Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Β βήτα) Μέρος 2ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Β (βήτα):
βαελίζω
νταντεύω, υπηρετώ
Βαϊλίζω η βαβαλίζω = υπηρετώ, βάγιλος
= υπηρέτης, βαΐτσα υπηρέτρια (Κως).
Λατ.: bajulus = αχθοφόρος.

βαζάνες
μελιτζάνες
Βαζάνια, αραβ.: badindzan. Στη βυζαντινή εποχή τα έλεγαν Bazizavia.

βανανά
εδώ
Συνεπτυγμένη φράση:  Εδώ να - εβανά - εβανανά. Εβά είσαι αντί: εδώ δα είσαι.

βαρεκίνα
σημερινή χλωρίνη
Ονομασία φίρμας.

βαριούμαι
βαριέμαι
Αρχ.: βαρούμαι.

βάρντα
πρόσεχε, απαγορεύεται
Ιταλ.:  quarda, βενετ.: varda, βλ.: βάρδια.

βάρτα
να τα βάλεις
Αντί: βάλε αυτά, βάλ - τα, βάρτα εκεί.

βαρταλαλώ
φωνάζω
Φλυαρώ, φωνάζω, αρχ.: βαττολογώ.

βάσσω
φωνάζω, γαυγίζω
Έβαξε να κλαίει, βάσσει ο σκύλος. Ίσως είναι παράγωγο ρήμα του: Βαυ - βαυ ή
λατ.: bat bat, λέξη ηχοποίητη για αστεία,
για παιχνίδια (παιδιά).

βασταδκιά
σύνορο ή αυλάκι
Από τη λέξη: βασταός =  υπερυψωμένο χώμα.

βασταός
σύνορο
Το σύνορο των χωραφιών. Είναι και το μεγάλο αυλάκι που περνά πολύ νερό (βαστάζω).

βαστρί
πήλινο θραύσμα,
πήλινο όστρακο
Η σωστή λέξη είναι γαστρί, αρχ.: γαστέρα (κοιλιά), γάστρα. Παίζαμε αμάδες με βαστριά (γαστρί -  βαστρί).

βατσέλτα
τσίγκινο δοχείο
Δίσκος στρογγυλός μεταλλικός. Λατ.: vascellum.

βαΰζω
επιμένω
Βαβίζω = γαυγίζω. «Εκειά εβάϊσε», κάνει: βαύ - βαύ.

βγκάλντω
βγάζω
Βγάλλω - βγάζω.

βγκιατίζει
κάνει γρήγορα
Βκιατίζει, βιατίζω - βιάζομαι - σπεύδω.

βέργκιες
ξόβεργα
Βέργα: πρώτη σημασία είναι λεπτό κλαρί, κλωνάρι. Στις Φάνες είναι οι ιξόβεργες. Ξύλα λεπτά αλειμμένα με  ιξό.
Τα πουλιά παγιδεύονται, όταν καθίζουν  στον κολλώδη ιξό και συλλαμβάνονται.

βερεσίδκια
βερεσέ
Βερεσέ (τουρκ.: veresiye) = αγορά με πίστωση.

βίντζι
βαρούλκο, γερανός
Λατ.: vincio = δένω και vinculum = τα δεσμά, αγγλ.: winch.

βιτούρα
αυτοκίνητο
Ιταλ. λέξη, Vetura = όχημα, αμάξι.

βίτσα
ραβδί
Κυρίως αμπελιού βέργα. Λατ. το αμπέλι λέγεται vitis και άρα vitsa.

βλατίζω
πετυχαίνω
Βλάτισμα = κτύπημα. Άρα βλατίζω σημαίνει κτυπώ σε κάποιον άλλο, τουρκ.: avladim.

βλάττα
αρρώστια, ευλογιά
Αρρώστια με εξανθήματα. Βλάττη ή
βλάττα είναι το μεταξωτό πανί. Λατ:
blatte = ο μεταξοσκώληκας. Επειδή η αρρώστια είχε χρώμα του μεταξιού.

βλοημένη
ευλογημένη
Ευ+λέγομαι.

βντέλντα
βδέλλα
Βτέλτα: αντί βδέλλα ή αβδέλλα.

βολά
κάθε φορά
Μια βολά = μια φορά (θάθελα μια βολά
να τον συναντήσω).

βολετό
αν μπορούσε να γίνει
Είναι δυνατόν, μπορετό. Από τη λέξη:
βολή, βρήκα την βολή μου,  βολεύομαι, βολεύω, βόλεμα.

βολοτσακκώ
κάνω τα ίδια και τα ίδια
Σπάω τους βώλους, επαναλαμβάνω την
ίδια δουλειά, βώλος+τσακίζω.

βοτρύ
τσαμπί σταφυλιού
Βοτρύδι, αρχ.: βότρυς.

βοττογυρίζω
γυρίζω άσκοπα
Βολτογυρίζω, βόλτα+γυρίζω.
Βοττογυρίζει όλη μέρα ο γιός μας.

βούα
αργαλειός
Πιθανόν από το: γύα - γούα, βούα = βαθούλωμα γης, λάκκος, που έβαζε τα πόδια της η υφάντρα.

βουάρα
βουβαμάρα
Αντί: βουβάρα, βωβός, βουβάρα, βουβαμάρα.

βουλντώ
πατώ στις λάσπες
Βουλιάζω, εβούλτησε στα χρέη. Ρήμα: βωλίζω.

βούργκια
τσάντα από πανί, συνήθως  βοσκού
Δερμάτινο ή πάνινο σακούλι ειδικού σχήματος, λατ.: bulgea = βούγια - βούργια.

βούργκιο
αβγό με χαλασμένο κρόκο
Αυγό χαλασμένο, παλιό, κλούβιο.

βουστέρνα
μικρή δεξαμενή, χώρος νερού
Ή και γιστέρνα. Λατ: cisterna = δεξαμενή.
Βου-στέρνα = δεξαμενή που πίνουν τα ζώα.

βραστασκιά
ζεστασιά
Από το: «βράζω», δηλ. ζεσταίνω, βραστασιά.

βραστό
τσάι,  αλεσφακιά,  χαμομήλι κ.λ.π.
Το κάθε αφέψημα.

βραϋνωπά
βραδάκι
Βραδυνωπά. Βραδυνωπός: εκείνος που
έχει όψη της βραδυάς. Βραδυνωπός+ωψ… ωψ- ωπός = το βλέμμα, το μάτι. Π.χ. βατωπά, στενωπά.

βρόντος
κρότος, δυνατός αέρας
Χωρίς στόχο, «πάει στον βρόντο»,
όποιος ρίχνει τουφεκιές στον αέρα.

βρούλντα
βούρλα
Βούρλα, αρχ.: βρύλλο, βρούλο.

βρουλντίζου
κάμε ό,τι θέλεις
Αντί: βρουλίζου ή βουρλίζου, ασχολούμαι με τα βούρλα. Φράση: «άστον να βουρλίζεται» (να κόβει βούρλα για να
κάνει καλάθια). Ίσως επίσης από το αρχ.: βρυν = φωνάζω, ζητώ νερό. Στα μωρά
λέμε: θέλεις μπρού; μπρουά; Το -β- στα αρχ. προφερόταν σαν -μπ-. Δηλ.: άστον
να βρουλίζεται = άστον να φωνάζει, να ταλαιπωρείται.

βρωμοπαπαδ-κιά
είδος εντόμου
Έντομο που μυρίζει άσχημα, βρομάει. Αχρηστεύει τις ντομάτες και τα μούρα.

βυτίνα
πήλινο δοχείο νερού
Βυτινάρι, αρχ.: Βυτίνη ή βυτίνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου