Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (έκτο μέρος)

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (έκτο μέρος) 
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

751. Φ Εχχάκηκεν ο ίσκιος δρόμος; (Μ.Ε.) ΝΕ Χάθηκε ο ίσιος δρόμος; Ε/Π Ούτε ανηφόρα ούτε κατηφόρα. Η μέση οδός. 
752. Φ Γέτο καλά, μην έχει μέσα γλίνες. ΝΕ Δες το νερό, μην έχει μέσα γλίτσα. Ε/Π Γλίνα = γλίτσα = λάσπη λιπαρής ουσίας 
753. Φ Πάνε κόψε φτηγά τη μαλτούππα, να λαφρύνει το καφκαλτό σου. ΝΕ Πήγαινε κόψε τα μαλλιά σου, να ελαφρώσει το κεφάλι σου. 
754. Φ Εκύζίτησεν ο λαός πάνω στο σίερο. ΝΕ Έσκασε ο λαγός πάνω στο σίδερο. 
755. Φ Απάεις με το λκιόγερμα. ΝΕ Να πας με το ηλιοβασίλεμα, όταν βασιλεύει ο ήλιος. 
756. Φ Αν έπιασε τη λίμα, αούμε πότε ννάρτει. ΝΕ Άν έπιασε την κουβέντα, να δούμε πότε θα φανεί. 
757. Φ Ήμπεμε μιά αγκία, καίξηψα. ΝΕ Μου μπήκε μια ακίδα και πόνεσα. 
758. Φ Φέτι έχει ανεργιά (ανομβρία). ΝΕ Φέτος δεν έβρεξε πολύ. 
759. Φ Βάρντα, α σειστείς. ΝΕ Μη τυχόν και κουνηθείς! Ε/Π Για τον αναποφάσιστο ή τον οκνηρό. 
760. Φ Έλα καίχουσσε κουλτούρκια. (ΜΕ) ΝΕ Έλα και σε περιμένουν. Ε/Π Να σε καλοδεχτούν (ειρωνικά). 
761. Φ Το περίπεσμα έχειτο μπρός-εμπρός. ΝΕ Συνέχεια κοροϊδεύει. Ε/Π Αυτή την νοοτροποία έχει. 
762. Φ Επήα και μάεψα τα ποκήππια. ΝΕ Πήγα και μάζεψα, ότι έμεινε στον κήπο. 
763. Φ Ε ποκοττώ να της τα πω. ΝΕ Δεν τολμώ να του τα πω. 
764. Φ Έσφαξα τη λούγκρα. ΝΕ Έσφαξα τον χοίρο. Ε/Π Λούγκρα: θηλικός χοίρος. 
765. Φ Εξεφτένιασε που τη πολτυκαιρία. ΝΕ Έχασε την αξία του γιατί πέρασε πολύς καιρός. Φτηνό, φτενός, φτήνια. 
766. Φ Πουλάσε και γοράζησε μέχρι α πεις κίμινο. ΝΕ Σε πουλάει και σ’ αγοράζει στο πι και φι. Ε/Π Σε ξεγελά. 
767. Φ Εφφύλκιασάτο, αλλτά βαστά μμόνι-μμόνι. ΝΕ Το ένωσα, αλλά κρατάει ίσα-ίσα. 
768. Φ Τα φτιά του γλαρίνο. ΝΕ Τ’ αυτιά του είναι ορθάνοιχτα. 
769. Φ Α στημέρνεις τα φράγκα σου. ΝΕ Να υπολογίζεις τα λεφτά σου. 
770. Φ Έκαμέμε ολοσύχριστο. ΝΕ Με λέρωσε πολύ, ολόκληρο. 
771. Φ Αν ήταν βολετό. ΝΕ Αν βόλευε, αν εξυπηρετούσε. 
772. Φ Επήα καίκοψα μερικά τσούδκια. ΝΕ Πήγα κι’ έκοψα μερικά στάχυα. 
773. Φ Κάχχε βολά τα ίδκια και τα ίδκια, εμαχίστηκα πιό να τα λέω. ΝΕ Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια, βαρέθηκα πια να τα λέω. 
774. Φ Α ρίχνεις τη δκιάφη με στα σσόμαλτα (έσω μόλα). ΝΕ Να ρίχνεις το θειάφι μέσα στο βάθος της κληματαριάς. 
775. Φ Εμούνταρε πάνω, α με φάει. ΝΕ Μου επιτέθηκε σαν τρελός. Ε/Π Λες και ήθελε να με φάει. Ιταλικά: montare = ορμώ. 
776. Φ Βρουλντόνου και στακτώνου, κάμνε ότι καταλαβαίνεις. ΝΕ Δε με νοιάζει κάνε, ότι θέλεις (βλέπε 255). 
777. Φ Μιλάστον καίγκουει, εντιπάργκιασε κιά. ΝΕ Τον μιλάς και δεν ακούει, κόλλησε εκεί. 
778. Φ Άσκημο ντέρντι ήβραμε. ΝΕ Άσχημο μπελά βρήκαμε. 
779. Φ Εντικόπην η φόρα του. ΝΕ Κόπηκε η φόρα του, κόπηκε η αποφασιστικότητα του.. 
780. Φ Εχτυπήσαν τα θρονιά; ΝΕ Χτυπήσαν τα στασίδια της εκκλησίας; (στην Α΄ Ανάσταση). 
781. Φ Ε σηκώνεται που τα κούμελτα ο αθθοκούφης. ΝΕ Δε σηκώνεται από το τζάκι, κάθεται πάνω στις στάχτες. 
782. Φ Η ντζιάρα εμισόδκιασε. ΝΕ Το βαρέλι του λαδιού είναι μισογεμάτο. 
783. Φ Σφογκίστου με το μεσάλτι. ΝΕ Σκούπισε τα χέρια σου με την πατσαβούρα. Ε/Π Μεσάλτι: mensalium - mensa - τράπεζα, τραπεζομάντυλο; 
784. Φ Πάει σαν την πορντούα. ΝΕ Πάει πολύ αργά, σαν τη χελώνα. 
785. Φ Έρριξα μερικά πατηχόφυλλτα στον χοίρο. ΝΕ Έριξα μερικές καρπουζόφλουδες στον χοίρο. 
786. Φ Κλείσε τον αομά, γιατί εννάβγκουν όξω οι πούλτες. ΝΕ Κλείσε το κοτέτσι, για να μην βγουν οι κότες έξω. 
787. Φ Ήβγκε πάνω στη τσούντη. ΝΕ Ανέβηκε σχεδόν στην κορυφή του δέντρου. 
788. Φ Σφόγγα τα γακτήλκια σου, που είν’ ολόλαα. ΝΕ Σκούπισε τα δάχτυλά σου που είναι γεμάτα λάδια. 
789. Φ Έκαμε κάτι πατήχες να !! μπουκατά. ΝΕ Έκανε κάτι καρπούζια!! τόσο μεγάλα! 
790. Φ Το χωράφι ήτα στο ττάβι του. ΝΕ Το χωράφι είναι έτοιμο για όργωμα. 
791. Φ Εκαρυκλιάσαν τα νεύρα μου. ΝΕ Μουδιάσανε τα νεύρα μου. 
792. Φ Εμαεφτήκασι ποσό! ΝΕ Μαζευτήκανε πολλοί. 
793. Φ Α πρε καμμυστέ. ΝΕ Α βρε κοιμισμένε, με κλειστά μάτια. 
794. Φ Χχέλει ζέξιμο, πριν εσφίξει. ΝΕ Θέλει όργωμα το χωράφι, πριν σφίξει το χώμα. 
795. Φ Εμείς άχουμε και φτη τη σκάση; ΝΕ Εμείς θάχουμε κι’ αυτό το πρόβλημα; 
796. Φ Μπάλκια-μπούλκιου γουλκιές. ΝΕ Δουλειές της πλάκας. 
797. Φ Ο ήλκιος είναι πυρός. ΝΕ Ο ήλιος καίει πολύ. 
798. Φ Εκαρβέλτωσε πάνω και κατσε χαλούρι. ΝΕ Κάθισε στο σαμάρι του γαϊδάρου, πιάνοντας τα καρβέλια του σαμαριού. 
799. Φ Α σε σουστάρω καλά. ΝΕ Θα σε φτιάξω καλά. Ε/Π Θα σε παίξω χορό σούστας. 
800. Φ Τα Σάββατα είν’ κοντά. (ΜΕ) ΝΕ Όπου νάναι, κοντεύει η ώρα. Ε/Π Για να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. 
801. Φ Γυαλτίζει σα μονήμερος. ΝΕ Γυαλίζει σα φίδι δηλητηριώδες. 
802. Φ Εμεχούλκιασε κι έκαμνε γιάγκλες-γιάγκλες. ΝΕ Μέθυσε και πηγαίνει εδώ κι’ εκεί, παραπατεί. 
803. Φ Το πανί εφουρντούκλωσε. ΝΕ Το πανί δεν ράφτηκε καλά, ξεχείλωσε. 
804. Φ Το ύφασμα ήμπε. ΝΕ Το ύφασμα μάζεψε. 
805. Φ Ιχιαλτά, να τον γεις, όπως χχέλεις. ΝΕ Μακάρι, να τον δεις, όπως θέλεις. 
806. Φ Ε κάμνουσι χωρκιό φαώνουνται σαν το σκύλτο με τον κάττη. ΝΕ Δεν τα βρίσκουν τσακώνονται συνέχεια, όπως ο σκύλος με τον γάτο. 
807. Φ Χάτε ναούμε οττούρ-μπακκαλούμ. ΝΕ Άντε να δούμε, ορίστε, κάθισε! 
808. Φ Επήεν αλάργκιου. ΝΕ Πήγε μακριά. 
809. Φ Εβρόμεσε ντο κόσμο. ΝΕ Μύρισε άσχημα παντού. 
810. Φ Πρε, που να πιαστείς και να μη λυάς. (Βρισιά) 
811. Φ Γυαλτοκοπά σαν όφκιος. ΝΕ Γυαλίζει σα φίδι. 
812. Φ Εξεμπρόστιασέντον καλά-καλά. ΝΕ Του τάπε ένα χεράκι, κατάμουτρα. 
813. Φ Πάννε κατούρα να λαφρύνεις. (ΜΕ, Περίπαισμα) 
814. Φ Ότι ειννά κάμνεις στα σίντα, γιατί εν έχουμε τράτος. Ν Ε Κάνε γρήγορα, γιατί δεν προλαβαίνουμε, δεν έχουμε χρόνο. 
815. Φ Εκόντεψε να φουρκιστεί το ζο, τσα που τόγεσες. ΝΕ Κόντεψε να πνιγεί το ζώο, έτσι που το έδεσες. 
816. Φ Πάνω που φφουρφουήσεν είναι. Ν Μόλις χάραξε η αυγή. Ε/Π Έγινε φυρφύρι, κοκκίνησε η ανατολή. 
817. Φ Βγκιατίζετε να φύουμε. ΝΕ Δουλεύετε γρήγορα, για να τελειώσουμε και να φύγουμε. 
818. Φ Επήρε το κολάι ντου πιό. ΝΕ Βρήκε το κουμπί του, την ευκολία του, τον τρόπο του. 
819. Φ Μιλτέττι, πρε, είν’ εφτό; ΝΕ Σόϊ (ή φυλή) είναι, βρε, αυτό; 
820. Φ Εξετσίννησε, ήβγκεν ένα τσουννί. ΝΕ Φύτρωσε και μόλις, που φαίνεται. 
821. Φ Κάχχεται χαστός. (ΜΕ) ΝΕ Κάθεται και περιμένει με ανοιχτό το στόμα. 
822. Φ Έκαμε το καφκαλτό μου, καζάνι. ΝΕ Με πήρε το κεφάλι μου, από τα πολλά λόγια και από τη φλυαρία του. 
823. Φ Έν έχει τίποτα, ανύχους. ΝΕ Δεν έχει τίποτα, τέρμα. 
824. Φ Κιά που κάχχουμουν, εκούτλιζα. ΝΕ Εκεί που καθόμουν νύσταξα. 
825. Φ Λε-λε, εκαταφερέντα. ΝΕ Με το πες-πες, τα κατάφερε. 
826. Φ Φτύξε στον κόρφο σου, α μη σε λάχει. ΝΕ Να παρακαλάς, να μη σου συμβεί. Ε/Π Διώξε το κακό με μάγια, να μη σε βρεί. 
827. Φ Εβρόμησε ο στόμας του, που τη πείνα. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που έχει μέρες να φάει. 
828. Φ Κάχχε λτιό και λτιάκι, βγκαίνει ένα φασούλτι. ΝΕ Κάθε λίγο και λιγάκι κάτι βγαίνει στην επιφάνεια, κάποιο πρόβλημα. 
829. Φ Εκάμαμας, ελάτε να ήτε. ΝΕ Μας έκανε του αλατιού, ρεζίλι, ελάτε να δείτε θέαμα να γελάσετε. 
830. Φ Κάχχεται και ξύεται. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που έρχεται σε δύσκολη θέση και δεν ξέρει τι να κάνει. 
831. Φ Είε τα φράγκα και ξεσπάστη. ΝΕ Είδε τα λεφτά και ξαφνιάστηκε. 
832. Φ Ήρτε πάνω στην άψη της γουλκειάς. ΝΕ Ήρθε το φουλ της δουλειάς. 
833. Φ Χώργκιε κει, κατακομμό! ΝΕ Βλέπε κει, δεν λέει να σταματήσει την κούραση! 
834. Φ Μοναχός του είν’ ένα χωργκιό. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που μιλά πολύ και κάνει θόρυβο. Ε/Π Ο πολυλογάς γίνεται αντικείμενο προσοχής από μέρους των άλλων. 
835. Φ Μη χχαρρείς και ξεφυσά πουκιά. ΝΕ Μη νομίζεις, παίρνει τα χούγια του (βγάζει αέρα από κει …). 
836. Φ Η μούρη του είναι σα τσερπί. ΝΕ Αυτός που έχει αδύνατο πρόσωπο. Ε/Π Τσερπί: σκατζόχοιρος. 
837. Φ Κατακόβγκιεται κιά μοναχός του. (ΜΕ) ΝΕ Παραμιλάει μόνος του, κουράζεται ασταμάτητα. Ε/Π Ασχολείται μόνος του (για τον εσωστροφή άνθρωπο). 
838. Φ Καλός καρντιαλής είν’ καιφτός. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που φοβάται πολύ. Ε/Π Ειρωνεία για κείνον, που δεν έχει τόλμη. 
839. Φ Κάτσε πρε κάτω, σαρταμπέλτο. ΝΕ Κάθησε κάτω πιά. Ε/Π Μην κάνεις σαν τον σαλτιμπάγκο. 
840. Φ Όσο βαρεί, ξίζει. (ΜΕ) ΝΕ Γενικά ο καλός άνθρωπος. Ε/Π Η καλοσύνη μετριέται, θαρρείς, όπως το βάρος. 
841. Φ Εσήκωσεμε πάνω με τη μπουκιά στο στόμα. ΝΕ Με σήκωσε πάνω, πριν προλάβω να φάω. 
842. Φ Επέρασε που τις χαραμάες. ΝΕ Αυτός που γλύτωσε στο τσακ, την τελευταία Ε/Π Πέτυχε το ακατόρθωτο. 
843. Φ Εκόκκιασε το ψαλί και χχέλει κόνισμα. ΝΕ Τι ψαλίδι θέλει ακόνισμα, γιατί δεν κόβει. 
844. Φ Εφέραν το κόνισμα της Παναγιάς. ΝΕ Φέρανε την εικόνα της Παναγίας. 
845. Φ Ήψαν οι ποδκιές του. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που κάνει πολλές δουλειές. 
846. Φ Επέρασε που τη χαντακιά να μη το γούσι. ΝΕ Πέρασαν από άλλο δρόμο, για να μην τους δουν. 
847. Φ Ήψαν τα φιτίλκια. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που νευρίασε. Πήρε φωτιά από θυμό. 
848. Φ Τανεί παστρικά. ΝΕ Δουλεύει καθαρά. 
849. Φ Το συνί είναι στρωμένο. ΝΕ Το φαγητό είναι στο τραπέζι. 
850. Φ Εκαταλάγιασε στο γιαττάκι του. ΝΕ Ησύχασε στο κρεβάτι του. 
851. Φ Πενήντα χρονών λαός. (ΜΕ) ΝΕ Ο μεγάλος στην ηλικία. Ε/Π Αντλημένο από τις αστείες συμπεριφορές των χαλκητών. 
852. Φ Έκαμε το χωράφι πατούρι. ΝΕ Έκανε το χωράφι δρόμο. Ε/Π Σκληρό από τα από τα περάσματα του. 
853. Φ Είν’ καιφτός μισόκαλτος. ΝΕ Δεν είναι στα καλά του. Ε/Π Δεν είναι πέρα για πέρα υγιής. 
854. Φ Το ένα ξινίζει, το άλτο μυρίζει, αούμε πουννά σέβρουμε. ΝΕ Τόνα ξινίζει τ’ άλλο μυρίζει, πού θα σε βρούμε ποιο σ΄ αρέσει! Ε/Π Δεν έχεις πάρει μια θέση. 
855. Φ Είναι κομμάτι ττέρσης. ΝΕ Είναι λίγο απότομος, σκληρός. 
856. Φ Εννά τα πάρει μαζί του. (ΜΕ) ΝΕ Γι΄ αυτόν, που δεν ξοδεύει (ο τσιγκούνης). Ε/Π Ειρωνικά: στον τάφο δεν παίρνει κανείς τιποτα. 
857. Φ Και τι μορκιά κακομά. ΝΕ Είδες τι ωραία, καυμένη μου. 
858. Φ Αγεράτιστος άχρωπος. ΝΕ Αχαΐρευτος άνθρωπος, που δεν αξίζει. 
859. Φ Επήρε μιά καλαγιά που κάτω, μη ε βω, εν ε ξέρω. ΝΕ Πήρε μια καλή παρτίδα στα χαρτιά, τόση μεγάλη, δεν ξέρω πόσα. 
860. Φ Μουϊζει το φαϊ, σαν το χοίρο. ΝΕ Μυρίζει το φαγητό σαν τον χοίρο. 
861. Φ Η γουλκειά εφοήχχη τον τακτικό κι’ όχι τιν τταμαχιάρη. (Μ.Ε.) ΝΕ Η δουλειά φοβάται τον τακτικό, κι’ όχι αυτόν που δουλεύει στο φουλ. 
862. Φ Εφτός είν’ αρνί καλέ και κάμνουντον, όπως χχέλουν. (ΜΕ) ΝΕ Είναι μαλακός άνθρωπος και τον κάνουν ότι θέλουν. Ε/Π Τον άκακο και τον αγαθό τον εκμεταλλεύονται. 
863. Φ Χχαρείς και κατουρήσαμε στο φλετρό. (ΜΕ) ΝΕ Λέγεται, όταν παν όλα στραβά και αποφεύγουμε το κάθε τι. 
864. Φ Εν έχουνμε κανένα να μας φυσήξει στο στόμα. (ΜΕ) ΝΕ Δεν έχουμε βοήθεια από κανέναν. Ε/Π Δεν έχουμε κανέναν να μας δώσει πνοή ζωής. 
865. Φ Ούλτο στράβιν εβρίσκει. ΝΕ Όλο αιτίες, προφάσεις βρίσκει. 
866. Φ Τραβούντον τσα που τραβούν οι σκύλτοι το προβκιακό. ΝΕ Τον τραβούν, όπως οι σκύλοι τα δέρμα του προβάτου. 
867. Φ Μερικωνών γεννούν κι’ οι πετεινοί τους. (Μ.Ε.) ΝΕ Αυτοί που έχουν μεγάλη τύχη. Ε/Π Αυτοί που πετυχαίνουν το ακατόρθωτο και ευνοούνται σκανδαλωδώς. 
868. Φ Νεροσταλτιά που είσαι! ΝΕ Είσαι σαν τη βρύση που στάζει. 
869. Φ Α φτύξω κάτω, φτύω τα γένια μου, α φτύξω πάνω φτύω το Θεό. (ΜΕ) ΝΕ Όπως και να κάνω βρίσκομαι μπλεγμένος. Ε/Π (όταν πρόκειται για συγγενικό πρόσωπο). 
870. Φ Η πωρνή σήμερα ήτα για δκιάφισμα. ΝΕ Το πρωινό ήταν καλό για το θειάφισμα. 
871. Φ Κάχχεται μουτεμένος. Ν Κάθεται σφιχτός και σκεπτικός. 
872. Φ Τρώεις το και νατριχάς. ΝΕ Το τρως και σηκώνεται η τρίχα σου, αηδιάζεις. 
873. Φ Εν ήμουν στο ταπάνι μου. ΝΕ Δεν ήμου στα καλά μου, στις δυνάμεις μου. 
874. Φ Το χωράφι είναι μπριάρικο. ΝΕ Το χωράφι βγάζει νερό. Ε/Π Μπριάρικο: ομβρίζει. 
875. Φ Έλα καίχωσε πασταχιούτα. (ΜΕ) ΝΕ Έλα και δεν κάνουμε χωρίς εσένα. Ε/Π Ειρωνικά (σου έχουμε μακαρονάδα με τυρί). 
876. Φ Εχαμπίναν οι λαμπατίνες. (ΜΕ) ΝΕ Αρχίζω να μην βλέπω καλά. Ε/Π Αιτία το θάμπωμα των ματιών 
877. Φ Εόκαμε λο, μέχρι να τα φανερώσουμε. ΝΕ Δώσαμε το λόγο μας (για αρραβώνες μέχρι να τα ξεφανερώσουμε). 
878. Φ Κάμνει σα πατή της. ΝΕ Κάνει σα νάναι μόνη της. 
879. Φ Επαίξαμε μιάν αντουνάτα, του καλού καιρού. ΝΕ Κάναμε έναν καυγά του καλού καιρού. 
880. Φ Έκαμε το χωράφιν αβγκό. (ΜΕ) ΝΕ Καθάρισε το χωράφι από τα μπάζα και τα χόρτα. 
881. Φ Τε-τε εν επέτυχεν η γουλκειά. ΝΕ Προσπάθησα, αλλά η δουλειά δεν πέτυχε. Ε/Π Τελικά απέτυχε. 
882. Φ Εφτόν εγίνηκε ρουμάνι. ΝΕ Αυτό γέμισε από πεύκα κι’ άγριους θάμνους. 
883. Φ Εκρίπαρεν η καραματάρια. ΝΕ Έσπασε η σαμπρέλα. Ε/Π Αεροθάλαμος (κάμερα αέρα). 
884. Φ Εντιργκιούνταν να πάει. ΝΕ Το σκεφτόταν για να πάει. Ε/Π Δεν έχει θάρρος, διστάζει. 
885. Φ Πε-πε εκατάφερεντα. ΝΕ Πες-πες τα κατάφερε. 
886. Φ Α μωρή χαστοκουρούνα! (Βρισιά) 
887. Φ Και που των απροέλοιπιων. ΝΕ Και από των υπολοίπων, παιδιών σου (εννοείται του γάμου). 
888. Φ Καλός ντεληξίζης είσαι. ΝΕ Είσαι κι’ εσύ κοκαλιάρης. 
889. Φ Ποιός έχει τον πιό πολτύ (νου); ΝΕ Ποιός έχει το πιό πολύ μυαλό; 
890. Φ Επήα να νοιαστώ τα μαντάλκια. ΝΕ Πήγα να δω τους φράχτες με φυτείες, π.χ. της ντομάτας. 
891. Φ Α σπιρτίσεις τώρα βα, α καλαφουνίσει ο τόπος. ΝΕ Ν’ ανάψεις ένα σπίρτο τώρα εδώ, θα καεί ο τόπος. 
892. Φ Γλυκατσούα τον έκαμες. ΝΕ Τον έκανες πολύ γλυκό τον καφέ. 
893. Φ Εβώ καλό χαπάρι και συ παχύν αρνί. ΝΕ Λεγόταν για την κουρούνα που έκραζε (έκρωζε). Ε/Π Η κραυγή της κουρούνας ήταν σημάδι κακού οιωνού. 
894. Φ Λτάξε τη καντέλτα. ΝΕ Άλλαξε το μπουζί. 
895. Φ Κόψε το γέμμα, που τον καταπότη. ΝΕ Γύρισε το νερό πίσω στο μεγάλο (κεντρικό) αυλάκι. 
896. Φ Ε μας πολείπου οι αθθοί. ΝΕ Δε μας λείπουν τα προβλήματα. 
897. Φ Έππεσε κούππα. ΝΕ Έπεσε μπρούμυτα. 
898. Φ Πάει που χάμαι, ώς χάμαι. ΝΕ Αυτός που δεν έχει κουράγιο να σταθεί στα πόδια του. 
899. Φ Εστράβωσε το παραφάνκο. ΝΕ Στράβωσε ο προφυλακτήρας (το φτερό) του τροχού του ποδηλάτου ή του αυτοκινήτου. 

900. Φ Ό,τι χχέλεις κάμνε, το μόσμα της είν’ κιά. ΝΕ Ότι και να κάνεις το ενδιαφέρον της είναι εκεί. Ε/Π Έχει ομόσει να το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου