Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (πρώτο μέρος)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

1. Φ Έμμε περνά τώρα βα. ΝΕ Δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι, δεν με περνά τώρα δα, δεν αντέχω να μην πάρω θέση. Ε/Π Βα: εδώ, δα = εδά - εβά - βα (εβά είσαι;) 
2. Φ Χάννια μακκαρούνια, τρώεις-τα; (ΜΕ) ΝΕ Μόνο στο φαγητό είσαι καλός. 
3. Φ Χάνια είχα να σε γιω. ΝΕ Είχα πολύ καιρό να σε δω. Ε/Π Χάνια, τουρκικό. Γιώ = ιδώ = δω. 
4. Φ Εμάεψε ούλτη τη παχαρία. ΝΕ Εμάζεψε όλο το κρύο. 
5. Φ Κάμνε πρε αχρωπινά. 
ΝΕ Κάνε, όπως κάνει ο κόσμος, συμπεριφέρου ανθρώπινα. 
Ε/Π Στις Φάνες μοναδικά προφέρουν το -θ- ως δύο -χχ- π.χ. χχέλω αντί θέλω, χώρκε αντί θώρεε = θεωρεί (θεωρώ). Η προφορά του -θ- ως δύο -χχ- είναι αρχαία προφορά και λαϊκή γλώσσα: όρνιχες αντί όρνιθες (Θεόκριτος, 310-250 π.Χ.). 
6. Φ Ακουτουλάς τους τοίχους. (ΜΕ) ΝΕ Θα χτυπάς με το κεφάλι σου τους τοίχους. Ε/Π Κούτουλο - κουτελο, ρήμα: κουτουλώ ή κουτουλίζω - κουτλίζω = νυστάζω. 
7. Φ Το νερό σουλουντρανεί. ΝΕ Το νερό τρέχει σαν πίδακας. Ε/Π Σωλήνας - σούλουνας (ίσως και σούσουνας), σουλουντρανώ. 
8. Φ Νέρντε! πόσην ώρα λαμένω. ΝΕ Σκέψου, πόσην ώρα περιμένω. Ε/Π Λαμένω: αναμένω ή ανημένω - λημένω (πρβλ.: λάμενέ με ή λήμενέ με). Το: -ν- έγινε -λ-, αναφάντης - αλαφάντης. 
9. Φ Κάμνει σαν τον παρλάο (παράλογο). ΝΕ Δέν κάθεται ήσυχα. 
10. Φ Επάενε, μούλτα μούλτα. ΝΕ Πήγαινε σιγά-σιγά και σκυφτός. Ε/Π Μούλα - μούλα: αρχαία μυλλός = σιγανός - μαζεμένος (μουλώνω). 
11. Φ Τι έχεις πρε και βαρταλαλείς; ΝΕ Τι έχεις και φωνάζεις; Ε/Π Βαρταλαλείς (βαττολογείς, βαττολαλείς) = φλυαρείς - ή καταφέρεσαι ενάντια σε κάποιον. 
12. Φ Επήε κάτω, γροσόλι. ΝΕ Μόλις το ήπια δροσίστηκα. Ε/Π Γροσόλι = δροσόλι - ροσόλι, λατινικά: Ros = δροσιά. 
13. Φ Έκαμα το ττερμπιέντου (ντερπιέντου); ΝΕ Τον περιποιήθηκα, όπως έπρεπε. Ε/Π άγνωστη, μάλλον λατινική λέξη. 
14. Φ Ήβγκεν ένα ττόζι που πίσω! ΝΕ Σήκωσε πολύ σκόνη. 
15. Φ Ά πρε πανουκλιάρη. (Βρισιά) Ε/Π Ασθενής από πανώλη. 
16. Φ Επόμεινες και ποταβρίζεσαι. ΝΕ Έμεινες και τεντώνεσαι συνέχεια. Ε/Π Ποταβρίζεσαι: ταύρος - ταυρίζομαι, σαν ταύρος ισχυρός. 
17. Φ Εσκλίωσες τα κουλτούρκια; ΝΕ Ζύμωσες τα κουλούρια; Σκλιβώνω, αρχαία: στιλβώνω ή σκληβός = σκληρός 
18. Φ Τ΄ αγκιόν είναι βάστρενο. ΝΕ Το δοχείο είναι πήλινο. Ε/Π Αγκιόν = αγγείο. Βάστρενο: Βάστρενος = φτιαγμένος από βαστρί, θραύσμα από πήλινο δοχείο που έμοιαζε με κοιλιά, γαστέρα. Βαστρί, γαστρί από το γαστήρ = κοιλία. 
19. Φ Εδώ οι κουμανταρίες εξυνήσαν. (ΜΕ) ΝΕ Εδώ οι καλές οικογένειες έχουν χαλάσει. 
20. Φ Εκειά κοπποκυλκιέται ο ταμπάκκης. ΝΕ Εκεί είναι αραχτός ο ανεπρόκοπος. Ε/Π Κοπροκυλιέται ή κουποκυλιέται ο βυρσοδέψης. Ταμπάκης, τούρκικο: tabac. 
21. Φ Έκαμες καμμιά ννύξη. ΝΕ Άνοιξες το θέμα; έκανες αναφορά; Ε/Π Ννύξη: νύττω = κεντώ, τρυπώ. 
22. Φ Ούτε ντρέπεται, ούτε σκίνεται. ΝΕ Ούτε ντρέπεται ούτε υπολογίζει. Ε/Π Σκίνεται: αισχύνομαι - σχύνομαι - σκίνομαι. 
23. Φ Εμπάλτωσα τη φυτιά! ΝΕ Φύτεψα ξανά τα κλήματα που χάλασαν, φύτεψα όσα δεν έπιασαν. Ε/Π Εμπάλτωσα: εμβαλλώνω - εμβάλλω (βλ. μπάλωμα). 
24. Φ Να ούμε που βαστά αραϊκό. ΝΕ Να δούμε που γειτονεύει. Ε/Π Πιθανόν από: παρεϊκά (παρέα) παραϊκό. Κουβεντολόι. 
25. Φ Ένα χαλτί σταφύλι. ΝΕ Ένα κομμάτι από το τσαμπί (από το βοτρύ). Ε/Π Xαλτί: Βοτρύ, βότρυς. Αρχ.: χηλή = μικρό νύχι πουλιών, δηλ. το λίγο, ένα νυχάκι. Χαλτί είναι και το κάθε πόδι του χταποδιού. 
26. Φ Δειοποίησε, πιρντές κακομά. ΝΕ Είδες, ειδοποίησε γρήγορα, κακομοίρα μου! Ε/Π Δειοποίησε: ειδοποίησες - δειοποίησες αμέσως (πιρντές; τούρκικο). 
27. Φ Εγίμωσε τσατσουμάους. ΝΕ Γέμισε σκάγια. 
28. Φ Επιασέντον τσίλτα καίτρεχνε. ΝΕ Τον έπιασε διάρροια και έτρεχε Ε/Π Τσίλτα: τιλλώ - τίλημα = υδαρής κοπριά πτηνών (τσιλλώ), τίλτα - τσίλτα, τσιλιό. 
29. Φ Επίεντον μπιρμπικιούκ. Ν Τον έπιασε διάρροια = φοβήθηκε πολύ Ε/Π Μπιρμπικιούκ: ένα - και μισό. Τουρκική αυξ. Αρίθμιση. 
30. Φ Ολόκληρη καπλάνα αδκιαφόρετη. ΝΕ Δυό μέτρα άντρας (δυνατός σαν τίγρης), αλλά τι να τον κάνεις. Ε/Π Καπλάνι: τίγρης τουρική λέξη. 
31. Φ Σολατσέρνει πάνω κάτω. ΝΕ Κάνει βόλτες πάνω-κάτω. Ε/Π Σολατσέρνει = σολάτσα ιταλική λέξη. 
32. Φ Σα τη κάττα, με τα καττιά κάμνεις. (ΜΕ) ΝΕ Κάνεις σαν τη γάτα με τα γατιά. Ε/Π Ο ανησύχαστος (συνεχώς τα μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο). 
33. Φ Επεστλέτισάτα ούλτα. ΝΕ Τα έφαγα όλα, τα τελείωσε όλα. 
34. Φ Έ σαϊτίζει κανένα πιό. ΝΕ Δεν υπολογίζει κανέναν, δεν σέβεται κανένα, δεν ξεχωρίζει κανέναν. 
35. Φ Βαστά τη λακέρντα. (ΜΕ) Ν Μιλά ασταμάτητα. Ε/Π Λακέρντα: λακκιρτί = συνομιλία. τούρκικα: lacirdi. 
36. Φ Μη καννηρίζεις πρε! ΝΕ Μην κλείνεις το μάτι σου, μη μισοκοιτάς, μη βάζεις σε στόχο κακόβουλο τον άλλο Ε/Π Καννηρίζεις: από το κάννη. Πρε: = μωρέ - μρε = πρε - βρε - ρε! 
37. Φ Εσύχρισα τον τοίχο και συμπιάστηκε. ΝΕ Σοβάντησα τον τοίχο και στερεώθηκε, ισχυροποιήθηκε. Ε/Π Εσύχρισα: χρείω = απλώνω ομοιόμορφα - αλείφω. 
38. Φ Έβγκαλε το μαγιασίλι, τη παμπακιά. (ΜΕ) ΝΕ Δεν σταμάτησε να μιλά, και έβγαζε αφρούς (λευκούς). 
39. Φ Επήρεντο λιμπί. Ν Τούγινε συνήθεια, επιθυμία. Ε/Π Λιμπί: Libido = επιθυμία σφοδρή. 
40. Φ Ήρτε με μιά ναβρατίνη. ΝΕ Ήρθε πολύ νευρισμένος. Ε/Π Ναβρατίνη: τούρκικη λέξη. 
41. Φ Εχάλασε την ανουργκιά. ΝΕ Χάλασε το όρια του χωραφιού. Ε/Π Ανουργκιά: εν-ορία - όρος - όριο κτήματος. 
42. Φ Άπιάσει καμμιά απόρα (μπόρα). ΝΕ Θα πιάσει ξαφνικά βροχή, καταιγίδα. Ε/Π Απόρα = Μπόρα: Bora, Βενετική λέξη. 
43. Φ Ξεκούτλα, μη γόκεις κάτω. ΝΕ Μην κοιμάσαι και θα πέσεις κάτω, θα κτυπήσης. Ε/Π Ξεκούτλα: κουτουλώ, κινώ το κεφάλι μου, όπως του βοδιού, προς τα κάτω. Κινώ το κεφάλι μου σε κίνηση ύπνου, νύστας = κουτλίζω. 
44. Φ Εσυκκιρντίστηκα τώρα, μήν πά νά πείς. ΝΕ Αγανάκτησα τώρα πάρα πολύ, που δεν λέγεται. Ε/Π Εσυκκιρντίστηκα: σικκιρντίζομαι = στενοχωριέμαι, τούρκικη λέξη. 
45. Φ Ήταν γυσπιρκιασμένος ο άχρωπος. Ν Ήταν νευριασμένος ο άνθρωπος (διασπυριάζω) 
46. Φ Τα ξένα κάχρη με φάασι. ΝΕ Οι ξένες υποθέσεις με φάγανε. 
47. Φ ΄Ερκουνταν με μια χχίζη. ΝΕ Ερχότανε με φόρα, με εκνευρισμό. Ε/Π Χχίζη: συγχύζομαι = ζω ψυχική αναστάτωση. συγχίζομαι. 
48. Φ Ταβρομπαλκιού τώρα βα. (ΜΕ) ΝΕ Πάλευε τώρα εδώ. Ε/Π Ταβρομπαλκιού: ταυροπαλεύω = μάχομαι σαν ταύρος. 
49. Φ ΄Ε κακόμε, τράβα-τράβα, εποχείλωσεστο. ΝΕ ΄Ελα ρε καϋμένε, τράβα-τράβα το ξεχείλωσες, το διέλυσες τράβα-τράβα. Ε/Π Κακόμε: κακόμοιρε. 
50. Φ Της αγίας μαλαντράνας. (ΜΕ) ΝΕ (Λέγεται) για κάτι, που δεν θα γίνει ποτέ. Ε/Π Επειδή τέτοια Αγία δεν υπάρχει. 
51. Φ Το κράϊ, ετσουρόκαψε τα πρώμα. ΝΕ Η πρωινή δροσιά έκαψε τα πρώϊμα φυτά, κ.λ.π. 
52. Φ Εχορτοψώμιασε πιό και ξέντωσε τ’ άντερό του. ΝΕ ΄Εφαγε και άνοιξε το έντερό του. Ε/Π Χορταίνω από ψωμί και λειτουργώ, συμπεριφέρομαι τώρα φυσιολογικά. 
53. Φ Αν έχεις δέκα πίστες, έλα. (Μ.Ε.) ΝΕ Αν έχεις κότσια έλα! Ε/Π Αν έχεις μεγάλη ψυχική δύναμη, θάρρος, 
54. Φ Στρουφάς-ξεστρουφάς, φτα είναι. ΝΕ Ό,τι και να κάνεις αυτά είναι, άδικα στριφογυρίζεις (στρίβω+γυρίζω = στριφογυρίζω). 
55. Φ Εξορφάνεψε τα χχεμέλκια. ΝΕ Από το πολύ σκάψιμο, φάνηκαν τα θεμέλια. Ε/Π Προφορά του -θ- ως -χχ- 
56. Φ Έβγκαλε τη κάτω γη, πάνω. (ΜΕ) ΝΕ Έσκαψε πάρα πολύ βαθιά. Ε/Π Απέδειξε την αλήθεια ή κουράστηκε πολύ για να το πετύχει ή για να το βρεί. 
57. Φ Εσήκωσε σκονάζαλο και στράβανέμας. ΝΕ Σήκωσε πολύ σκόνη και μας τύφλωσε. Ε/Π Σκονάζαλο: κονίσαλος, αρχαία = κίνηση (σάλος) σκόνης. 
58. Φ Εχάμπινε το φως μου. ΝΕ Βλέπω θαμπά. Ε/Π Εχάμπινε: θαμπώνω, αρχαία θαμβώνω – θάμβος.  
59. Φ ΄Εφα τώρα και πήα τα πάνω-καάτω. (ΜΕ) ΝΕ Έφαγα τώρα και με πείραξε το φαγητό. 
60. Φ Φήκε το παιζίμι πρε, κέρκου. ΝΕ Άφησε το παιχνίδι κι’ έλα. Ε/Π Παιζίμι: παιχνίδι (το παίζειν).  
61. Φ Μάεψε τα συμπράνκαλα. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. 
62. Φ Ενεργκιαστήκασι τον γιμινίτη. ΝΕ Πήραν μυρωδιά τον διμηνίτη (είδος σταφυλιού). Ε/Π Γιμινίτη αντί διμηνίτη. 
63. Φ Με το κολάϊ σου, σιά-σιά. ΝΕ Με την ησυχία σου σιγά-σιγά. Ε/Π Κολάϊ: ευκολία, άνεση, τουρκικά: kolay. 
64. Φ Επήρεντον η αποκαμπή μου. ΝΕ Τον είδα με την άκρη του ματιού μου, με την κίνηση του ματιού μου. Ε/Π Αποκαμπή: αποκαμύω = κλείνω τα μάτια μου. 
65. Φ ΄Εκατσε, καρσί στον ήλκιο. Ν Κάθισε απέναντι από τον ήλιο. Ε/Π Καρσί: απέναντι, τουρκική λέξη. 
66. Φ Είες, κακομά, γουλκιές; ΝΕ Είδες δουλειές; καημένη μου - κακομοίρα μου. 
67. Φ ΄Οξω έχει κουφόβραση. ΝΕ Έξω καίει ο ήλιος. Ε/Π Υψηλή θερμοκρασία με υγρασία. 
68. Φ Ποκοντρίαση έχεις; τσίμπα πάρε μου. Ν Σιχαίνεσαι βρε, φάε κάτι. Ε/Π Ποκοντρίαση: υποχονδρίαση = ψυχική αρρώστια φόβου. Τσίμπα: τσιμπώ = εμπίζω, αρχαία, από το όνομα: εμπίς = έντομο. 
69. Φ Συνόμπαλε κιά τη φωτιά, καιννά ποθθήση. ΝΕ Φύσα τη φωτιά, γιατί θα σβήσει. Ε/Π Συνόμπαλε: συμβάλλω - σύμβαλλε ξύλα, βάλε μαζύ και άλλα ξύλα. Ποθθήση: θα γίνει άθθος - άνθος - θα μείνει στάχτη (η φωτιά απόθθισε). 
70. Φ Εκαμέντηστα μιά κατούνα καί δκιωξέντον. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματά του και τον έδιωξε. Ε/Π Κατούνα: ένα δέμα. 
71. Φ Εφφάκωσα στα κατέφλια καίοκα κάτω. ΝΕ Σκόνταψα στα σκαλοπάτια (κατώφλια) κι’ έπεσα κάτω. 
72. Φ Η άτσα του εκέτσωσε που την απλησκιά. Ν Η φτέρνα του έπιασε κέτσα, επειδή δεν πλένεται (σκληρύνθηκε). 
73. Φ Εχουχούκα το μωρό. ΝΕ Έκλαιγε το μωρό με αναφυλλητά. Ε/Π Εχουχούκα: ηχοπίητη λέξη από το χου - χου. 
74. Φ Κάμε βα ένα χχηλίκι. Ν Ε Κάνε μου μιά θηλειά (για σύνδεση, όπως πιάνουν τα ζώα στα δάση ή τις πέρδικες με τις θηλειές). Ε/Π Χχηλίκι: Θηλάκας (θηλύκι) τρύπα που κρατιέται το κουμπί, κουμπότρυπα. 
75. Φ Το πολτύ κουκνούκεμα, βλάφτει. ΝΕ Το πολύ ώπα-ώπα βλάπτει, τα πολλά δώρα βλάπτουν Ε/Π Κουκνούκεμα: κανάκια = χάδια, αρχαία: καναχή = μουσικός ήχος μετάλλου. 
76. Φ ΄Εκαμα το χωρκιό τρικλάϊ. ΝΕ Γύρισα όλο το χωριό πολλές φορές. 
77. Φ Χαλοσπιτάς που είσαι. ΝΕ Είσαι μαστροχαλαστής (κτίζεις και χαλάς). 
78. Φ Εποδκιάλτεξέντα ούλτα. ΝΕ Διάλεξε τα καλύτερα. Ε/Π Εποδκιάλτεξέντα: απο-διαλέγω. 
79. Φ ΄Εμπηξε τις φωνές και λαμπάσαμε. (ΜΕ) ΝΕ Έβαλε τις φωνές και ξαφνιαστήκαμε, από το φως το ξαφνικό Ε/Π ΄Εμπηξε: πήγνυμαι = μπήγω. Λαμπάσαμε: λαμπάζω = λαμπάδας = απότομο/ξαφνικό φως. 
80. Φ ΄Εφαες τα συκώτια μου και τα μελακκόνια μου. ΝΕ Έφαγες τα σωθηκά μου από τη στεναχώρια. 
81. Φ ΄Εδκιασεν ο πορτομονές. ΝΕ Άδειασε το πορτοφόλι. Ε/Π Πορτομονές: πορτο (porto = φέρω), μονές - μονέδα: χρήμα, νόμισμα, λατινική λέξη (monete). 
82. Φ Μωρή, καοματού που είσαι; ΝΕ Είσαι μια εσύ..... (που ξέρεις να τα διορθώνεις). 
83. Φ Έριξατον και βω, καντάρκια. (ΜΕ) ΝΕ Τον έβρισα πολύ (του ’ριξα κατάρες(. Ε/Π Καντάρκια: καντάρι, μονάδα βάρους και μέτρησης 
84. Φ Πρε ασυγκόλτητε! ΝΕ Αυτός που δεν ταιριάζει, δεν συναναστρέφετε με κανέναν. Ε/Π Ασυγκόλτητε: α + συν-κολλητε (λόγω χαρακτήρα). 
85. Φ Επιτήκα το γαίμα σα νερό. ΝΕ Το αίμα έβγαινε σαν πίδακας. Ε/Π Επιτήκα: πιτύζω (αρχαία) = εξακοντίζω νερό με το στόμα (πυντιλίζω = πυτσουλίζω). 
86. Φ ΄Ηβρα το κουμπί του. (ΜΕ) ΝΕ Βρήκα την αδυναμία του, να τον ρυθμίζω, όπως θέλω. 
87. Φ Που σεφέρι, τίποτα. ΝΕ Αυτή τη φορά τίποτα. Δεν βρέθηκε ευκαιρία. Ε/Π Σεφέρι: τούρκικη λέξη, sefer = ταξίδι, ευκαιρία, εκστρατεία. 
88. Φ Εκαταφάρτισες πάρεμου. ΝΕ Έφαγες τουλάχιστον. Ε/Π Εκαταφάρτισε: καφαρτίζω = πρωϊνό, τούρκικη λέξη, kahvalti = πρόγευμα. 
89. Φ Εποσπερίσαμέ σας καλά-καλά. ΝΕ Γειτονέψαμε απόψε καλά. Ε/Π Εποσπερίσαμε: αποσπερίζω = περνώ τη βραδυά μου. 
90. Φ Έμπλασέντα ούλτα, το ζο! ΝΕ Τα έχυσες όλα σαν ζώο, που είσαι …. Ε/Π Έμπλασέντα: μπλάζω = σπω, έμπλασε = έσπασε, λύθηκε. 
91. Φ Εφροκάλισα και παρίησα κιόλα. ΝΕ Σκούπισα και τακτοποίησα κιόλας. Ε/Π Παρίησα = τα’ βάλα σε τάξη. Εφροκάλισα: φιλοκαλώ = αγαπώ το ωραίο, σκουπίζω - φιλοκαλώ - η φιλοκαλία = φροακαλιά = σκούπα. 
92. Φ ΄Εκατσε σαν τον μπάστακα. ΝΕ Δεν το κουνά αποδώ (δεν κινείται να φύγει). Ε/Π Μπαστάκας: σταθερή πέτρα, στόχος σε παιδικό παιχνίδι (αμάδες). 
93. Φ ΄Εστεσα τη βούα και περασάτην που τα κορφάδκια. ΝΕ Στήσαμε τον αργαλειό (στηριζόταν στο ύψος των κορφαδιών). 
94. Φ Εκουστήκασιν οι πομπές του. ΝΕ Ακούστηκαν τα ρεζιλίκια του. Ε/Π Πομπές: πομπή = ευτελισμός - διαπόμπευση (βυζαντινή λέξι). 
95. Φ ΄Ενα σανάκι, ήταν χα-χα. ΝΕ Για μια στιγμή, ήτανε να γίνει (πλησίαζε να ολοκληρωθεί). Ε/Π Σανάκι: χρονική περίοδος, μάλλον τουρκική λέξη. 
96. Φ Κέρατο βερνικωμένο. (Βρισιά) Ε/Π Βερνικωμένο: βάφω με βερνίκι, προσβολή για τους απατημένους συζύγους. 
97. Φ Το ζύ είναι ξύκικο. ΝΕ Το ζύγισμα δεν είναι σωστό. Ε/Π Ξύκικο: ξύκικος = λιποβαρής (τούρκικα: eksik). 
98. Φ Είε και πόϊε, μέχρι να τον καελήση. ΝΕ Είδε κι’ έπαθε μέχρι να τον καταφέρει, καϊλίζω = καταφέρω. Τουρκικά: kail. 
99. Φ Το μακούκκι- το τρικούκκι. ΝΕ Τα ίδια και τα ίδια. Ε/Π Επανάληψη, κουραστική. 
100. Φ Γίμωσε κια το μπουράκκιο. ΝΕ Γέμισε το παγούρι. 
101. Φ Εγυρίσαμε, ταμπρός - επίσω. ΝΕ Γυρίσαμε ξανά πίσω (κάναμε κάτι ασήμαντο, κάτι επαναλαμβανόμενο). 
102. Φ Είσαι κακόν αγκιό. (ΜΕ) ΝΕ Είσαι κακός άνθρωπος. Ε/Π Αγκιό: αγγείο. 
103. Φ ΄Εχει κόμα γουμάρι που πίσω του. ΝΕ Έχει ακόμη πολλές υποχρεώσεις, που ακολουθούν. 
104. Φ Του φέντη σου παιάκι. ΝΕ Μοιάζεις του πατέρα σου. 
105. Φ Επήα στο γκλέμα. ΝΕ Πήγα στο μάζεμα (τίναγμα των ελιών). Ε/Π Γκλέμα - γκλέω - γκλέξιμο, από το ρήμα εκλέγω = μαζεύω. 
106. Φ Εννά σε πάρει καιννά σε σηκώσει. ΝΕ Θα σε πάρει, και θα σε σηκώσει. Ε/Π Ο κακός δαίμονας για να σε τιμωρήσει. 
107. Φ Τον καιρό εφοέρισέντον. (ΜΕ) ΝΕ Εφοβέρισε τον καιρό. Ε/Π Είχε τόση δύναμη, που επέβαλε τις απόψεις του. 
108. Φ Βόττο ε βόττο, επόμεινες και ποτρέχεις. ΝΕ Έμεινες και τριγυρνάς άσκοπα. Ε/Π Βόττο: βόλτα. 
109. Φ Σφάλα με τον ρουκέττο. ΝΕ Κλείσε με την αμπάρα, τον περάτη. Ε/Π Σφάλα: ασφαλίζω = σφαλώ. 
110. Φ ΄Ηρτε καιφτό πανωγούμαρο. ΝΕ Πάνω στ’ άλλα ήρθε κι’ αυτό. Ε/Π Δεν φτάνουν όσα είχαμε, προστίθενται κι άλλα. 
111. Φ Τίναι πρε κήρτες λαφατός; ΝΕ Τι είναι ρε κι’ ήρθες λαχανιασμένος; (τι κακό συμβαίνει;) 
112. Φ Τουτουνού του καιρού, εν κούουσιν καλέ! ΝΕ Τα παιδιά αυτής της εποχής δεν ακούνε. 
113. Φ Μετακέλτα παραπέρα. ΝΕ Πήγαινε πιό πέρα (μετακινήσου, κάνε βήματα πιο πέρα). 
114. Φ Εκοπποκυλκιούνταν που δω και που κει. (ΜΕ) ΝΕ Γύριζε από δω κι’ από κει άσκοπα. Ε/Π Εκοπποκυλκιούνταν: κοπροκυλιέμαι. 
115. Φ Ετσά τον έντιξε, τι να κάουμε; ΝΕ Έτσι τού κατέβηκε, τι να κάνουμε; Ε/Π Έντιξε: θίγω – έθιξε. 
116. Φ Ανατολή-ανατολών, Κύριε δόξα σοι. (ΜΕ) ΝΕ Πέρα βρέχει. Φράση υποτιμητική για κάποιον αδιάφορο. 
117. Φ Τσαγκουρνά σαν τον κάττη. Ν Γδέρνει σαν τον γάτη. Ε/Π Για κακό και δύστροπο άνθρωπο. 
118. Φ Εστάχχει με τον ένα. ΝΕ Χωρίς να πάρει ανάσα (στάθηκα επίμονα σε μια μόνο άποψη). Ε/Π Εστάχχει: εστάθη. 
119. Φ Φέρε που κιά τα τζένια να φύουμε. ΝΕ Φέρε τα πράγματα, να φύγουμε. Ε/Π Τζέμια: τα λουριά που οδηγούν άλογο/κάρο 
120. Φ Επέρασε περαματάρης. ΝΕ Πέρασε χωρίς να σταματήσει. Ε/Π Περαστικός για δουλειά. 
121. Φ Η φωνή στην πάνω κόκκα. (ΜΕ) ΝΕ Μιλούσε πολύ δυνατά. Ε/Π Κόκα: το σημείο που δείχνει την πιο έντονη φωνή. 
122. Φ Επήρεντο σερί - κορντόνι. ΝΕ Δεν έχει σταματημό. Ε/Π Το πήρε συνέχεια, όπως το κορδόνι σε μήκος. 
123. Φ Αρπάξεις καμμιάν πούντα, να γεις εσύ. ΝΕ Θ’ αρπάξεις κανένα κρύωμα και θα δεις. 
124. Φ Να!! μιά λαουργκιά. ΝΕ Να ένας μεγάλος λαγός! Ε/Π Λαουργκιά, -κιά: μεγεθυντική κατάληξη. 
125. Φ ΄Ασε κιά, α μη λείπεις. (ΜΕ) ΝΕ Νάχεις το νου σου (ν’ασαι εκεί, να μη είσαι απών). Ε/Π Θέση και άρνηση λένε το ίδιο, είναι σχήμα λόγου «εκ παραλλήλου». 
126. Φ Επόσταράτιστα, να τα ξέρει. ΝΕ Έστειλα μήνυμα, να το μάθει καλά. Ε/Π Επόσταράτιστα: ποστάρω = ταχυδρομώ. 
127. Φ Ξεφτερουχά η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Ξεπετάει η καρδιά μου. Ε/Π κάνει να φύγει, να πετάξει, νιώθει άσχημα. 
128. Φ ΄Οστα να πεις, να γεις, άφαντος. ΝΕ Μέχρι να το καταλαβεις, εξαφανιστηκε (ώσπου να πείς, να δείς). Ε/Π Σε περιπτώσεις άμεσης εκτέλεσης. 
129. Φ Μη πολτυμιλάς, καιννά χάσουμε το δικαστήριο. (ΜΕ) ΝΕ Να έχεις λίγα λόγια. Ε/Π Να λες λίγα, γιατί υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφτούμε. 
130. Φ Είπαντον και γίνει. ΝΕ Τον είπανε, κι’ έγινε. Ε/Π Παριστάνει αυτόν που δεν είναι (πίστεψε στους επαίνους των άλλων για τις ικανότητες του). 
131. Φ Κοντοστάχου κομμάτι, ναούμε. ΝΕ Σταμάτησε λίγο, να δούμε, κάνε υπομονή. 
132. Φ Επέρασε που τις χαραμάες. (ΜΕ) ΝΕ Φτηνά τη γλύτωσε. Ε/Π Κατάφερε το απίστευτο. 
133. Φ Μαύρην πείναν είχε. ΝΕ Πεινούσε πολύ. 
134. Φ Επαράοκε που την κούραση. ΝΕ Εξουθενώθηκε πολύ. Ε/Π Επαράοκε: παρεδόθηκε, υπέκυψε, παραδόθηκε εξαιτίας του κόπου. 
135. Φ Τίναι πρε, τσακάνια κουβαλάς; (ΜΕ) ΝΕ Γιατί πας κι’ έρχεσαι συνέχεια; Ε/Π Τσακάνια = καβούρια. 
136. Φ Η γουλκειά, ήρτε ράστη. ΝΕ Τα πράγματα ήρθαν, όπως τα περιμέναμε. Ε/Π Ράστη: αρχαία ράδιον = εύκολο, ράον, ραστώνη. 
137. Φ ΄Ελα, που νάρτουν τα χαπάρκια σου. (Βλαστήμια). Ε/Π Νάρτη η πιο κακή είδηση 
138. Φ Μήτε τσα μήτε αλγκιώς. ΝΕ Ούτε έτσι ούτε αλλοιώς. Ε/Π Θέση διπλωματική, πονηρή. 
139. Φ Εποστέλτωσα τάμπέλι. ΝΕ Στύλωσα τ’ αμπέλι. Ε/Π Εποστέλτωσα: από-στυλώνω = στηρίζω με στύλους. 
140. Φ Που νάβγκουν τα σωτικά σου και να μη πομείνουν. (Βλαστήμια) Ε/Π Τα σωτικά σου = τα εσωτικά σου. 
141. Φ ΄Εξηψεν η νιότη μου. ΝΕ Κάηκα ολόκληρος (λόγω της δοκιμασίας μου). Ε/Π ΄Εξηψεν: εξάπτω - άπτω - ανάβω - καίω. Η νιότη μου: η νεότης μου, η ζωή μου. 
142. Φ Κόμα κιά είσαι, εφύαν που τα χάννια. ΝΕ Ακόμα εκεί είσαι; φύγανε εδώ και ώρα. Ε/Π Αργά το σκέπτηκες, κατόπιν εορτής. 
143. Φ Ξάννα καλά, μην ελτάξω φύλλτο. Ν Πρόσεξε καλά, μην αλλάξω στάση. Ε/Π Ξάννα: ξανοίγω. Παροιμιώδης έκφραση για αλλαγή συμπεριφοράς. 
144. Φ Εγκλάστραν έχχελε. ΝΕ Αιτία ήθελε. Ε/Π Εγκλάστραν: εγκαλώ - βρίσκω αιτία για κατηγορία σε κάποιον. 
145. Φ Αείς που κάτω τον στρωμό!!! ΝΕ Να δεις πόσα πέσανε χάμω!!! Ε/Π Πόσος καρπός στρώθηκε κάτω από το δένδρο. 
146. Φ ΄Επιασε πάνω, με τα δέκα του. (ΜΕ) ΝΕ Δεν τα παρατάει. Τα κρατά με τα δύο του χέρια. 
147. Φ Εννά φάεις καμπόσο κερεστέ. ΝΕ Θα φας κάμποσο ξύλο. Ε/Π Κερεστέ: κερεστές = ξύλο, τούρκικη λέξη. 
148. Φ Εννάρτη η απανταχού, καιννά ξύεσαι. (ΜΕ) ΝΕ Θάρθουν τα μαντάτα και δεν θα ξέρεις τι θα θέλεις. Ε/Π Η απανταχού = η εγκύκλιος του κράτους. 
149. Φ Επήρεντο σειράβαρντη καίνεσταματά. ΝΕ Το πήρε σερί και δεν σταματά. 
150. Φ Εζβουντούρηξέντα κάτω, καίφηε. ΝΕ Τα παράτησε κι’ έφυγε. Ε/Π Εζβουντούρηξέντα: ζβούν, ηχοποίητη λέξη, σε ήχους κίνησης των πραγμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου