θέλω. 
501. Φ Το νερό είναι πούζι. ΝΕ Το νερό είναι παγωμένο. 
502. Φ Κουνιού πρε, κόμα κιά είσαι; ΝΕ Κουνήσου ρε, ακόμα εκεί είσαι; 
503. Φ Ε συγκαλαμίζεται φτος. ΝΕ Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, στα καλαμια του. 
504. Φ Εντιονήσαν τα φτιά μου. ΝΕ Σφυρίζουν τ’ αφτιά μου. Ε/Π Εντιονήσαν: αντιδονούν. 
505. Φ Επογρομάχησεν ο άχρωπος. ΝΕ Ίδρωσε ο άνθρωπος πάρα πολύ. 
506. Φ Έππεσε και μισερέφτη. ΝΕ Έπεσε και χτύπησε άσχημα. 
507. Φ Επήρες άξαμο; Ν Πήρες μέτρα; 
508. Φ Εμακκελτοκόπη, με τη ψέλτα. ΝΕ Κόπηκε με το μαχαίρι. 
509. Φ Κολοκύτια στον απαταρό. Ε/Π Πράγματα ανάξια λόγου. 
510. Φ Χάννια χαπίπουλτο, βα είσαι πρώτη. ΝΕ Πεθαίνεις για κουβέντα, κουτσομπολιό! 
511. Φ Έβαλε τη τσαγκριά, φιέστε που μπρός. ΝΕ Έβαλε μια φωνή, κάντε στην άκρη. 
512. Φ Πόψε είχαμε ποσπέρι. ΝΕ Απόψε ξενυχτήσαμε. 
513. Φ Κάτσε κάτω τα χαράκια. (Βρισιά) 
514. Φ Είσαι σαν τον ακούρκιο. ΝΕ Είσαι ακούρευτος (αναμαλλιασμένος). Ε/Π Ακούρκιος, ακούρευτος, αναμαλλιασμένος. 
515. Φ Κάχχεται σα τον αγκινόβατο. ΝΕ Κάθεται και ψάχνει αιτία, για να δημιουργήσει πρόβλημα. 
516. Φ Εκκουπάσαν τα μέσα μου. (ΜΕ) ΝΕ Ανακατώθηκαν τα σωθηκάμου. Ε/Π Συνήθως λέγεται στην έλλειψη φαγητού, πείνας. 
517. Φ Ελτίανεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Λιγόστεψε η καρδιά μου (εφοβήθηκα). Ε/Π Λέγεται σε περίπτωση φόβου, αγωνίας. 
518. Φ Εσηκώστηκε που τα νυχατά. ΝΕ Σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Νυχατά: αρχαία = έννυχα. 
519. Φ Ενέβηκαν τα ψωμιά; ΝΕ Ανέβηκαν τα ψωμιά; (είναι τα ψωμιά έτοιμα για τον φούρνο;) 
520. Φ Έπεσε και νεχαράσση. ΝΕ Έπεσε και αναμασάει (την τροφή, μηρυκάζει). 
521. Φ Επάενε με μιά στίμη! ΝΕ Πήγαινε φουλαριστός, έτρεχε πολύ γρήγορα. Ε/Π Στίμη: από το λατινικλο Stimulo = κεντρίζω. Stimulus = το κεντρί. 
522. Φ Ούλτα καλά καωμένα. ΝΕ Όλα καλά καμωμένα. 
523. Φ Εφκρίστηκέντον, μπρος - πίσω. ΝΕ Τον κοίταξε μπρος-πίσω. Ε/Π Τον ακροάστηκε μπρος-πίσω ο γιατρός. 
524. Φ Σφίξε τη ποκατενή. (ΜΕ) ΝΕ Κάνε οικονομία, για ν’ αντέξεις τις δυσκολίες. Ε/Π Όπως στηρίζει η αποκατενή το σαμάρι στα άλογα. 
525. Φ Πολτύ καταπαλίκι κάμνεις. ΝΕ Πολύ φασαρία κάνεις. 
526. Φ Κχιά, ξένη πούλτα. ΝΕ Έξω, ξένη κότα. 
527. Φ Λάμενε πρε βα. ΝΕ Περίμενε εδώ. 
528. Φ Αππανάς που ήταν νάβγκη. ΝΕ Ατημέλητος που ήτανε να βγει (βρόμικος στις δουλείες του). 
529. Φ Τρώε-τρώε εγίνη σαντό ττουσούνι. ΝΕ Απο το πολύ φαγητό πάχυνε. 
530. Φ Μη χαστιάζεις πρε! ΝΕ Μην αφαιρείσαι βρε! 
531. Φ Πηλοϊσου μωρή ε γκούεις; ΝΕ Απάντησε βρε, δεν ακούς; (απολογήσου). 
532. Φ Πιάσε πατός σου, α ξέρουμε τι κάμνουμε. ΝΕ Ανάλαβε ο ίδιος, για να έχουμε αποτέλεσμα. 
533. Φ Η γουλκειά εμπατάλεψε. ΝΕ Η δουλειά χάλασε. 
534. Φ Εστάχχει σα τον γράμπαπα. ΝΕ Στάθηκε σαν άγαλμα. Ε/Π Γράμπαπα: grande papa 
535. Φ Εβά έχει βραστασκιά. ΝΕ Εδώ έχει ζέστη. 
536. Φ Εποσκέφτηκα κομμάτι. ΝΕ Βολεύτηκα κάπου, προστατεύτηκα κάπου. 
537. Φ Ούλτο βερεσίδκια. ΝΕ Όλο βερεσέ, πάντα με πίστωση. 
538. Φ Τωρά σ’ έπιασε το συκλέττι. ΝΕ Τώρα σ’ έπιασε το ζόρι; η ανάγκη; 
539. Φ Ο καιρός εμπονοφάλκιασε. ΝΕ Ο καιρός συννέφιασε. 
540. Φ Φτος γα είναι πήουλος. ΝΕ Αυτός είναι ύπουλος. Ε/Π Πήουλος: ύπουλος, επίβουλος = σκέπτεται πάντα το κακό. 
541. Φ Ούλτα για λτόου του. ΝΕ Όλα για τον εαυτό του. 
542. Φ Ετσά κόττου-πλώρου. ΝΕ Έτσι στα καλά καθούμενα. 
543. Φ Εμπυαλτόχχηκε η αελκιά. ΝΕ Απέβαλε η αγγελάδα. 
544. Φ Ακκοπέττι, α νεφάνει χχέλει. ΝΕ Που θα πάει θα φανεί, θάρθει η ώρα κάποτε. 
545. Φ Εκουλτουργκιάστηκε μάνι-μάνι. ΝΕ Ξάπλωσε γρήγορα - γρήγορα. Ε/Π Κουλουριάζω = γίνομαι κουλούρι για να κοιμηθώ. 
546. Φ Ένα καφίζι σκάδκια. ΝΕ Ένας κουβάς ξερά σύκα. Ε/Π Καφίζι, τούρκικο μέτρο χωρητικότητας. 
547. Φ Κουρέτο που ππέφτει!! ΝΕ Το κους-κους (κουβεντολόι) πάει σύννεφο. 
548. Φ Επήα στο ργκιολόησμα πορνό-πορνό. ΝΕ Πήγα στο κορφολόγισμα (ή αραιολόγισμα) πρωί-πρωί. 
549. Φ Κουκουλτώσου, γιατί έχει κρυάβα όξω. ΝΕ Σκεπάσου καλά, γιατί κάνει κρύο. 
550. Φ Ένας κουτουμανάς μέχρι κιά πάνω, ΝΕ Ένας ματράχαλος, μέχρι κει πάνω. 
551. Φ Α, πρε, λύχνο τριφύτηλτε. (Βρισιά) 
552. Φ Έψε τη καλαφούνα. ΝΕ Άναψε τη φωτιά. 
553. Φ Αούμε που βόσκει! (ΜΕ) ΝΕ Να δούμε, πού γυρίζει. 
554. Φ Χοχλάζει η ρότσα. (ΜΕ) ΝΕ Η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο. 
555. Φ Εστέκνωσεν ο στόμας μου. ΝΕ Στέγνωσε το στόμα μου. 
556. Φ Τ’ Αη-Γιαννιού η κολυμπήθρα. ΝΕ Αυτός που τάχει τετρακόσια. Ε/Π Τοπική έκφραση αλαζονείας των χωριανών μας. 
557. Φ Επετάχτηκε μιά φιάκλα. ΝΕ Πετάχτηκε ένα μεγάλο φίδι. 
558. Φ Έπιασε μας τριμυστήριση. ΝΕ Μας έπιασε τρεμούλα και φόβος. 
559. Φ Εστράγγιξεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Στράγγιξε η καρδιάμου. 
560. Φ Είσαι ένας κεβερσελές, που ε λέεται. ΝΕ Είσαι μιά πληγή, που δεν λέγεται. 
561. Φ Ανορεξιά έχει, ε τον χωρείς; ΝΕ Δεν έχει όρεξη, δεν το βλέπεις; 
562. Φ Γιαβάχης άχρωπος. ΝΕ Ήρεμος άνθρωπος. 
563. Φ Έσπρισε που τον φο του. ΝΕ Χλώμιασε απο τον φόβο του. 
564. Φ Εκαμέντα φλούκο! ΝΕ Τα έφαγε όλα. 
565. Φ Κάχχε λτίο και λτιάκι, κρι-κρι. ΝΕ Κάθε λίγο και λιγάκι γκρινιάζει. 
566. Φ Λαφροπαλάτζα που είναι! ΝΕ Είναι πολύ αγαθός. 
567. Φ Εμαχίστηκα πιό να τα λέω. ΝΕ Βαρέθηκα πιά να τα λέω. 
568. Φ Μοναχοφάς είσαι. ΝΕ Τα θέλεις όλα για σένα. 
569. Φ Νοάς, πρε, για ενεννοάς; ΝΕ Καταλαβαίνεις βρε ή όχι; 
570. Φ Μη με ρίζεσαι, καίχω και βω τάικά μου. ΝΕ Μη με συνορίζεσαι, έχω κι’ εγώ τα δικά μου προβλήματα. 
571. Φ Έκαμα τη φέσταντου να με θυμάται. ΝΕ Έκανα την ποινή του, να με θυμάται. 
572. Φ Εφτό είν’αγκίνιο. ΝΕ Αυτό είναι καινούργιο. 
573. Φ Εκουσούμαρα τα κοφίνια. ΝΕ Δοκίμασα (δούλεψα) τα κοφίνια, τα χρησιμοποίησα. 
574. Φ Εκόλτησεν η βελόνα. (ΜΕ) ΝΕ Λέει τα ίδια και τα ίδια. Ε/Π Όπως, όταν πάθει βλάβη η βελόνα του φωνογράφου. 
575. Φ Με φτα εννά ποσοστής; ΝΕ Μ’ αυτά θα σωθείς; 
576. Φ Τταμαχιάρης που είναι. ΝΕ Πέφτει με τα μούτρα στη δουλεία. 
577. Φ Πιά μωρή, φτοά του κουχιό; (Βρισιά) 
578. Φ Επίνταρε κιά, άτε να ξεκολτήσει. ΝΕ Πιστεύει αυτά και δεν του αλλάζεις γνώμη. 
579. Φ Λείπει που τα ρούχα του. (ΜΕ) ΝΕ Είναι έξω από τα ρούχα του (δεν προσέχει, δεν σκέπτεται καθόλου). 
580. Φ Σφογγίστου καλά! ΝΕ Σκουπίσου καλά. 
581. Φ Μπακοτίλκιας είναι πρε. ΝΕ Αδιαφόρετος είσαι, ρε! 
582. Φ Ήβρες τι στράτα, κήρτες πιό; ΝΕ Βρήκες το δρόμο κι’ ήρθες πια; Ε/Π Το καταδέχτηκες να έρθεις πια; (ειρωνεία). 
583. Φ Έφαε το βασταό. ΝΕ Χάλασε τα σύνορα του χωραφιού. 
584. Φ Τσάππωσε πρε, ναούμε σήμερο. ΝΕ Σπρώξε να δούμε. 
585. Φ Αστριόλους έχεις που κάτω; (Βρισιά) 
586. Φ Α πρε κνιάρη!! ΝΕ Α βρε τεμπέλη (οκνηρέ)!! 
587. Φ Μάεψε τα καταπαλίκια. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. 
588. Φ Μιά φλέτσα μπακκαλκιέρο. ΝΕ Ένα κομμάτι βακαλάο. 
589. Φ Ήβγκε κουσί. ΝΕ Πρήστηκε ολόκληρος. 
590. Φ Ε κάμνει στέμμα. ΝΕ Δεν σταματά πουθενά. 
591. Φ Επιασέ με στελτίτης (ποδάγρα). ΝΕ Πιάστηκα από την ορθοστασία. 
592. Φ Πάει κιά που είν’ το ζαράρι. ΝΕ Πάει εκεί που κάνουν ζημιά. 
593. Φ Έβγκαλε το τσάρουγκα, να φωνάζει. ΝΕ Έβγαλε τα λαρύγγι του να φωνάζει. 
594. Φ Τοσογά ναγκατό!! ΝΕ Τόσο αγκομαχητό!! 
595. Φ Χώρκιε κει ο λείπης. ΝΕ Βλέπε κει, αχαϊρευτε! Ε/Π Βλέπε εκεί αυτόν, που λείπει από τα ρούχα του. 
596. Φ Παλταρός, πρε, είσαι; ΝΕ Δεν πιάνουν τα χέρια σου, βρε; (είσαι παλαβός!) 
597. Φ Είναι φτη μιά σκιάστρα. ΝΕ Ξέρει και μπαλώνει τις καταστάσεις. 
598. Φ Φάωμα που είσαι!! (ΜΕ) ΝΕ Σαν το σαράκι, που τρώει το ξύλο. 
599. Φ Βρομεί που την απλησκιά. ΝΕ Δεν πλένεται και βρομάει. 
600. Φ Που φτό το τταράφι, τι λαμένεις. ΝΕ Απ’ αυτό το σόϊ τι περιμένεις. 
601. Φ Εβυζάκωσε πάνω μου, σα βντέλντα. ΝΕ Κόλλησε πάνω μου, σα βδέλλα 
602. Φ Εκκίτταρε το σίερο. ΝΕ Έπεσε το σίδερο που στήσαμε για το λαγό. Ε/Π Κιτ = ο θόρυβος της παγήδας. 
603. Φ Νου κιανού, τζάπα μιλώ. ΝΕ Έτσι κι’ αλλοιώς άδικα μιλώ. 
604. Φ Επήρεν ένα τεσσάρι κι’αν τον γείς. ΝΕ Πήρε δρόμο κι’ εξαφανίστηκε (όπως τρέχει το ζώο). 
605. Φ Πως με κακκίρντισε, φτιά η γουλκειά. ΝΕ Πως μου τη γλύτωσε αυτή η δουλειά. 
606. Φ Κασαβέττι πούχει! ΝΕ Ανυπόμονος είσαι. Έχεις θλίψη. Ε/Π Κασαβέττι, τούρκικα kasavet = θλίψη 
607. Φ Ναγκάζει που κάτω. (ΜΕ) ΝΕ Βαρυγκομάει από το βάρος, δυσφορεί. Ε/Π Όπως το γαϊδούρι από το πολύ βάρος. 
608. Φ Ο καπνός είναι κοντραπάντικος. ΝΕ Ο καπνός είναι απαγορευμένος. 
609. Φ Στενοκοπιά είναι βα. ΝΕ Εδώ είναι στενά. 
610. Φ Ο γιακκάς είναι ξετραχειλισμένος. ΝΕ Ξεχείλωσε ο γιακάς. 
611. Φ Εκαμέσε μπουλουστρίνα; ΝΕ Σου έδωσε λεφτά την Πρωτοχρονιά; 
612. Φ Εκαταρικώχχηκε το κουλούκι. ΝΕ Συναχώθηκε ο μικρός. Ε/Π Καταροϊκό = συνάχι. 
613. Φ Έπιάστηκε το πουάζι μου. ΝΕ Κρυώσανε τα λαιμά μου. 
614. Φ Νακόλομα που είσαι! ΝΕ Ρεζίλι που είσαι. 
615. Φ Ε σαϊτίζει κανένα. ΝΕ Δεν υπολογίζει κανέναν. 
616. Φ Ήβγκε κάβνταλο. ΝΕ Βγήκε κάρβουνο. 
617. Φ Εκέντησα τον φούρνο. ΝΕ Άναψα τον φούρνο. 
618. Φ Ε χχωρείς τη κόξα του; (το παράστημά του;) ΝΕ Δεν βλέπεις τα μούτρα σου. Ε/Π Κόξα, λατινικά: coxa = η οσφύς, ο μηρός. 
619. Φ Εφτός περνιέται στα νάτσια του. ΝΕ Αυτός στηρίζεται σε πλάτες άλλων. 
620. Φ Κλείσε πρε τη γράππα. ΝΕ Κλείσε την καταπακτή. 
621. Φ Επάντηξά τον και χώρκιεν αλλτού. ΝΕ Τον συνάντησα και κοίταζε αλλού. 
622. Φ Γιατί σφογκελντάς πρε; ΝΕ Γιατί μουτζώνεις βρε; γιατί δείχνεις ανοικτή παλάμη; Ε/Π Σφάκελος = ο μέσος δακτυλος του χεριού. Φάσκελος = απρεπής χεορονομία. 
623. Φ Εμετάγεσα τις αελκίες. ΝΕ Έδεσα πιο πέρα τις αγελάδες. 
624. Φ Επατησέντον πάνω στο κάλτο. (ΜΕ) ΝΕ Βρήκε το τρωτό του σημείο, που πονάει. 
625. Φ Που να μαϊσει η κοιλκιά της μάνας σου. (Βρισιά) 
626. Φ Εννά (θε να) με κόψει το κρέτιτο μαχές (μαθές). ΝΕ Μήπως θα μου κόψει τον μισθό; την εμπιστοσύνη; 
627. Φ Λαχχένει καμμιά βολά. ΝΕ Συμβαίνει καμμιά φορά. 
628. Φ Ήρταμε καΐμι. ΝΕ Ήρθαμε πάτσι. 
629. Φ Βάλεμε ένα χερόλοο ρύζι. Ν Βάλε μου λίγο ρύζι. Ε/Π Χερόλοο: όσο χωράει η φούχτα. 
630. Φ Και πάλε ρο. ΝΕ Και πάλι τα ίδια. 
631. Φ Ήρτε λαφαντάρης. Ν Ε Ήρθε λαχανιασμένος. Ε/Π Αρχαία: λαφύσσο = εξαντλούμε. 
632. Φ Εκατέβασε τα μόσκλα. (ΜΕ) ΝΕ Κατέβασε τα μούτρα (θύμωσε). 
633. Φ Είμαι ζουμί τους ύγρους. ΝΕ Έγινε μούσκεμα από τον ιδρώτα. 
634. Φ Ολίστον πουννά τη πάρει. ΝΕ Αλλοίμονο σ’ αυτόν που θα την πάρει. 
635. Φ Ζόρι-ζορινά, Χριστός Ανέστη. (ΜΕ) ΝΕ Πρέπει οπωσδήποτε να γίνει κάτι. 
636. Φ Ό,τι καχχίζει του αλόου η νουρά καχχίζει και συ. (Μ.Ε.) ΝΕ Αυτός που δεν κάθεται ποτέ ήσυχος. Ε/Π Είναι σαν την αεικίνητη ουρά του ζώου. 
637. Φ Παρά τρίχα κκέλης. ΝΕ Παρά τρίχα φαλακρός. 
638. Φ Εχχελέντα, καίπαχχέντα. ΝΕ Τάθελε και τάπαθε. 
639. Φ Μαϊναρε κομμάτι. ΝΕ Πάτα λίγο φρένο, χαλάρωσε τα πανιά! 
640. Φ Φτος και γάδαρο σκα. ΝΕ Αυτός σκάει και τον γάϊδαρο. Ε/Π Γάϊδαρος, το υπομενετικό ζώο! 
641. Φ Έχασε τα πασκάλκια του. ΝΕ Έχασε τ’ αβγά και (με) τα καλάθια. Ε/Π Πασκάλκια, πασχάλια, τα ημερολόγια. 
642. Φ Έφαε τον άμπακα. ΝΕ Έφαγε πολύ. Ε/Π Αμπακα, άβακας = το τραπέζι με φαγητό. 
643. Φ Το νερό είναι γλυφό. (Γεύση) 
644. Φ Για να σηκωστεί, χχέλει βίντζι. ΝΕ Για να σηκωθεί πρέπει να τον τραβάς. Ε/Π Να βοηθήσει ο γερανός. 
645. Φ Ενέχουμε τράτος, συκλετιάζου. ΝΕ Δεν έχουμε περιθώριο, βιάσου. 
646. Φ Τι λέει μέσα ο τεσκερές; ΝΕ Τι λένε τα δευτέρια; 
647. Φ Επιττάκωσέντο καίκαμέντο λκιώμα. ΝΕ Το πίεσε πολύ και το έλειωσε. 
648. Φ Εκάτσιαρα το φλετρό. ΝΕ Βάθυνα το πηγάδι. 
649. Φ Τεργκιακκιλήκι που έχει! ΝΕ Είναι πολύ εθισμένος. 
650. Φ Α μωρή ρηχομαρκιά. ΝΕ Α μωρή αγαθή. Ε/Π Μαρία, κουτή Μαρία, ρηχή = χωρίς βάθος. 
651. Φ Φέρε πουκιά τη βούργκια. ΝΕ Φέρε μου το ταγάρι, από εκεί. 
652. Φ Έκατσε σα στρόππος στο στομάχι μου. ΝΕ Βαρυστομάχιασα από το φαί. 
653. Φ Α σε κάμω ένα μπανίνο να φάεις; ΝΕ Θέλεις ένα σαντουίτς; Ε/Π Ιταλικά: μπανίνο, αγγλικά: σαντουίτς, ελληνικά: αμφίψωμο, νεολογισμός. 
654. Φ Εχει που σκιαμπότε που τα λέω. ΝΕ Πόσο καιρό έχει που τα λέω; 
655. Φ Χάννια μάχλα!! (ΜΕ) ΝΕ Μόνο στο φαϊ είσαι καλός. Ε/Π Στα άλλα όλα υστερείς. 
656. Φ Ε κακόμε! μυρμιόγκηχτος που είσαι. ΝΕ Μυγιάγκιχτος, πολύ ευαίσθητος που είσαι. 
657. Φ Εχόλκιασα με φτιγά τη γουλκειά. ΝΕ Λυπήθηκα γι’ αυτή την κατάσταση. 
658. Φ Μη τα κάμνεις φφούρου-φφούρου. ΝΕ Μην τα κάνεις, όπως-όπως. 
659. Φ Ε χχωρείς τα κουμέντια του. ΝΕ Δεν βλέπεις τα κουμάντα του; (τις προκοπές του;). 
660. Φ Εττίρντισε την εικόνα. ΝΕ Έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό της εικόνας. 
661. Φ Έπεσε σέκος. ΝΕ Έπεσε ξερός. 
662. Φ Πού επήες και χχιόλεψες πάλε; ΝΕ Που έψαχνες πάλι; 
663. Φ Εκαμέντα σάτρα-πάτρα. ΝΕ Τάκανε αχταρμά, τα μπέρδεψε. 
664. Φ Ετακκίμιασε μαζί του. ΝΕ Έγινε ένα μαζί του. 
665. Φ Έκαμε τον ψόφιο κορκιό. ΝΕ Έκανε πως δεν άκουσε. 
666. Φ Ε ρατίζει τίποτα. ΝΕ Δεν υπολογίζει τίποτε. 
667. Φ Κοντοκόφτει βα, γύρου-γύρου. ΝΕ Κόβει βόλτες εδώ κοντά. 
668. Φ Ξάννα καλά και νάρτει ο κάος, που τον αλαφάντη. Ε/Π Κάος = Κάιν (φοβέρα για τα μικρά παιδιά). 
669. Φ Βούρκιο κεφάλι Ε/Π Κεφάλι κενό, άδειο, ελαφρύ. Ο άνθρωπος που δεν μπορεί/δεν ξέρει να σκεφτεί. Βουργιο αυγό, άχρηστο, επωασμένο, κλούβιο. 
670. Φ Λουκκούμιν ήρτε η γουλκειά. ΝΕ Η δουλειά ήρθε, όπως θέλαμε. 
671. Φ Έκαμε μπλούππου. ΝΕ Έπεσε στο νερό ή έπεσε για ύπνο. Ε/Π Λέξη από τον ήχο του νερού. 
672. Φ Ξέρεις τι κρυφοκούσπα είναι; ΝΕ Ξέρεις τι σιγανοπαπαδιά είναι; 
673. Φ Ήρτε φάτσα-κάρτα. ΝΕ Ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο. 
674. Φ Εζουργκιασέντον στη γωνιά. ΝΕ Τον στρίμωξε στη γωνιά. 
675. Φ Σόττα κι’είπε το ναι, ήρταν τα πάνω-κάτω. ΝΕ Μιάς και δέχτηκε, ήρθαν ανάποδα. 
676. Φ Έχει βα μερικά πετσοκόλκια. ΝΕ Έχει εδώ μερικά κομμάτια ψωμί, ξερό! 
677. Φ Που δω παν κι’ άλλτοι. (ΜΕ) ΝΕ Δεν με νοιάζει πια τίποτα. Ε/Π Αυτός είναι κοινός τόπος, δεν υπάρχει τίποτα νέο. 
678. Φ Τι τουζένια είναι φτα; Ν Ε Τι πράγματα είναι αυτά; 
679. Φ Χχιανέτης άχρωπος. Ν Αφιλότιμος άνθρωπος. 
680. Φ Που πάεις πρε ολόγιοτος; ΝΕ Που πας, βρε, έτσι λερωμένος που είσαι; 
681. Φ Ήρταν τα χαπάργκια. ΝΕ Μάθατε τα νέα. 
682. Φ Ξέρεις τι μαμμούι είσαι; ΝΕ Ξέρεις πόσο μισμίζης είσαι; 
683. Φ Ήρτε με μίαν αραχύμια (αραθυμιά). ΝΕ Ήρθε με μιά φόρα. 
684. Φ Εσένα όξω η νουρά σου. ΝΕ Εσύ έχεις την ουρά σου απ’ έξω. 
685. Φ Επορέφτηκα, που τη γειτόνισα. ΝΕ Βολεύτηκα από τη γειτόνισα. 
686. Φ Ήβγκεν άλλτο φασούλτι. (ΜΕ) ΝΕ Ήρθε ξαφνικά κάτι άλλο, προβληματικό. 
687. Φ Άλλτος έχανε, κι’άλλτος εκατάπιε. ΝΕ Άλλος άνοιξε το στόμα του κ’ άλλος κατάπιε. 
688. Φ Ούλτα φτα είν’ ανήπλυτα. ΝΕ Όλα αυτά είναι άπλυτα. 
689. Φ Εσήκωσε μπαϊράκι. ΝΕ Σήκωσε σημαία, επαναστάτησε! 
690. Φ Το φαϊ ξίφτει. ΝΕ Το φαγητό καίει. 
691. Φ Ήβραμεν ένα μπλέμα, άστα να παει. ΝΕ Βρήκαμε τον μπελά μας, μην το συζητάς, (ένα μπλέξιμο). 
692. Φ Επιάστην η αγκάθθα μου. (ΜΕ) ΝΕ Πιάστηκε η μέση μου, από τον κόπο, την κούραση. 
693. Φ Σόσοντας, τι χαπάρκια; ΝΕ Τελικά τι έγινε; 
694. Φ Ετρύπησεν η καραματάρια και χχέλει κόλτημα. ΝΕ Τρύπησε η σαμπρέλα και θέλει κόλλημα. Ε/Π Καμαρατάρια: κάμαρα αέρια = αεροθάλαμος. 
695. Φ Το πιάτο είναι κούμουλτο. ΝΕ Το πιάτο είναι γεμάτο. 
696. Φ Επέρασε λαφαντάρης ΝΕ Πέρασε τρέχοντας, λαχανιάζοντας 
697. Φ Κάμνει γιάγκλες-γιάγκλες. ΝΕ Κάνει ζικ-ζακ. 
698. Φ Ρίξε κομμάτι βαρεκίνα. ΝΕ Ρίξε λίγη χλωρίνη. 
699. Φ Όξω κάμνει όφρες. ΝΕ Έξω κάνει αφόρητη ζέστη. 
700. Φ Ενέσυρα που το φλετρό κομμάτι νερό. ΝΕ Έβγαλα από το πηγάδι νερό. 
701. Φ Τα φυτά εξετσιννήσαν. ΝΕ Τα φυτά φυτρώσανε. Ε/Π Άρχισαν να βγάζουν βλαστούς, μάτια. 
702. Φ Άϊστο κομμάτι, να ποχλιάνει. Ν Ε Άστο λιγάκι να κρυώσει. Ε/Π Να γίνει πιο χλιαρό. 
703. Φ Εταραχίστηκα τωρά, μη πα να πείς. ΝΕ Αγανάκτησα τώρα πάρα πολύ, τόσο που δεν λέγεται. 
704. Φ Α πάω να ποσύρω, γιατί έχω απόσυρτα. ΝΕ Πάω να σκουπίσω. Ε/Π Αρχαία: σαίρω = σκουπίζω. 
705. Φ Έριξε ππούσι τις αβγκιές. ΝΕ Έριξε δροσιά την αυγή. Ε/Π Πάχνη μαζί με ομίχλη. Πούσι, τούρκικα pus = ομίχλη. 
706. Φ Εσηκώστηκε που τη μαύρη νύχτα. (ΜΕ) ΝΕ Σηκώθηκε από τα χαράματα. Ε/Π Δείχνει τον χαρακτήρα τον ανήσυχο και τον εργατικό. 
707. Φ Σαλαουνεί πρε, για όχι; ΝΕ Κουνιέτε βρε ή όχι; 
708. Φ Εγίμωσεν ο πλοκός μέχρι πάνω. ΝΕ Γέμισε ο αχυρώνας με άχυρο. 
709. Φ Ήβγκεν η κυρά-Λεσένη. ΝΕ Βγήκε το ουράνιο τόξο. 
710. Φ Κάμε τον κάο να ρίξουμε. (Παιχνίδι) ΝΕ Κάνε τη γραμμή του παιχνιδιού. 
711. Φ Εταφκιασέντον που το ξύλο. ΝΕ Τον έδωσε πολύ ξύλο, μέχρι θανάτου. 
712. Φ Εσάβντισέντη που τη τρίχα. ΝΕ Παρά τρίχα τη γλύτωσε. 
713. Φ Πέντα βόδκια, τρία ζευγκάρια. (ΜΕ, Βρισιά) Ε/Π Για τους ανόητους που δεν έχουν δύναμη να συλλογιστούν. 
714. Φ Ερακούνησέντα μάνι-μάνι. ΝΕ Τα έφαγε μάνι-μάνι. 
715. Φ Τάξει καί ξερεντα ούλτα. ΝΕ Λες και τα ήξερε όλα. 
716. Φ Μη τον φιαρέβγκεσαι και πολτύ. ΝΕ Μην τον εμπιστεύεσαι και πολύ. 
717. Φ Έχει ένα λατό! Ν Ε Έχει ένα χαβάσι, έχει όρεξη. Ε/Π Μεγάλη εσωτερική επιθυμία. 
718. Φ Μη λικοτίζεις τον άχρωπο. Ν Ε Μη χασομεράς τον άνθρωπο, μην τον καθυστερής. 
719. Φ Επόβγκιε πιό, εν έχει κουράγιο. ΝΕ Κουράστηκε πια, δεν μπορεί άλλο. 
720. Φ Εχρώπεψε πιό, έπηξε το μυαλό του. (ΜΕ) ΝΕ Έγινε άνθρωπος πια, έβαλε μυαλό, ωρίμασε. 
721. Φ Έχειτον κιά και πουργκιέβγκει. ΝΕ Τον έχει και κάνει λάσπη (διορθώνει κάτι συνέχεια). Ε/Π Τον έχει βοηθώ, υπουργό. 
722. Φ Πόμπαρε κιά τη γαζιέρα. ΝΕ Τρόμπαρε τη γαζιέρα. Ε/Π Γαζιέρα = θερμαντικό μηχάνημα, γαλλικά: gaziere. 
723. Φ Φτο πρε είναι χάλαβρο. ΝΕ Αυτό βρε είναι έτοιμο να πέσει. 
724. Φ Που να σε φάει η λούβα και να σε χχερίσει. (Βλαστημιά) Ε/Π Να σε φάει η λέπρα και να σε θερίσει. 
725. Φ Εφαέντον η μαραμάγκα. ΝΕ Τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι. Ε/Π Μαραμάγκα: το δηλητηριώδες ψάρι. 
726. Φ Μωρή βοάκλα, ανατολίτικη. (Βρισιά) Ε/Π Ανθρωπος σκέτο βόδι. 
727. Φ Χολέρα Αλεξαντριανή. (Βρισιά) 
728. Φ Το ψωμί είναι πρωτινό. ΝΕ Το ψωμί είναι χθεσινό, παλιό, ημερών, μπαγιάτικο. 
729. Φ Αγροίκητο παιί καλέ, εν κούει. ΝΕ Δεν ακούει καλέ αυτό το παιδί. 
730. Φ Έβγκαλε την πέμπελη. ΝΕ Έβγαλε την ιλαρά. 
731. Φ Το χωργκιόν εμαέφτει πιττούνικο. ΝΕ Μαζεύτηκε όλο το χωριό. 
732. Φ Εφάαμεν έναν τράκκο του καλού καιρού. ΝΕ Φάγαμε έναν κόπο, άστα και να πάει. 
733. Φ Χοραττώντας και κολτώντας. ΝΕ Του τα λες με χαμόγελο, για να πειστεί. 
734. Φ Εννά μας έβγκει ξινό. Ν Ε Θα μας βγει ξινό, θα μετανιώσουμε. 
735. Φ Ποιός πρε; φτος γα ο ρεμπεσκές; ΝΕ Ποιός βρε, αυτός ο αλήτης; 
736. Φ Η θάλασσα εν έχει παλτηκαρκιές. ΝΕ Η θάλασσα δεν καταλαβαίνει από παλληκάρια (παλληκαριές). 
737. Φ Ε κακόμε, εφλομοσέσμε πιό. ΝΕ Αμάν καϋμένε με κούρασες πια. 
738. Φ Καλό μου στελκιάρη! ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
739. Φ Μη το πιάνεις, γκάι. ΝΕ Μη το πιάνεις, καίει. Ε/Π Θα καείς, για μικρά παιδιά. 
740. Φ Έλα ξεπουγκίζου τώρα. ΝΕ Έλα βγάλε κανένα φράγκο, από την τσέπη ή φύγε απ΄ έδώ. 
741. Φ Επόμενες πιό και ποτσιγκρώνεις. ΝΕ Έγινες πιά μη μου άπτου. Ε/Π Αντιδράς με μορφασμό. 
742. Φ Βάρτα με στην εμπούστα. ΝΕ Βάλτα μέσα στο δοχείο. 
743. Φ Βάλε μια σταλκιά νερό, γιατί έσκασα. ΝΕ Βάλε μου λίγο νερό. 
744. Φ Ετσά ελλέαν οι πρωτινοί. ΝΕ Έτσι λέγαν οι παλιοί άνθρωποι. 
745. Φ Καλοππέσικο παιί. ΝΕ Το παιδί που κάνει με όλους. 
746. Φ Έκαμε τον νούντου καιφτός ΝΕ Έκανε κι’ αυτός τα μυαλά του (τα σχεδιά του). Ε/Π Πήγε με τις απόψεις του. 
747. Φ Χχαρώ και χχέλητα ο κώλος του. ΝΕ Νομίζω και τα θέλει, γαργαλεύεται για κάτι. 
748. Φ Μη κατσοκαμμάς πιό, επαράκαμέστο. ΝΕ Μη μισοκλείνεις τα μάτια σου, φτάνει πια. Ε/Π Έχεις υπερβεί τα όρια. Κατα + μύω = καμμώ = κλείνω τα μάτια. 
749. Φ Δκιάβασε κιά να ξεστραβωχχείς. ΝΕ Διάβασε εκεί να μορφωθείς. Ε/Π Να ανοίξουν τα μάτια σου. 
750. Φ Εν εμπλέπεις, πρε, το φως; (Μ.Ε.) ΝΕ Δεν βλέπεις τον σωστό δρόμο; 
751. Φ Εχχάκηκεν ο ίσκιος δρόμος; (Μ.Ε.) ΝΕ Χάθηκε ο ίσιος δρόμος; Ε/Π Ούτε ανηφόρα ούτε κατηφόρα. Η μέση οδός. 
752. Φ Γέτο καλά, μην έχει μέσα γλίνες. ΝΕ Δες το νερό, μην έχει μέσα γλίτσα. Ε/Π Γλίνα = γλίτσα = λάσπη λιπαρής ουσίας 
753. Φ Πάνε κόψε φτηγά τη μαλτούππα, να λαφρύνει το καφκαλτό σου. ΝΕ Πήγαινε κόψε τα μαλλιά σου, να ελαφρώσει το κεφάλι σου. 
754. Φ Εκύζίτησεν ο λαός πάνω στο σίερο. ΝΕ Έσκασε ο λαγός πάνω στο σίδερο. 
755. Φ Απάεις με το λκιόγερμα. ΝΕ Να πας με το ηλιοβασίλεμα, όταν βασιλεύει ο ήλιος. 
756. Φ Αν έπιασε τη λίμα, αούμε πότε ννάρτει. ΝΕ Άν έπιασε την κουβέντα, να δούμε πότε θα φανεί. 
757. Φ Ήμπεμε μιά αγκία, καίξηψα. ΝΕ Μου μπήκε μια ακίδα και πόνεσα. 
758. Φ Φέτι έχει ανεργιά (ανομβρία). ΝΕ Φέτος δεν έβρεξε πολύ. 
759. Φ Βάρντα, α σειστείς. ΝΕ Μη τυχόν και κουνηθείς! Ε/Π Για τον αναποφάσιστο ή τον οκνηρό. 
760. Φ Έλα καίχουσσε κουλτούρκια. (ΜΕ) ΝΕ Έλα και σε περιμένουν. Ε/Π Να σε καλοδεχτούν (ειρωνικά). 
761. Φ Το περίπεσμα έχειτο μπρός-εμπρός. ΝΕ Συνέχεια κοροϊδεύει. Ε/Π Αυτή την νοοτροποία έχει. 
762. Φ Επήα και μάεψα τα ποκήππια. ΝΕ Πήγα και μάζεψα, ότι έμεινε στον κήπο. 
763. Φ Ε ποκοττώ να της τα πω. ΝΕ Δεν τολμώ να του τα πω. 
764. Φ Έσφαξα τη λούγκρα. ΝΕ Έσφαξα τον χοίρο. Ε/Π Λούγκρα: θηλικός χοίρος. 
765. Φ Εξεφτένιασε που τη πολτυκαιρία. ΝΕ Έχασε την αξία του γιατί πέρασε πολύς καιρός. Φτηνό, φτενός, φτήνια. 
766. Φ Πουλάσε και γοράζησε μέχρι α πεις κίμινο. ΝΕ Σε πουλάει και σ’ αγοράζει στο πι και φι. Ε/Π Σε ξεγελά. 
767. Φ Εφφύλκιασάτο, αλλτά βαστά μμόνι-μμόνι. ΝΕ Το ένωσα, αλλά κρατάει ίσα-ίσα. 
768. Φ Τα φτιά του γλαρίνο. ΝΕ Τ’ αυτιά του είναι ορθάνοιχτα. 
769. Φ Α στημέρνεις τα φράγκα σου. ΝΕ Να υπολογίζεις τα λεφτά σου. 
770. Φ Έκαμέμε ολοσύχριστο. ΝΕ Με λέρωσε πολύ, ολόκληρο. 
771. Φ Αν ήταν βολετό. ΝΕ Αν βόλευε, αν εξυπηρετούσε. 
772. Φ Επήα καίκοψα μερικά τσούδκια. ΝΕ Πήγα κι’ έκοψα μερικά στάχυα. 
773. Φ Κάχχε βολά τα ίδκια και τα ίδκια, εμαχίστηκα πιό να τα λέω. ΝΕ Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια, βαρέθηκα πια να τα λέω. 
774. Φ Α ρίχνεις τη δκιάφη με στα σσόμαλτα (έσω μόλα). ΝΕ Να ρίχνεις το θειάφι μέσα στο βάθος της κληματαριάς. 
775. Φ Εμούνταρε πάνω, α με φάει. ΝΕ Μου επιτέθηκε σαν τρελός. Ε/Π Λες και ήθελε να με φάει. Ιταλικά: montare = ορμώ. 
776. Φ Βρουλντόνου και στακτώνου, κάμνε ότι καταλαβαίνεις. ΝΕ Δε με νοιάζει κάνε, ότι θέλεις (βλέπε 255). 
777. Φ Μιλάστον καίγκουει, εντιπάργκιασε κιά. ΝΕ Τον μιλάς και δεν ακούει, κόλλησε εκεί. 
778. Φ Άσκημο ντέρντι ήβραμε. ΝΕ Άσχημο μπελά βρήκαμε. 
779. Φ Εντικόπην η φόρα του. ΝΕ Κόπηκε η φόρα του, κόπηκε η αποφασιστικότητα του.. 
780. Φ Εχτυπήσαν τα θρονιά; ΝΕ Χτυπήσαν τα στασίδια της εκκλησίας; (στην Α΄ Ανάσταση). 
781. Φ Ε σηκώνεται που τα κούμελτα ο αθθοκούφης. ΝΕ Δε σηκώνεται από το τζάκι, κάθεται πάνω στις στάχτες. 
782. Φ Η ντζιάρα εμισόδκιασε. ΝΕ Το βαρέλι του λαδιού είναι μισογεμάτο. 
783. Φ Σφογκίστου με το μεσάλτι. ΝΕ Σκούπισε τα χέρια σου με την πατσαβούρα. Ε/Π Μεσάλτι: mensalium - mensa - τράπεζα, τραπεζομάντυλο; 
784. Φ Πάει σαν την πορντούα. ΝΕ Πάει πολύ αργά, σαν τη χελώνα. 
785. Φ Έρριξα μερικά πατηχόφυλλτα στον χοίρο. ΝΕ Έριξα μερικές καρπουζόφλουδες στον χοίρο. 
786. Φ Κλείσε τον αομά, γιατί εννάβγκουν όξω οι πούλτες. ΝΕ Κλείσε το κοτέτσι, για να μην βγουν οι κότες έξω. 
787. Φ Ήβγκε πάνω στη τσούντη. ΝΕ Ανέβηκε σχεδόν στην κορυφή του δέντρου. 
788. Φ Σφόγγα τα γακτήλκια σου, που είν’ ολόλαα. ΝΕ Σκούπισε τα δάχτυλά σου που είναι γεμάτα λάδια. 
789. Φ Έκαμε κάτι πατήχες να !! μπουκατά. ΝΕ Έκανε κάτι καρπούζια!! τόσο μεγάλα! 
790. Φ Το χωράφι ήτα στο ττάβι του. ΝΕ Το χωράφι είναι έτοιμο για όργωμα. 
791. Φ Εκαρυκλιάσαν τα νεύρα μου. ΝΕ Μουδιάσανε τα νεύρα μου. 
792. Φ Εμαεφτήκασι ποσό! ΝΕ Μαζευτήκανε πολλοί. 
793. Φ Α πρε καμμυστέ. ΝΕ Α βρε κοιμισμένε, με κλειστά μάτια. 
794. Φ Χχέλει ζέξιμο, πριν εσφίξει. ΝΕ Θέλει όργωμα το χωράφι, πριν σφίξει το χώμα. 
795. Φ Εμείς άχουμε και φτη τη σκάση; ΝΕ Εμείς θάχουμε κι’ αυτό το πρόβλημα; 
796. Φ Μπάλκια-μπούλκιου γουλκιές. ΝΕ Δουλειές της πλάκας. 
797. Φ Ο ήλκιος είναι πυρός. ΝΕ Ο ήλιος καίει πολύ. 
798. Φ Εκαρβέλτωσε πάνω και κατσε χαλούρι. ΝΕ Κάθισε στο σαμάρι του γαϊδάρου, πιάνοντας τα καρβέλια του σαμαριού. 
799. Φ Α σε σουστάρω καλά. ΝΕ Θα σε φτιάξω καλά. Ε/Π Θα σε παίξω χορό σούστας. 
800. Φ Τα Σάββατα είν’ κοντά. (ΜΕ) ΝΕ Όπου νάναι, κοντεύει η ώρα. Ε/Π Για να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. 
801. Φ Γυαλτίζει σα μονήμερος. ΝΕ Γυαλίζει σα φίδι δηλητηριώδες. 
802. Φ Εμεχούλκιασε κι έκαμνε γιάγκλες-γιάγκλες. ΝΕ Μέθυσε και πηγαίνει εδώ κι’ εκεί, παραπατεί. 
803. Φ Το πανί εφουρντούκλωσε. ΝΕ Το πανί δεν ράφτηκε καλά, ξεχείλωσε. 
804. Φ Το ύφασμα ήμπε. ΝΕ Το ύφασμα μάζεψε. 
805. Φ Ιχιαλτά, να τον γεις, όπως χχέλεις. ΝΕ Μακάρι, να τον δεις, όπως θέλεις. 
806. Φ Ε κάμνουσι χωρκιό φαώνουνται σαν το σκύλτο με τον κάττη. ΝΕ Δεν τα βρίσκουν τσακώνονται συνέχεια, όπως ο σκύλος με τον γάτο. 
807. Φ Χάτε ναούμε οττούρ-μπακκαλούμ. ΝΕ Άντε να δούμε, ορίστε, κάθισε! 
808. Φ Επήεν αλάργκιου. ΝΕ Πήγε μακριά. 
809. Φ Εβρόμεσε ντο κόσμο. ΝΕ Μύρισε άσχημα παντού. 
810. Φ Πρε, που να πιαστείς και να μη λυάς. (Βρισιά) 
811. Φ Γυαλτοκοπά σαν όφκιος. ΝΕ Γυαλίζει σα φίδι. 
812. Φ Εξεμπρόστιασέντον καλά-καλά. ΝΕ Του τάπε ένα χεράκι, κατάμουτρα. 
813. Φ Πάννε κατούρα να λαφρύνεις. (ΜΕ, Περίπαισμα) 
814. Φ Ότι ειννά κάμνεις στα σίντα, γιατί εν έχουμε τράτος. Ν Ε Κάνε γρήγορα, γιατί δεν προλαβαίνουμε, δεν έχουμε χρόνο. 
815. Φ Εκόντεψε να φουρκιστεί το ζο, τσα που τόγεσες. ΝΕ Κόντεψε να πνιγεί το ζώο, έτσι που το έδεσες. 
816. Φ Πάνω που φφουρφουήσεν είναι. Ν Μόλις χάραξε η αυγή. Ε/Π Έγινε φυρφύρι, κοκκίνησε η ανατολή. 
817. Φ Βγκιατίζετε να φύουμε. ΝΕ Δουλεύετε γρήγορα, για να τελειώσουμε και να φύγουμε. 
818. Φ Επήρε το κολάι ντου πιό. ΝΕ Βρήκε το κουμπί του, την ευκολία του, τον τρόπο του. 
819. Φ Μιλτέττι, πρε, είν’ εφτό; ΝΕ Σόϊ (ή φυλή) είναι, βρε, αυτό; 
820. Φ Εξετσίννησε, ήβγκεν ένα τσουννί. ΝΕ Φύτρωσε και μόλις, που φαίνεται. 
821. Φ Κάχχεται χαστός. (ΜΕ) ΝΕ Κάθεται και περιμένει με ανοιχτό το στόμα. 
822. Φ Έκαμε το καφκαλτό μου, καζάνι. ΝΕ Με πήρε το κεφάλι μου, από τα πολλά λόγια και από τη φλυαρία του. 
823. Φ Έν έχει τίποτα, ανύχους. ΝΕ Δεν έχει τίποτα, τέρμα. 
824. Φ Κιά που κάχχουμουν, εκούτλιζα. ΝΕ Εκεί που καθόμουν νύσταξα. 
825. Φ Λε-λε, εκαταφερέντα. ΝΕ Με το πες-πες, τα κατάφερε. 
826. Φ Φτύξε στον κόρφο σου, α μη σε λάχει. ΝΕ Να παρακαλάς, να μη σου συμβεί. Ε/Π Διώξε το κακό με μάγια, να μη σε βρεί. 
827. Φ Εβρόμησε ο στόμας του, που τη πείνα. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που έχει μέρες να φάει. 
828. Φ Κάχχε λτιό και λτιάκι, βγκαίνει ένα φασούλτι. ΝΕ Κάθε λίγο και λιγάκι κάτι βγαίνει στην επιφάνεια, κάποιο πρόβλημα. 
829. Φ Εκάμαμας, ελάτε να ήτε. ΝΕ Μας έκανε του αλατιού, ρεζίλι, ελάτε να δείτε θέαμα να γελάσετε. 
830. Φ Κάχχεται και ξύεται. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που έρχεται σε δύσκολη θέση και δεν ξέρει τι να κάνει. 
831. Φ Είε τα φράγκα και ξεσπάστη. ΝΕ Είδε τα λεφτά και ξαφνιάστηκε. 
832. Φ Ήρτε πάνω στην άψη της γουλκειάς. ΝΕ Ήρθε το φουλ της δουλειάς. 
833. Φ Χώργκιε κει, κατακομμό! ΝΕ Βλέπε κει, δεν λέει να σταματήσει την κούραση! 
834. Φ Μοναχός του είν’ ένα χωργκιό. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που μιλά πολύ και κάνει θόρυβο. Ε/Π Ο πολυλογάς γίνεται αντικείμενο προσοχής από μέρους των άλλων. 
835. Φ Μη χχαρρείς και ξεφυσά πουκιά. ΝΕ Μη νομίζεις, παίρνει τα χούγια του (βγάζει αέρα από κει …). 
836. Φ Η μούρη του είναι σα τσερπί. ΝΕ Αυτός που έχει αδύνατο πρόσωπο. Ε/Π Τσερπί: σκατζόχοιρος. 
837. Φ Κατακόβγκιεται κιά μοναχός του. (ΜΕ) ΝΕ Παραμιλάει μόνος του, κουράζεται ασταμάτητα. Ε/Π Ασχολείται μόνος του (για τον εσωστροφή άνθρωπο). 
838. Φ Καλός καρντιαλής είν’ καιφτός. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που φοβάται πολύ. Ε/Π Ειρωνεία για κείνον, που δεν έχει τόλμη. 
839. Φ Κάτσε πρε κάτω, σαρταμπέλτο. ΝΕ Κάθησε κάτω πιά. Ε/Π Μην κάνεις σαν τον σαλτιμπάγκο. 
840. Φ Όσο βαρεί, ξίζει. (ΜΕ) ΝΕ Γενικά ο καλός άνθρωπος. Ε/Π Η καλοσύνη μετριέται, θαρρείς, όπως το βάρος. 
841. Φ Εσήκωσεμε πάνω με τη μπουκιά στο στόμα. ΝΕ Με σήκωσε πάνω, πριν προλάβω να φάω. 
842. Φ Επέρασε που τις χαραμάες. ΝΕ Αυτός που γλύτωσε στο τσακ, την τελευταία Ε/Π Πέτυχε το ακατόρθωτο. 
843. Φ Εκόκκιασε το ψαλί και χχέλει κόνισμα. ΝΕ Τι ψαλίδι θέλει ακόνισμα, γιατί δεν κόβει. 
844. Φ Εφέραν το κόνισμα της Παναγιάς. ΝΕ Φέρανε την εικόνα της Παναγίας. 
845. Φ Ήψαν οι ποδκιές του. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που κάνει πολλές δουλειές. 
846. Φ Επέρασε που τη χαντακιά να μη το γούσι. ΝΕ Πέρασαν από άλλο δρόμο, για να μην τους δουν. 
847. Φ Ήψαν τα φιτίλκια. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που νευρίασε. Πήρε φωτιά από θυμό. 
848. Φ Τανεί παστρικά. ΝΕ Δουλεύει καθαρά. 
849. Φ Το συνί είναι στρωμένο. ΝΕ Το φαγητό είναι στο τραπέζι. 
850. Φ Εκαταλάγιασε στο γιαττάκι του. ΝΕ Ησύχασε στο κρεβάτι του. 
851. Φ Πενήντα χρονών λαός. (ΜΕ) ΝΕ Ο μεγάλος στην ηλικία. Ε/Π Αντλημένο από τις αστείες συμπεριφορές των χαλκητών. 
852. Φ Έκαμε το χωράφι πατούρι. ΝΕ Έκανε το χωράφι δρόμο. Ε/Π Σκληρό από τα από τα περάσματα του. 
853. Φ Είν’ καιφτός μισόκαλτος. ΝΕ Δεν είναι στα καλά του. Ε/Π Δεν είναι πέρα για πέρα υγιής. 
854. Φ Το ένα ξινίζει, το άλτο μυρίζει, αούμε πουννά σέβρουμε. ΝΕ Τόνα ξινίζει τ’ άλλο μυρίζει, πού θα σε βρούμε ποιο σ΄ αρέσει! Ε/Π Δεν έχεις πάρει μια θέση. 
855. Φ Είναι κομμάτι ττέρσης. ΝΕ Είναι λίγο απότομος, σκληρός. 
856. Φ Εννά τα πάρει μαζί του. (ΜΕ) ΝΕ Γι΄ αυτόν, που δεν ξοδεύει (ο τσιγκούνης). Ε/Π Ειρωνικά: στον τάφο δεν παίρνει κανείς τιποτα. 
857. Φ Και τι μορκιά κακομά. ΝΕ Είδες τι ωραία, καυμένη μου. 
858. Φ Αγεράτιστος άχρωπος. ΝΕ Αχαΐρευτος άνθρωπος, που δεν αξίζει. 
859. Φ Επήρε μιά καλαγιά που κάτω, μη ε βω, εν ε ξέρω. ΝΕ Πήρε μια καλή παρτίδα στα χαρτιά, τόση μεγάλη, δεν ξέρω πόσα. 
860. Φ Μουϊζει το φαϊ, σαν το χοίρο. ΝΕ Μυρίζει το φαγητό σαν τον χοίρο. 
861. Φ Η γουλκειά εφοήχχη τον τακτικό κι’ όχι τιν τταμαχιάρη. (Μ.Ε.) ΝΕ Η δουλειά φοβάται τον τακτικό, κι’ όχι αυτόν που δουλεύει στο φουλ. 
862. Φ Εφτός είν’ αρνί καλέ και κάμνουντον, όπως χχέλουν. (ΜΕ) ΝΕ Είναι μαλακός άνθρωπος και τον κάνουν ότι θέλουν. Ε/Π Τον άκακο και τον αγαθό τον εκμεταλλεύονται. 
863. Φ Χχαρείς και κατουρήσαμε στο φλετρό. (ΜΕ) ΝΕ Λέγεται, όταν παν όλα στραβά και αποφεύγουμε το κάθε τι. 
864. Φ Εν έχουνμε κανένα να μας φυσήξει στο στόμα. (ΜΕ) ΝΕ Δεν έχουμε βοήθεια από κανέναν. Ε/Π Δεν έχουμε κανέναν να μας δώσει πνοή ζωής. 
865. Φ Ούλτο στράβιν εβρίσκει. ΝΕ Όλο αιτίες, προφάσεις βρίσκει. 
866. Φ Τραβούντον τσα που τραβούν οι σκύλτοι το προβκιακό. ΝΕ Τον τραβούν, όπως οι σκύλοι τα δέρμα του προβάτου. 
867. Φ Μερικωνών γεννούν κι’ οι πετεινοί τους. (Μ.Ε.) ΝΕ Αυτοί που έχουν μεγάλη τύχη. Ε/Π Αυτοί που πετυχαίνουν το ακατόρθωτο και ευνοούνται σκανδαλωδώς. 
868. Φ Νεροσταλτιά που είσαι! ΝΕ Είσαι σαν τη βρύση που στάζει. 
869. Φ Α φτύξω κάτω, φτύω τα γένια μου, α φτύξω πάνω φτύω το Θεό. (ΜΕ) ΝΕ Όπως και να κάνω βρίσκομαι μπλεγμένος. Ε/Π (όταν πρόκειται για συγγενικό πρόσωπο). 
870. Φ Η πωρνή σήμερα ήτα για δκιάφισμα. ΝΕ Το πρωινό ήταν καλό για το θειάφισμα. 
871. Φ Κάχχεται μουτεμένος. Ν Κάθεται σφιχτός και σκεπτικός. 
872. Φ Τρώεις το και νατριχάς. ΝΕ Το τρως και σηκώνεται η τρίχα σου, αηδιάζεις. 
873. Φ Εν ήμουν στο ταπάνι μου. ΝΕ Δεν ήμου στα καλά μου, στις δυνάμεις μου. 
874. Φ Το χωράφι είναι μπριάρικο. ΝΕ Το χωράφι βγάζει νερό. Ε/Π Μπριάρικο: ομβρίζει. 
875. Φ Έλα καίχωσε πασταχιούτα. (ΜΕ) ΝΕ Έλα και δεν κάνουμε χωρίς εσένα. Ε/Π Ειρωνικά (σου έχουμε μακαρονάδα με τυρί). 
876. Φ Εχαμπίναν οι λαμπατίνες. (ΜΕ) ΝΕ Αρχίζω να μην βλέπω καλά. Ε/Π Αιτία το θάμπωμα των ματιών 
877. Φ Εόκαμε λο, μέχρι να τα φανερώσουμε. ΝΕ Δώσαμε το λόγο μας (για αρραβώνες μέχρι να τα ξεφανερώσουμε). 
878. Φ Κάμνει σα πατή της. ΝΕ Κάνει σα νάναι μόνη της. 
879. Φ Επαίξαμε μιάν αντουνάτα, του καλού καιρού. ΝΕ Κάναμε έναν καυγά του καλού καιρού. 
880. Φ Έκαμε το χωράφιν αβγκό. (ΜΕ) ΝΕ Καθάρισε το χωράφι από τα μπάζα και τα χόρτα. 
881. Φ Τε-τε εν επέτυχεν η γουλκειά. ΝΕ Προσπάθησα, αλλά η δουλειά δεν πέτυχε. Ε/Π Τελικά απέτυχε. 
882. Φ Εφτόν εγίνηκε ρουμάνι. ΝΕ Αυτό γέμισε από πεύκα κι’ άγριους θάμνους. 
883. Φ Εκρίπαρεν η καραματάρια. ΝΕ Έσπασε η σαμπρέλα. Ε/Π Αεροθάλαμος (κάμερα αέρα). 
884. Φ Εντιργκιούνταν να πάει. ΝΕ Το σκεφτόταν για να πάει. Ε/Π Δεν έχει θάρρος, διστάζει. 
885. Φ Πε-πε εκατάφερεντα. ΝΕ Πες-πες τα κατάφερε. 
886. Φ Α μωρή χαστοκουρούνα! (Βρισιά) 
887. Φ Και που των απροέλοιπιων. ΝΕ Και από των υπολοίπων, παιδιών σου (εννοείται του γάμου). 
888. Φ Καλός ντεληξίζης είσαι. ΝΕ Είσαι κι’ εσύ κοκαλιάρης. 
889. Φ Ποιός έχει τον πιό πολτύ (νου); ΝΕ Ποιός έχει το πιό πολύ μυαλό; 
890. Φ Επήα να νοιαστώ τα μαντάλκια. ΝΕ Πήγα να δω τους φράχτες με φυτείες, π.χ. της ντομάτας. 
891. Φ Α σπιρτίσεις τώρα βα, α καλαφουνίσει ο τόπος. ΝΕ Ν’ ανάψεις ένα σπίρτο τώρα εδώ, θα καεί ο τόπος. 
892. Φ Γλυκατσούα τον έκαμες. ΝΕ Τον έκανες πολύ γλυκό τον καφέ. 
893. Φ Εβώ καλό χαπάρι και συ παχύν αρνί. ΝΕ Λεγόταν για την κουρούνα που έκραζε (έκρωζε). Ε/Π Η κραυγή της κουρούνας ήταν σημάδι κακού οιωνού. 
894. Φ Λτάξε τη καντέλτα. ΝΕ Άλλαξε το μπουζί. 
895. Φ Κόψε το γέμμα, που τον καταπότη. ΝΕ Γύρισε το νερό πίσω στο μεγάλο (κεντρικό) αυλάκι. 
896. Φ Ε μας πολείπου οι αθθοί. ΝΕ Δε μας λείπουν τα προβλήματα. 
897. Φ Έππεσε κούππα. ΝΕ Έπεσε μπρούμυτα. 
898. Φ Πάει που χάμαι, ώς χάμαι. ΝΕ Αυτός που δεν έχει κουράγιο να σταθεί στα πόδια του. 
899. Φ Εστράβωσε το παραφάνκο. ΝΕ Στράβωσε ο προφυλακτήρας (το φτερό) του τροχού του ποδηλάτου ή του αυτοκινήτου. 
900. Φ Ό,τι χχέλεις κάμνε, το μόσμα της είν’ κιά. ΝΕ Ότι και να κάνεις το ενδιαφέρον της είναι εκεί. Ε/Π Έχει ομόσει να το κάνει. 
901. Φ Σαν τον γιρούκην εκατάντισες πιό! ΝΕ Κατάντησες σαν τον αλήτη. Ε/Π Γιρούκης: τούρκος στρατιώτης 
902. Φ Έντο χωρείς που τσουμουκλαίει; ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που σιγοκλαίει; 
903. Φ Α με τουφλοπανιάσεις ξαννείς; ΝΕ Θέλεις να μου ρίξεις στάχτι στα μάτια; Ε/Π Να μου κλείσεις τα μάτια με πανιά προσπαθείς; 
904. Φ Εστούππωσε πιό, που το τσιάρο. ΝΕ Έκλεισε ο λαιμός του από το τσιγάρο. 
905. Φ Κόλτα του σιταρκιού. (ΜΕ, βρισιά) Ε/Π Κόλτα = αρρώστια κολλώδης. 
906. Φ Παχιαρντίζιτα ούλτα. ΝΕ Τα προλαβαίνει όλα. 
907. Φ Εμούραρε κια, που να μεταπατήσει; ΝΕ Επιμένει εκεί, και δεν αλλάζει γνώμη. Ε/Π Εμούραρε = έπεσε με τα μούτρα, όρμησε. 
908. Φ Επάεννε ζιρίττι. ΝΕ Πήγαινε γρήγορα-γρήγορα. Ε/Π Ζιρίττι: άλογο της ερήμου, για ταχυδρομικές μεταφορές. 
909. Φ Καματέβγκει πάνω - κάτω. ΝΕ Πάει πάνω-κάτω, εργάζεται πολύ. 
910. Φ Κκιούρου το νερό. ΝΕ Το νερό έπεσε απότομα σαν καταράκτης. Ε/Π Κιούρου = λέξη ηχοποίητη από τον θόρυβο του νερού. 
911. Φ Καλντικά πάνω και δρόμο. ΝΕ Κάθεται πάνω φεύγει. Ε/Π Καθίζει (καβαλλά) στο άλογο (στο κινητό) και φεύγει γρήγορος. 
912. Φ Ρχινά πιο και μαμμαλά. ΝΕ Αρχίζει πιά και πάει γονατιστός (και με τα τέσσερα). Ε/Π Μαμμαλά: μπουσουλάει. 
913. Φ Έκαμα μιά λέβα γύρου-γύρου. ΝΕ Έκανα ένα γύρο για να δω. 
914. Φ Επέρασε που τις αραμάες. (ΜΕ) ΝΕ Πέρασε από τις χαραμάδες. Ε/Π Κατάφερε το ακατόρθωτο. 
915. Φ Μίχχι κακομά, είες μυρωδκιά; ΝΕ Πώς μυρίζει, είδες μυρωδιά, κακομοίρα μου! 
916. Φ Ππούφφου εβρόμεσε τον κόσμο. ΝΕ Πω-πω βρόμισε το μέρος γύρω. 
917. Φ Είμαι νηστική, καρβούνι! ΝΕ Δεν έχω βάλει μπουκιά στο στόμα μου. 
918. Φ Πάνω που έσπασεν η κούνια του. (ΜΕ) ΝΕ Ναι παιρνιέται για μικρός ακόμα. Ε/Π Ειρωνικά, για όποιον θέλει να τρέφει αυταπάτες, ότι είναι νέος ακόμα. 
919. Φ Εδκιαλίστηκα στον καρβέττη. ΝΕ Χτενίστηκα στον καθρέφτη. Ε/Π Διάλα = κτένα. 
920. Φ Εχτήπα πάπλα. ΝΕ Χτυπούσε παλαμάκια. 
921. Φ Ήβρεν εφτός ένα λουφέ! ΝΕ Βρήκε αυτός τα έτοιμα! Ε/Π Λούφες: τούρκικα = μισθός. 
922. Φ Έριξα μερικά ρόσιτα τις πούλτες. ΝΕ Έριξα φαγητό στις κότες. Ε/Π Ρόσιτα: παράσιτα του σιταριού. 
923. Φ Τα λόγια ε φυρούν. ΝΕ Τα λόγια δεν τελειώνουν. 
924. Φ Σαρπετός άχρωπος. ΝΕ Ευκολοκίνητος άνθρωπος. Ε/Π Ευέλικτος σαν ερπετό. 
925. Φ Νακατόστρα που είναι! ΝΕ Ανακατεύει τον κόσμο. Ε/Π Δημιουργεί προβλήματα. 
926. Φ Ξαννά, α την εβγκάλει πόχηκα. ΝΕ Προσπαθεί να τη βγάλει καθαρή, χωρίς να καταβάλει κόπο, μόχθο. 
927. Φ Εποκάμμυσέμμε το κουλούκι και τρεξε. ΝΕ Με κοίμησε ο μικρός και έτρεξε, το’σκασε. 
928. Φ Όξω είναι ζιντάνι. ΝΕ Έξω είναι σκοτάδι. Ε/Π Ζιντάνι = φυλακής σκοτάδι 929. Φ Επέρασε ένα ζαμάνι. ΝΕ Πέρασε χρόνος. 
930. Φ Το λεφορείον είναι ζίγκα μέσα. ΝΕ Το λεωφορείο είναι γεμάτο κόσμο, αδιαχώρητο. 
931. Φ Τράβα-τράβα, ήβγκε λωνάρι. ΝΕ Από το πολύ τράβηγμα, κόπηκε. Ε/Π Λωνάρι: κομμάτι ρούχου (λπυρί, λώρος). 
932. Φ Α σε όκω μιά στραβοκουππιά. ΝΕ Να σου δώσω μιά ανάποδη. 
933. Φ Είναι κάργκα-πίλα. ΝΕ Είναι πάρα πολύ γεμάτο. 
934. Φ Επαίξαμεν ένα καβγκά τριτσάτο. ΝΕ Παίξαμε καυγά τρικούβερτο. 
935. Φ Α γελάσουν, τα Μασαρομάλωνα. ΝΕ Θα γελάσουν και τα γύρω χωριά. Ε/Π Μασαρομάλωνα: τα χωριά Μάσαρι και Μαλώνα. 
936. Φ Ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Θα βγει μιά είδηση. 
937. Φ Ήρτε λτίγκι-λτίγκι. ΝΕ Ήρθε σιγά-σιγά, περπατώντας. Ε/Π Λτίγκι-λτίγκι: σινάμενος κουνάμενος και με άνεση. 
938. Φ Εκαμέντα πιτούτου. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
939. Φ Επάεννε μούλτα-μούλτα. ΝΕ Πήγαινε σιγά-σιγά, σκυφτός. 
940. Φ Το φαϊ, είν’ ανήψητο. ΝΕ Το φαγητό είναι άψητο. 
941. Φ Τυραννείς με άϊκα των αΐκων. ΝΕ Άδικα με τυραννάς, είναι ποιο μεγάλη αδικία. 
942. Φ Κόψε φτες γα τις ποκροκίες. ΝΕ Κόψε τα τσουλιά, από τα μακριά μαλλιά. 
943. Φ Εγίνηκες σα την αφτάλτα. ΝΕ Έγινες ολόμαυρος. 
944. Φ Επετάχτηκε σα το σκατοπάμπουλτο. ΝΕ Πετάχτηκε ξαφνικά να πάρει το λόγο. Ε/Π Όπως πετάγεται το καλαμπόκι, όταν ζεσταίνεται. 
945. Φ Εκάμασι τον αλοϊνό. ΝΕ Κάνανε τα πάνω κάτω. 
946. Φ Έφαε μιά φουρτιά κούννες. ΝΕ Έφαγε μιά φούχτα πασατέμπο, κουκούτσια. 
947. Φ Τρίτσαρε τη καρέκλα παραπέρα. ΝΕ Τράβηξε το κάθισμα πιό πέρα. 
948. Φ Το χώμα ήταν κούμι. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ μαλακό. 
949. Φ Ήταν κόμμα-ράμμα. ΝΕ Σταμάτησε, μέχρι εδώ. Ε/Π Παροιμία. 
950. Φ Α πρε κοκιά λύχνος. ΝΕ Αχ βρε ολόκληρος άντρας. 
951. Φ Ε ττοπέ πιό. ΝΕ Αμάν πιά. 
952. Φ Σούκκιουρου και ήρθε βολικά, πάλε εστράβωσε η γουλκειά. ΝΕ Μιας κι’ ήρθαν βολικά τα πράγματα, κάτι πήγε στραβά πάλι. 
953. Φ Ζαττί, αδκιαφόρετα μιλώ. ΝΕ Έτσι κι’ αλλοιως, τζάμπα μιλώ. 
954. Φ Ε ντο χωρείς που είναι σαλούκι. ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που είναι μεθυσμένος. 
955. Φ Πάει με το σεσελέ ντου. ΝΕ Πάει με το πάσο του. 
956. Φ Πετά ο κώλος του τσαμπιρίες. (ΜΕ) ΝΕ Τρέχει και δεν προλαβαίνει. Ε/Π Για τον βιαστικό λόγω ανάγκης. Τσαμπιρίες, τσάμπες = φλόγες, Τσαμπίκος, Τσαμπίκα. 
957. Φ Εκαλάντισάτον ένα χεράκι. ΝΕ Του τάψαλα ένα χεράκι. 
958. Φ Φτογά το τρισβαρί, ε με κούει. ΝΕ Αυτός ο βλάκας δεν ακούει. Ε/Π Τρισβαρί = τρις βαρύς. 
959. Φ Σπαρί την εβγκάλαμε. ΝΕ Καλά τα βολέψαμε. Ε/Π Σπαρί = σπάρος, ψάρι. 
960. Φ Εί ναι, σιά τώρα. ΝΕ Όχι καλέ, σιγά τώρα. 
961. Φ Άλτα λε, σώπα καλέ. ΝΕ Όχι δα, σώπα τώρα. Ε/Π Άλλα λεγε, σώπα τώρα! Δεν είναι έτσι. 
962. Φ Εκαμέντα μαξούς καλέ. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
963. Φ Ξέρεις τι αμάχη την έχω; ΝΕ Ξέρεις πόσο την μισώ, την μάχομαι. 
964. Φ Φτα καλέ είναι ξερά κούκκουρα. ΝΕ Αυτά είναι κατάξερα (όχι απλά ξερά). Ε/Π Πέρα για πέρα, πλεονασμός. 
965. Φ Έχει όξω μια παγιά, άστα να πάει. ΝΕ Έξω έχει κρύο, μη το συζητάς. 
966. Φ Κόμα λεχούην είναι, άϊστον. ΝΕ Ακόμα μωρό είναι, άστο. 
967. Φ Καλή μου φορτοτήρα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
968. Φ Εγίνασι μιά μαλαή. ΝΕ Γίνανε αχταρμάς. Ε/Π Μαλαή, αχταρμάς = μείγμα. 
969. Φ Εμολάρασι τα κοκκαλά μου. ΝΕ Λύσανε τα κόκκαλά μου. 
970. Φ Καννέβγκεις καλά; ΝΕ Σημαδεύεις καλά; 
971. Φ Τι το μαγντανίζεις και το μαγντανίζεις. ΝΕ Τι το ψάχνεις και το ψάχνεις. 
972. Φ Εγίναμε χιούμουντο στο χωρκιό. ΝΕ Γίναμε ρεζίλι στο χωριό. Ε/Π ( χι, χι, χι, γελάνε όλοι). 
973. Φ Επήε γιαπανά. ΝΕ Πήγε τσάμπα. Ε/Π Γιαπανά = τσάμπα = άδικα. 
974. Φ Χρόνο γυρί, φτιά η γουλκειά. ΝΕ Συνέχεια αυτή τη δουλειά. 
975. Φ Έριξε δκιό με το τσιφτέ. ΝΕ Έριξε δυό ντουφεκιές με το όπλο. 
976. Φ Εχάχηκε που της γης την όψη. ΝΕ Λες και τον κατάπιε η γη. 
977. Φ Η πούντα του χάρου είν’ όξω. (ΜΕ) ΝΕ Τα κρύα του χάρου είναι έξω. Ε/Π Κρύο, όπως ο χάρος γυρνά, φυσά έξω. 
978. Φ Επόμεινεν ένα στίμμα καιν εβγκαίνει. ΝΕ Έμεινε ένα σημάδι και δεν καθαρίζει. Ε/Π Στίμμα = στίγμα = σημάδι. 
979. Φ Σα τον τσόλτο είσαι. ΝΕ Σα τον ρακένδυτο είσαι. 
980. Φ Βάλε τη πόησή σου. ΝΕ Βάλε τα παπούτσια σου. Ε/Π Πόηση = υπόδηση, υποδήματα 
981. Φ Ραντουλντά και πάει. ΝΕ Αυτός που περπατώντας, του πέφτουν αυτά που κρατά. Ε/Π Ρίχνει σταγόνες νερού (Λαντουρώ, ψεκάζω - ραντουρώ - ραντίζω). 
982. Φ Ρέντουλντος άχρωπος ΝΕ Ανοικοκύρευτος άνθρωπος. 
983. Φ Ήρτεν ο σκιαστικός. ΝΕ Ήρθε ο αρραβωνιαστικός 
984. Φ Που να σε φάει η βλάττα και να μη σε φήκει. (Βρισιά) Ε/Π Αρρώστια με ερυθρό εξάνθημα (οστρακιά). 
985. Φ Εφκέρωσέντα ούλτα βα! ΝΕ Όλα εδώ τα άδειασε. Ε/Π Εφκέρωσέ = εκένωσε = άδειασε. 
986. Φ Πού να πιαστείς και να μη λυάς. (Βρισιά) Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου - θέση και άρση εκφράζουν το ίδιο! 
987. Φ Άλλντο κάρο με πατάτες. (Κοροϊδία) ΝΕ Αυτός που δεν του κόβει. 
988. Φ Που να καμώνεσαι και να μπιρίζεσαι. (Βρισιά) 
989. Φ Καλή μου ζόππα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
990. Φ Τρέχουν τα αργκιακούλκια. ΝΕ Τρέχουν τα ρυάκια νερό. 
991. Φ Έφαε το χάκκι του. ΝΕ Έφαγε τον κόπο του άλλου. 
992. Φ Α πρε λολντοκόπελντο. ΝΕ Α, βρε τρελό παιδαρέλι. 
993. Φ Εννάρτει σε τρία τέρμενα. ΝΕ Θάρθει σε τρεις -ώρες, μέρες, μήνες κ.λ.π. 
994. Φ Έϊ ναι κουκουνούκους. ΝΕ Όχι, τίποτε. 
995. Φ Εν ποτάσσει ο τύμπανος. ΝΕ Δεν έχει μια, ο αδιαφόρετος. 
996. Φ Ένοιξε το ξεμισκιλντί που πίσω. ΝΕ Άνοιξε το κατουρίδι. Ε/Π Έπιασε το φυτό, πέταξε μάτι (η καταβολάδα). 
997. Φ Εφτή είναι πιάνα-πιάνα (ΜΕ) ΝΕ Δε μπορεις να τη βρεις. Ε/Π Μια λέει έτσι, μια αλλοιώς. 
998. Φ Άλι-άλι πρε. ΝΕ Σιγά-σιγά, βρε. 
999. Φ Επόμεινε και μπροκκόνει τον. ΝΕ Έμεινε να του βάζει λόγια. 
1000. Φ Η γουλκειά ήρτε στάφνι. ΝΕ Ήρθε κι’ έδεσε. Ε/Π Στάνι - στάθμη, αλφάδι. 
1001. Φ Εννά χέλει να πρεσβάρουμε και μεις. ΝΕ Θα θέλει να πάμε κι’ εμείς. Ε/Π Να παρουσιαστούμε, πρέσβεις! 
1002. Φ Μάεψε τις αβγκοφιλτίες που κάτω. ΝΕ Μάζεψε τα τσόφλια του αβγού από χάμω. 
1003. Φ Άτε πάλε, ξαναπίταχά. ΝΕ Άντε πάλι, ξανα από την αρχή. 
1004. Φ Εφτή είναι φεβγκιά που τα χάνια. ΝΕ Έφυγε εδώ και πολύ χρόνο. 
1005. Φ Α πιάσω ένα κοντόκουρο καιννά κάμω τα παϊδγκια σου μελανά. ΝΕ Θα πάρω ένα ξύλο και θα σπάσω τα πλευρά σου. 
1006. Φ Άταν μπρός-αλκιώς να χώργκιες. ΝΕ Ας ήταν διαφορετικά και θάβλεπες. 
1007. Φ Κοκιά κκαμάννα αδκιαφόρετη. ΝΕ Δυό μέτρα ύψος, αλλά τίποτα. 
1008. Φ Φτιά η ξεκεφάλιση έλειπε τωρά. ΝΕ Αυτός ο πονοκέφαλος έλειπε τώρα. Ε/Π Αυτός ο πρόσθετος συλλογισμος. 
1009. Φ Το χωράφιν έχει ανάωση. ΝΕ Το χωράφι μπορεί να σκαφτεί, να οργωθεί. Ε/Π Ανάωση = ανάδοση = υγρασία. 
1010. Φ Ήπιεντο μολολάη. ΝΕ Το ήπιε όλο με μια. 
1011. Φ Στραγκά η καρντιά σου. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που μιλά αργά και περιμένεις πότε να τελειώσει. Ε/Π Η καρδιά μου χάνει τη δύναμη της (στραγγίζει). 
1012. Φ Ετρουλτόφτιασε να κούσει. ΝΕ Τέντωσε τ’ αφτιά του, ν’ ακούσει. Ε/Π Τα αυτιά της τα έκανε τρούλα, τα ύψωσε. 
1013. Φ Ήμπε πούμπε, άϊστο κιά. ΝΕ Μπήκε που μπήκε, άστο εκεί. 
1014. Φ Εν τον χχέλω φτογά, μακάρι και τι. ΝΕ Δεν τον θέλω αυτόν, ότι και να μου πεις. 
1015. Φ Πόψε, ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Απόψε θα μας ακούσει το χωριό. 
1016. Φ Ήβρε τη γλύτια ντου. ΝΕ Μπόρεσε και γλύτωσε. 
1017. Φ Κουβαλά μαζί ντου ούλτη τη τσέργκα. ΝΕ Κουβαλάει μαζί του όλα τα πράγματα. 
1018. Φ Έκαμε τη μπόρκα ντου. ΝΕ Έκανε χωρίστρα στα μαλλιά του. 
1019. Φ Αναπάμπουλτος άχρωπος. ΝΕ Άσκεφτος άνθρωπος, ασυνάρτητος. 
1020. Φ Ελίμαξε που τη πείνα. ΝΕ Πείνασε πολύ. 
1021. Φ Έφηκε ένα ζωνό και ποβρόμεσε το κόσμο. ΝΕ Αερίστηκε και βρόμισε τον κόσμο. 
1022. Φ Α! μωρή μέκκια!! (ΜΕ) ΝΕ Α μωρή καμωματού. Ε/Π Μέκκια: μικ(κ)ός - μική, μιτσός = πολύ μικρός (αρχαία). Προφανώς λέγεται για μικροκαμωματού. 
1023. Φ Το χώμα είναι καπάϊκο. ΝΕ Το χωράφι είναι έτοιμο για όργωμα. 
1024. Φ Ακόπονο πιο, είχε μέσα κι’ έναν άϊκο. ΝΕ Είχε μέσα πολύ πράμα. Ε/Π Ακόπονο: συν τοις άλλοις επιπλέον. 
1025. Φ Τώρα είμαι δκιό όρη και δκιό βουνά. (Παροιμία) ΝΕ Είμαι πολύ αγανακτισμένος. 
1026. Φ Ά πρε χλωραππία. (Βρισιά) Ε/Π Χλωρό απίδι, αγίνωτο. Χλωρέ. 
1027. Φ Το ζον είναι φορτωμένο κατά ψόφου. ΝΕ Το ζώο είναι παραφορτωμένο. 
1028. Φ Εμάνιζε και πάεννε. ΝΕ Μίλαγε και χειρονομούσε νευρικά μόνος του. 
1029. Φ Εκατόρτεν ο άχρωπος. ΝΕ Πήρε την κάτω βόλτα. 
1030. Φ Επήα στη στάλα, καίρμεξα τις αελκιές. ΝΕ Πήγα στον στάβλο κι’ άρμεξα τις αγελάδες. Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου. 
1031. Φ Εκλειοστόμιασε καιν τον ενοί. ΝΕ Έκλεισε το στόμα του και δεν το ανοίγει. 
1032. Φ Τον έκαμα ταρντάνια. ΝΕ Τον έκανα τα πάνω-κάτω. 
1033. Φ Ά πάεις στον ανήστροφο. (Βρισιά) Ε/Π Να νη γυρίσεις, στο αγύριστο 
1034. Φ Πάει σαν τα βρυά του ποταμού. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που τρεκλίζει, δεν μπορεί να αντιστέκεται. 
1035. Φ Μέλτι μου εξαιρέστα καίνηπες τίποτα. ΝΕ Δηλαδή τάξερες και δεν είπες τίποτα. 
1036. Φ Κάχεται και χαίνει. ΝΕ Κάθεται μ’ ανοιχτό το στόμα. 
1037. Φ Ήρτε φωνηστός. ΝΕ Ήρθε γρήγορα και πολύ απότομα. 
1038. Φ Κάχεται ναπαμένος. ΝΕ Κάθεται ησυχασμένος. 
1039. Φ Η ψέλτα είναι κοκκιασμένη. ΝΕ Το μαχαίρι δεν κόβει. 
1040. Φ Ά την έβρω, ά τη σουραλτίσω καλά. ΝΕ Δε θα τη βρω; θα τη φτιάξω καλά. 
1041. Φ Εφαέντον η κνιά. ΝΕ Τον έφαγε η τεμπελιά (οκνηρία). 
1042. Φ Ήβρεντα χαζίρικα ΝΕ Τα βρήκε έτοιμα. 
1043. Φ Εκάχουμουν νιοτός και λάμενα ΝΕ Καθόμουν ξύπνιος και περίμενα. 
1044. Φ Έκατσε γιπλοπόη. ΝΕ Κάθησε διπλοπόδι. 
1045. Φ Άτε πατί. ΝΕ Άντε δρόμο τώρα. 
1046. Φ Η μέντα τη βαστά ΝΕ Είναι θυμωμένη. 
1047. Φ Ξάννα νάναι γερλεστισμένα. ΝΕ Κοίταξε νάναι γερά, τακτοποιημένα. 
1048. Φ Χαρείς και κατάπιε το γόντι ντου. (ΜΕ) ΝΕ Τόλεγαν για κάτι καχεκτικό. Ε/Π Υπάρχει η πρόληψη «όποιος καταπίνει το δόντι του στη μικρή ηλικία δεν μεγαλώνει». 
1049. Φ Ήβγκε κιά ξετσινί. ΝΕ Εκεί φύτρωσε. Ε/Π Φύτρωσε κάποιο μάτι φυτού. 
1050. Φ Άχανε πρε. ΝΕ Άνοιξε το στόμα σου. 
1051. Φ Εν έχει γινάντηση. ΝΕ Δεν είναι της εμπιστισύνης. 
1052. Φ Να σε πάρουν οι δκιαόλοι και οι τριόλοι. (Βρισιά) Ε/Π Κατάρα για τιμωρία από τους κακούς (διαβόλους, τροβόλους). 
1053. Φ Κακόν αγγειό. ΝΕ Κακής ποιότητας άνθρωπος. Ε/Π κακκό αγγείο. 
1054. Φ Έφαε τον άμπακα. ΝΕ Εκείνος που έτρωγε τα φαγητά των άλλων, φαταούλας. Ε/Π Είναι ο αρχαίος «άβαξ». Ήταν ένα ορθογωνικό τραπέζι - ένας πίνακας - που παίζανε ντάμα και ήταν αριθμημένος. Φαίνεται πως βάζανε κάνω τα φαγητά, έτσι ο φαταούλας, ήταν εκείνος που έτρωγε τον άμπακο των φαγητών. 
1055. Φ Το χωράφι ήταν μπινιάς. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ σκληρό. Ε/Π Μπινιάς: λέξη τούρκικη, «λεπτή ξύλινη σανίδα τοποθετημένη για στήριξη - σταθεροποίηση. 
1056. Φ Εβραστολόισε το πετσί μου. ΝΕ Ζεστάθηκα πολύ. Ε/Π Βραστολογώ = ζεσταίνομαι. 
1057. Φ Εκουσούμαρα τα κοφίνια. ΝΕ Χρησιμοποίησα τα κοφίνια. Ε/Π Κουσουμέρνω = χρησιμοποιώ. 
1058. Φ Τταμαχιάρης άχρωπος. ΝΕ Αυτός που πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Ε/Π Τταμαχιάρης = άπληστος (τουρκ.: tamah). 
1059. Φ Μάεψε που και τα μπράτη. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. Ε/Π Μπράτη = αποσκευές, ίσως από την ιταλική λέξη: baratta. 
1060. Φ Τώρα έχει μιάλην άγκρη. ΝΕ Έχει μεγάλη γκρίνια. Ε/Π Άγγρη = διχόνοια, έχθρα, γκρίνια (αρχ.). Ιταλικά: Grugno = κλάμα αλλά και τσαγγρίζω φωνάζω. 
1061. Φ Χχένια μη τα πεις πούετα. ΝΕ Μη τυχόν και τα πεις πουθενά. Ε/Π Έχε έννοια = χένια! 
1062. Φ Νεσακκά και πάει. ΝΕ Πάει αγκομαχώντας. Ε/Π Ίσως από το ανασαίνει δύσκολα 
1063. Φ Εκαμνέντο χάζι. ΝΕ Τόβλεπε με ευχαρίστηση. Ε/Π Χάζι, τουρκ. λέξη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου