Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (δεύτερο μέρος)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

151. Φ Βαστά ένα όργκιο, άστα και να πάει. (ΜΕ) ΝΕ Κρατά την κουβέντα και να δούμε πότε θα τελειώσει. 
152. Φ Είες αππαναργκιό; ΝΕ Είδες ακαταστασία; Ε/Π Αππαναργκιό: αππανάς = βρόμικός, ακατάστατος (τούρκικη λέξη) 
153. Φ Κοπροσκυλιάζει, ο ττεμπελοχανάς. ΝΕ Κάθεται όλη την ημέρα ο τεμπέλης στο χάνι χωρίς να κάνει δουλειά. 
154. Φ Κατάκατσε πιο, γιατί επαράκαμέστο. ΝΕ Κάτσε καλά, γιατί το παράκανες. 
155. Φ Επύργκιασες ταβγκά; κάτσε κόμα. (ΜΕ) ΝΕ Για κάποιον που κάθεται και ξεχνά να σηκωθεί. Ε/Π Επύργκιασες ταβγκά: κλώσησες τ’ αυγά, όπως η όρινθα. Πυρκιαζω = ζεσταίνω. 
156. Φ Εξεσυνόβγκαλέντον, και πήρεντον. ΝΕ Του άλλαξε τα μυαλά και τον πήρε, τον παρέσυρε. 
157. Φ Επερίλαβέντον, μόλις τον είε. ΝΕ Τον έπιασε μόλις τον είδε και τού έκανε παρατήρηση. 
158. Φ Εκάχουνταν του καλού καιρού. (ΜΕ) ΝΕ Καθότανε ξένιαστος. Ε/Π Όπως συνηθίζεται στον καλό καιρό, που δεν έχει προβλήματα. 
159. Φ Εκαμέντα, αλάη-μαλάη. ΝΕ Τα ανακάτεψε. Ε/Π Αλλαγή με αλλαγή 
160. Φ Πουννά φυ το χώμα, που τις άτσες σου, και να μη πομείνει. (Βλαστήμια) 
161. Φ Βγκάλντη την, εν την εβγκάλτη. (ΜΕ) ΝΕ Έτσι κι’ έτσι. Ε/Π Ζει ή πεθαίνει. 
162. Φ Εντερόλυσε ο μικρός. ΝΕ Φοβήθηκε ο μικρός. Ε/Π Εντερόλυσε: εντερο-λύω. 
163. Φ Εν εμπλέπεις τον συρμό; ΝΕ Δε βλέπεις τι γίνεται; Ε/Π Πώς οδηγεί η μόδα; 
164. Φ Βάλε πρε μιά μαστίχα, που κιά. ΝΕ Βάλε μου ένα ούζο από εκείνο που έχεις. 
165. Φ Ευ τον κάμνεις ζάφτι. ΝΕ Δεν τον κάνεις καλά. Ε/Π Δεν μπορείς να τον βάλεις στην θέση του, να τον περιορίσεις. Ζάφτι, ζάπτι, τούρκικα = περιορισμός. 
166. Φ Επήαμε να πούμε, κίπαμας. (ΜΕ) ΝΕ Πήγαμε να πούμε και μας είπανε. Ε/Π Από την επίθεση βρεθήκαμε στην άμυνα. 
167. Φ Έφερέντα, κκιαπράζι. ΝΕ Τα έφερε σκούρα, δυσκολεύτηκε πολύ. 
168. Φ Επαϊρντισεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Φούσκωσε η καρδιά μου. Ε/Π Εγώ ο ίδιος παραδόθηκα στους φόβους μου. Παϊρδίζω, τούρκικα.: bayildim = λιποθυμώ. 
169. Φ ΄Ηρτε μερέβικα. ΝΕ Ήρθε, όπως το θέλαμε. 
170. Φ Ελυσσοντέργκιασές με πρε. (ΜΕ) ΝΕ Μ’ έκοψες τη χολή. Ε/Π Μ’ έκανες να φοβηθώ πολύ (λύνω + έντερα), λυ(σ)οντεράζω. 
171. Φ Εσκουρόφερέντα ο ζάβαλντης. ΝΕ Τα βρήκε σκούρα ο κακομοίρης. Ε/Π Δυσκολεύτηκε στα προβλήματα ο καυμένος. 
172. Φ Α σε κάμω καφαρτί; ΝΕ Να σε φτιάξω κολατσιό; Ε/Π Καφαρτί - κολατσιό = πρωινό. Κολατσιό, ιταλική λέξη (colazione). 
173. Φ Ετρουλτόφτιασε, να κούσει. ΝΕ Τέντωσε τ’ αφτιά του, ν’ ακούσει. Ε/Π Τρούλος = θολωτό στέγασμα, υψηλό. 
174. Φ Επόλυκε; γιά κόμη; ΝΕ Τελείωσε η εκκλησία ή όχι; Ε/Π Επόλυκε: απέλυσε η εκκλησία το εκκλησίασμα. Επόλυκε: αρχαίος παρακείμενος του απολύω (από-λέ-λυ-κε). 
175. Φ ΄Εριξε νάμι στο χωρκιό. ΝΕ Έβγαλε όνομα στο χωριό. Ε/Π Συνήθως κακό, ή δεν θέλει πια να ΄ρθεί. Νάμι = όνομα, φήμη. Τουρκικά: nam, μάλλον δυσφήμηση. 
176. Φ Μέχρι να συφταστείς να πάεις, ενάναι πολυτά. (ΜΕ) ΝΕ Μέχρι να πας θάχει τελειώσει η εκκλησία. 
177. Φ Εφάνην ο μουστουρής; ΝΕ Φάνηκε ο αγοραστής; 
178. Φ Εφύαμμε τα κατρουλκιά. (ΜΕ) ΝΕ Απο το φόβο μου κατουρήθηκα (πολύ φοβήθηκα). 
179. Φ Κούε γκομαχητό που βγκάλντη. ΝΕ Άκου αγκομαχητό, που βγάζει. 
180. Φ Ελατσόχχηκες, πρε, έ χωρείς; ΝΕ Λερώθηκες (βρόμισες) βρέ, δε βλέπεις; Ε/Π Ελατσόχχηκες: λέτσος - λετσώνομαι λερώθηκα, βρόμισα. Lezzo (ιταλικά) = βρομία, δυσωδία, άσχημο ντύσιμο. 
181. Φ Α σε κάμω καντήρα; ΝΕ Θα σε σηκώσω στην πλάτη μου. 
182. Φ Επήε κήρτε, το μυαλό μου. (ΜΕ) ΝΕ Σκέφτηκα διάφορα πράγματα. Ε/Π Παροιμία αμφιβολίας. 
183. Φ Εκλώσαν τ’ άντεράμου. ΝΕ Ανακατωθήκανε τα έντερά μου. Ε/Π Έννιωσα προβληματισμένος, θύμωσα. 
184. Φ Ερεμέδκιασές τα καλά; ΝΕ Τα έφτιαξες καλά; Τα διόρθωσες ωραία; Ε/Π Ερεμέδκιασές τα - managgiare - χειρίζομαι καλώς. 
185. Φ Εχολόσκασεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Έσκασε η καρδιάμου, λυπήθηκα πολύ. 
186. Φ Ξάννα μη πεταχτεί καμμιά τσαμπηρία. ΝΕ Κοίταξε μη πεταχτεί καμμιά σπίθα. 
187. Φ Κόκκινος, φυρφύρι. ΝΕ Ολοκόκκινος. Ε/Π Ως η πορφύρα, ο πορφυρούς = ο βαθυκόκκινος. 
188. Φ Επαίξαμε ένα παττιρντί, του καλού καιρού. ΝΕ Είχαμε έναν καυγά τρικούβερτο. Ε/Π Παττιρντί: φασαρία, θόρυβος (τουρκικά: patirdi). 
189. Φ Εκλειοστόμιασε, και εν εβγκάλτη γρί. (ΜΕ) ΝΕ Έκλεισε το στόμα του και δεν βγάζει άχνα, δεν είπε κουβέντα (ούτε γρω αρχαία). 
190. Φ Ξάννα μη πνιουργκιαστής. ΝΕ Πρόσεξε μην πνιγείς, πέρα για πέρα. 
191. Φ ΄Εκατσε χαλούρι, κι’αντό γεις ΝΕ Κάθησε στο σαμάρι του γαϊδάρου κι’ έγινε άφαντος. Ε/Π Χαλούρι: δίχαλο - διχάλα = με τα σκέλη εκατέρωθεν. 
192. Φ Επήε στο γιαττάκι του. ΝΕ Πήγε στο κρεβάτι του, για ύπνο. 
193. Φ Ενερούλγκιανε το μυαλό μου. (ΜΕ) ΝΕ Το μυαλό μου έγινε νερό και δεν μπορεί να βρεί λύση 
194. Φ Α βράσω την καβαλνταρία σου. (Βρισιά) Ε/Π Αδιαφορώ για την ιππική σου δύναμη, για το ιππικό σου. 
195. Φ ΄Ηβγκε η κουτάλα του. ΝΕ Βγήκε ο ώμος μου, κουράστηκα πολύ. 
196. Φ Πρε, που να σε πεί, ο γιμάμης στο φτί. (Βλαστημιά) Ε/Π Γιμάμης: Ιμάμης, θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων. 
197. Φ Τοσογά μεϊτάνι, έ σε πήρε; ΝΕ Τόσο μέρος δε σε πήρε; τόσος χώρος δεν ήταν αρκετός; 
198. Φ Εγίναμε κκιούλκι και γιέβεντο, στο χωρκιό. Ν Γίναμε ρεζίλι στο χωριό. Ε/Π Γίναμε δυσμενές σχόλιο στο χωριό, μας κατηγορούν. Κιούλι, γιεβέντο = αιτία να μας κοροϊδέψουν (γιβεντίζω, βυζαντινό). 
199. Φ ΄Οξω είναι γιαγκίνι. ΝΕ Έξω κάνει ζέστη αφόρητη. 
200. Φ ΄Εκαμε κάρκαχο, μη το γγίξεις. ΝΕ Η πληγή έκανε κέτσα, μην την αγγίξεις. Ε/Π Η πληγή αρχίσει να θεραπεύεται. 
201. Φ ΄Επλωσε τα σκάδκια στην απλώτρα. ΝΕ Άπλωσε τα ξερά σύκα στην απλώστρα. Ε/Π Σκάδκια - σχάδια = σύκα. 
202. Φ Τ’ειν ο κάουρας, τ’ειν το ζουμίντου. (ΜΕ) ΝΕ Τι θα μείνει για να πάρεις και συ. Ε/Π Σε περιπτώσεις που δεν πρέπει να περιμένεις πολλά. Κάουρας - κάβουρας. 
203. Φ ΄Εβγαλε ένα πόφωνο. ΝΕ Έβγαλε μια κραυγή. Ε/Π Απότομη, παρατεταμένη κραυγή. Απόφωνο = από-φωνώ. 
204. Φ ΄Ηβγκε μιά πελτακούα. ΝΕ Βγήκε μιά φλούδα. Ε/Π Πελτακούα: πέλεκυς, φλούδα = κομμάτι πελεκημένου ξύλου από κορμό. 
205. Φ Εκουκκούλντωσε η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Σταμάτησε η καρδιά μου. Ε/Π Πλακώθηκε (η καρδιά μου) από το βάρος ενός σοβαρού γεγονότος. 
206. Φ Γκιλτοτήρι που είσαι; Ν Ε Πειραχτήρης που είσαι; Ε/Π Γκιλτοτήρι: ακίδα - σχίσμα αιχμηρού ξύλου - αγκάθα που εισχωρεί άνετα στο σώμα, για να δώσει ερέθισμα αντίδρασης. Α-γκιλώνω. 
207. Φ Εστρατίστη κακομά, έπιασε ζυό. (ΜΕ) ΝΕ Μπήκε στο σωστό δρόμο. Ε/Π Ζυό: ζυγός. Υποχρεώνεται να ακολουθήσει τον σωστόν δρόμο. 
208. Φ Εναπουγκώχχηκε πιό, φιέστε που μπρός. (ΜΕ) ΝΕ Σήκωσε τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα και πρέπει να φοβόμαστε. Ε/Π Δείχνει την αποφασιστικότητα κάποιου για σύγκρουση, αλλά και ειρωνεία. 
209. Φ Εσυγκλίστη το χωρκό, έ τάμαχχες; ΝΕ Έγινε βούκινο στο χωριό, δεν τάμαθες; Ε/Π Εσυγκλίστη: αναστατώθηκε. Λέγεται για γεγονότα ξαφνικά που συγκλονίζουν. Σεκλετίζω = στεναχωρώ, τούρκικα: Sikildim. 
210. Φ Κουρκουνούν την πόρτα. ΝΕ Χτυπούν την πόρτα. Ε/Π Ηχοποίητη λέξη, που προκύπτει από τον θόρυβο κτυπήματος της πόρτας: κουρ-κου-νώ. 
211. Φ Είναι βαρύ κουρσούνι. ΝΕ Είναι βαρύ, ασήκωτο. Ε/Π Κουρσούνι: βαρύ, επίσης το άκρο της σφαίρας που σκοτώνει (τούρκικα: kursun). 
212. Φ Ελγκιώσαν τα σώψυχά μου. (ΜΕ) ΝΕ Λειώσανε τα μέσα μου από τον φόβο. Ε/Π Ελγκιώσαν: έλειωσαν - λειώνω = κάνω λεία την επιφάνεια. Σώψυχά: τα μέσα μου, τα εντόστια μου, τα εσωτερικά μου, η έσω ψυχή μου. 
213. Φ Που να παώσεις και να μην εβράσεις. (Βλαστημιά) Ε/Π Να παγώσεις όπως ο νεκρός και ποτέ να μην αναστηθείς. Αρνητικό και θετικό διαπιστώνουν το ίδιο σχήμα λόγου «εκ παραλλήλου». Π.χ. κάθομαι και δεν στέκομαι. 
214. Φ Κιά που έ σσε βάλτουν, νεμμάς. (ΜΕ) ΝΕ Εκεί που δεν σε βάζουν, φυτρώνεις. 
215. Φ Εβούργκιανε το κάφκαλτό μου. ΝΕ Ζάλισε το κεφάλι μου. Έγινε σαν κλούβιο αυγό. 
216. Φ Το ψόμα πάει σύννεφο. ΝΕ Το ψέμα δεν έχει τελειωμό. Ε/Π Λέγεται συνήθως για κάτι κακό ή δυσάρεστο, ή υπερβολικό. 
217. Φ Η κάτω πέτρα του μύλου. (ΜΕ) ΝΕ Ο αργοκίνητος άνθρωπος. Ε/Π Ο αργοκίνητος άνθρωπος μοιάζει με την μη κινούμενη κάτω πέτρα του μύλου! 
218. Φ Ήψε καίκαψε που το κακόν του. ΝΕ Νευρίασε πολύ από το κακό του. 
219. Φ Ψακή είν’ όξω, βαστούμμε τα σύγκρυα. ΝΕ Έξω κάνει παγωνιά και κρυώνω. Ε/Π Ψακή: είναι και το δηλητήριο. Έξω είναι δηλητήριο, πολύ κρύο. 
220. Φ Εκαράταρες καλά; ΝΕ Σημάδεψες καλά; Ε/Π Στόχευσες με επιτυχία. Καρατάρω = υπολογίζω, ιταλικά: caratare. 
221. Φ Γιουτίζει, πρε, φτογά; ΝΕ Ταιριάζει, βρε, αυτό εδώ; 
222. Φ Έλειψα το συκοΐρι (τ΄ αλλόθτια). ΝΕ Έλειψα με λάδι τα σύκα, για να ωριμάσουν γρήγορα. Ε/Π Αλλόθτια: μη ώριμα σύκα. Συκοΐρι: συκεώνας (αλόθκια, αρχαία: Όλυνθος). 
223. Φ Εντιπάρκιασε κιά, που; να μεταπατήσει! (ΜΕ) ΝΕ Κόλλησε εκεί και δεν αλλάζει γνώμη, πεισμάτωσε. 
224. Φ Βάστά τον πίσω πόα. (ΜΕ) ΝΕ Έρχεται τελευταίος, καθυστερεί. Ε/Π Να τελείς εν αναμονή - να καιροφυλαχτείς. 
225. Φ Φέρμου ένα κομματσούλτι ΝΕ Δώσε μου ένα κομμάτι. 
226. Φ Ντυπατημό!! το κουλούκι. ΝΕ Πείσμα! το παλιόπαιδο. Ε/Π Κουλούκι: μικρό σκυλί, αρχαία: σκύλαξ. Ντυπατημό, αντιπατώ. 
227. Φ Μεάλος χαττάς εννά γένει. ΝΕ Μεγάλη φασαρία θα γίνει. Ε/Π Χαττάς: ατύχημα, μεγάλο ατύχημα (τούρκικη λέξη). 
228. Φ Το χαβάσι του ήταν μέχρι βα. ΝΕ Το ενδιαφέρον του ήταν ώς εδώ. 
229. Φ Ετρομαλτίστηκα τωρά. ΝΕ Σηκώθηκε η τρίχα μου. 
230. Φ Έκαμα το ππερντάκι μου. ΝΕ Έκανα την ποινή μου. 
231. Φ Ολόκληρο μετόχι, έ σε πήρε; ΝΕ Τόσο μέρος δε σε πήρε; (δεν σε χώρεσε;). Ε/Π Μετόχι: έκταση, μέρος, χώρος. 
232. Φ Τ’ αμπέλι είναι δκιό αργκιατών. Ν Το αμπέλι το τελειώνουν δυό εργάτες σε μιά μέρα. 
233. Φ Ενεροστάλκιαξες, πρε; ΝΕ Τόση δίψα έχεις, βρε; 
234. Φ Εν ενοιώνει που, πάνω, λαφροπατά. (ΜΕ) Ν Ε Δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα. Ε/Π Δεν ακολουθεί σωστό δρόμο, δείχνει επιπλέον ελαφρότητα. 
235. Φ Τσαμούχικο ζο. ΝΕ Το γαϊδούρι, που κλωτσάει. Ε/Π Τσαμούχικο: ατίθασο. 
236. Φ Έ χαμπαργκιάζει τίποτα. ΝΕ Δεν παίρνει χαμπάρι. Ε/Π Δεν αντιλαμβάνεται το μυαλό του τίποτα. 
237. Φ Έλγκιωσε που τη καχχούρα. (ΜΕ) ΝΕ Έλειωσε από το καθισιό, από την οκνηρία. 
238. Φ Ζιντάνιν όξω, έ χωρείς τη μύτη σου. ΝΕ Έξω είναι σκοτάδι, δε βλέπεις τίποτε. 
239. Φ Εσυφτάστεις και μαεύτηκες πιό; ΝΕ Πρόλαβες και ήρθες στο σπίτι πια; τελείωσες επιτέλους; 
240. Φ Η γουλκειά είναι στον μάστορη. (ΜΕ) ΝΕ Η δουλειά θα τακτοποιηθεί σύντομα. Ε/Π Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη. 
241. Φ Έ θα βαστάξει ο ζάβαλτης;. ΝΕ Δεν θα αντέξει ο κακόμοιρος; 
242. Φ Ταγκλουκά η κοιλιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Πάει κι’ έρχεται το νερό στην κοιλιά μου. 
243. Φ Ταέντα πρε, ναούμε. ΝΕ Περίμενε, βρε, να δούμε. 
244. Φ Επήα στα λόκοπα. ΝΕ Πήγα να κόψω ξύλα. Ε/Π Να καθαρίσω το χωράφι, κυρίως στο βουνό. Βωλο-κοπώ = συντρόβω βώλους. 
245. Φ Εκαμέντην ταράτσα. (ΜΕ) ΝΕ Έφαγε καλά, χόρτασε. 
246. Φ Εμέρωσεν ο τόπος. (ΜΕ) ΝΕ Απο άγριο τοπίο έγινε ήμερο. 
247. Φ Είε καίπαχχε να ποσώσει. ΝΕ Είδε κι’ έπαθε να φτάσει. Ε/Π Να τα φέρει σε πέρας. 
248. Φ Εννά φωνάζει και με το μεχχέλι του. ΝΕ Θα φωνάζει και με το δίκιο του. 
249. Φ Η γουλκειά εστράβωσε. (ΜΕ) ΝΕ Κάτι δεν πήγε καλά. 
250. Φ Εξεροστάλκιαξε να λαμένει. ΝΕ Βαρέθηκε να περιμένει. 
251. Φ Αούμε, που έπιασε μεττερίζι. (ΜΕ) ΝΕ Να δούμε που κόλλησε, και θ’ αργήσει. Ε/Π Μεττερίζι: η θέση που βρίσκεται κάποιος καιροφυλαχτώντας. 
252. Φ Είναι μιά φαραουνιά. ΝΕ Είναι πάρα πολλοί. Ε/Π Φαραουνιά: είναι μια φάρα, ένα σόι, μια φυλή, ένα συγγενολόι. 
253. Φ Κουννάτα καίρχεται. (ΜΕ) ΝΕ Έρχεται με άδεια χέρια. 
254. Φ Έφριξε το σκατό του. (ΜΕ) ΝΕ Λέγεται για τον τσιγκούνη. Ε/Π Θέλει να εκμεταλλεύεται τα πάντα. 
255. Φ Μουζώνου και σταχτώνου. (Βρισιά) Ε/Π Στη βυζαντνή εποχή διεπόμπευαν τους κακούς με μαύρο τού φούρνου και στάχτη, σε σχήμα της παλάμης πάνω στο πρόσωπο του παρεκτρεπομένου. Έτσι έμεινε η λέξη μούτζα, ή να΄χεις κουρέματα, γιατί τους κούρευαν. Διαπόμπευση: τον παρεκτρεπόμενο τον κάθιζαν σ΄ ένα ζώο ανάποδα. 
256. Φ Ξεκόλτα παρακεί, ά χχέλει ο Θεός. ΝΕ Πήγαινε πιό πέρα, αν ευαρεστήσε. 
257. Φ Επερόνιασέμε το κρύο. ΝΕ Το κρύο με διαπερνά, όπως το πριόνι, ή το περόνι. 
258. Φ Παντά τις μύες και κάχχεται. (ΜΕ) ΝΕ Δεν έχει δουλειά και κυνηγά τις μύγες. Ε/Π Διώχνει τις μύγες (αδράνεια και απραξία). 
259. Φ Εμερολάησε το παιί. ΝΕ Ησύχασε το παιδί. 
260. Φ Επαίξαμε μιά μπαταρία του καλού καιρού. ΝΕ Κάναμε έναν καυγά, άστα και να πάει. 
261. Φ Εκαούργκιασε που το κρύο. ΝΕ Μάζεψε από το κρύο, κουλουριάστηκε από το κρύο. Ε/Π Εκαούργκιασε: όπως συμμαζεύεται ο κάβουρας. 
262. Φ Γιντάτι είν’ καιφτό. ΝΕ Κάτι είναι κι’ αυτό. 
263. Φ Νεκάρωσε τη φωτιά. ΝΕ Φύσηξε, ν’ ανάψει καλά η φωτιά. 
264. Φ Άχανε πιο, νοίξετο το ρημάϊ σου. ΝΕ Άνοιξε το στόμα σου πιά. 
265. Φ Εξεσυνόβγκαλες τον άχρωπο. ΝΕ Ξεσήκωσες τον άνθρωπο, τον παρέσυρες. 
266. Φ Το φανενό καντάρι τι λέει; ΝΕ Τι, λένε οι Φανενοί γι’ αυτό; Ε/Π Πως το ζυγίζουν, δηλαδή πως το κρίνουν οι Φανενοί; 
267. Φ Επατήκωσέντην καλά-καλά. ΝΕ Γέμισε το στομάχι του καλά, χόρτασε. 
268. Φ Εστάχχει στο στετό. (ΜΕ) ΝΕ Περιμένε ανυπόμονος την απάντηση. Ε/Π Στετός: η στάση αναμονής. 
269. Φ Ντουγρού καφκαλτάς. ΝΕ Ξερό κεφάλι, αμεταγύριστο. 
270. Φ Πασπατέβγκεις κιά και κιά. ΝΕ Ψαχουλεύεις σ’ ένα σημείο, στο ίδιο σημείο. 
271. Φ Καμμάς που κάτω που τον πόνο. (ΜΕ) ΝΕ Όταν η μηχανή του κουρέματος δεν λειτουργεί καλά. Ε/Π Δεν αντέχει τον πόνο. Καμώ - καμύω = κλείνω τα μάτια μου. 
272. Φ Πρε τύμπανε, κουφάραν έχεις. ΝΕ Βρε δεν ακούς. Ε/Π Τύμπανε: γαΐδαρε. 
273. Φ Κάτσε κάτω τον ακούφητο. (Βλαστημιά) Ε/Π Στο ακούφητο κάθισμα (κάθησε), εκεί που δεν θα σηκωθείς ποτέ! 
274. Φ Μωρή ριχολακάνη. (ΜΕ) ΝΕ Η ευκολόπιστη. Ε/Π Ριχολακάνη: ρηχή λεκάνη. 
275. Φ Εία καίπαχχα να τον καελήσω. ΝΕ Είδα κι’ έπαθα να τον καταφέρω. Ε/Π Να τον κάνω να υποχωρήσει. Καϊλίζω = ξεγελώ (τούρκικα: kailis). 
276. Φ Καλάμια στα νύχια σου και στα πλευρά σου. (Βλαστημιά) 
277. Φ Πρε ναμοκκιόρη!! ΝΕ Βρε αφιλότιμε. Ε/Π Ναμοκκιόρη: στραβέ, τυφλέ, αφιλότιμε. 
278. Φ Εκνάσαν οι συκάλτες; ΝΕ Ωρίμασαν τα σύκα; 
279. Φ Μη με γκιλντώνεις. ΝΕ Μη με πειράζεις. Ε/Π Μη με προκαλείς, αγκλώνω - ακίδα. 
280. Φ Χοντρομάσκιε, να φύουμε. ΝΕ Τρώγε γρήγορα, να φύγουμε. 
281. Φ Επάτησεν πόϊ, εντιπάρκιασε κιά. ΝΕ Θέλει να γίνει το δικό του. Ε/Π Μένει αμετακίνητος στις θέσεις του, στις απόψεις του. 
281. Φ Χοντρομάσκιε, να φύουμε. ΝΕ Τρώγε γρήγορα, να φύγουμε. 
282. Φ Μπιχουργκιασέτο κιά. ΝΕ Σφήνωσέ το εκεί. 
283. Φ Εβά έχει παρήλκιο. ΝΕ Εδώ χτυπά ο ήλιος, λιγότερο. Ε/Π Παρήλκιο: ένα κομμάτι ήλιου ζεσταίνει, σε απόμερο μέρος. 
284. Φ Εν εξέρεις, τι έκοψε το ξερό του. ΝΕ Δεν ξέρεις τι σκέφτηκε, τι έχει στο μυαλό του. 
285. Φ Έχει το χού του. ΝΕ Έχει την αιτία του. 
286. Φ Ήρτα ποτόρι και σε νοήρεψα. ΝΕ Ήρθα πριν και σ’ έψαχνα. Ε/Π Ποτόρι - πρότερον - προτόρι = ποτόρι = προηγουμένως. 
287. Φ Ήες κακομά, αδκιαφόρετα μιλώ. ΝΕ Είδες λοιπόν, τσάμπα μιλώ. Ε/Π Είδες, κακομοίρα μου, άδικα μιλώ. 
288. Φ Η γουλκειά ερεμεδκιάστηκε ΝΕ Η δουλεία φτιάχτηκε, μπήκε σε καλή συνέχεια. 
289. Φ Στον αστρεμμό σταμάτα. ΝΕ Στην επιστροφή σταμάτησε. 
290. Φ Ένοιξες τη μασέλτα σου, πάλε; (ΜΕ) ΝΕ Άνοιξες το στόμα σου πάλι; Ε/Π Για να μιλάς ασταμάτητα, μασσέλα = σιαγόνα. Ιταλικά mascella. 
291. Φ Σήμερον ήμουν χωραϊτης. ΝΕ Σήμερα πήγα στη χώρα, στη πόλη (Ρόδος). 
292. Φ Ταρταρκιάν οι μονές!! ΝΕ Οι κουβέρτες είναι κρύες, είναι τάρταρες. 
293. Φ Επόμεινες και νεφέρνειστα, κάχχε στην ώρα. ΝΕ Έμεινες και τα λές κάθε λίγο και λιγάκι. 
294. Φ Πατά μεταπατά κιά και κιά. (ΜΕ) ΝΕ Λέει τα ίδια και τα ίδια. 
295. Φ Κάτσε κάτω πρε κοπελτάκι. ΝΕ Κάτσε κάτω ρε, είσαι μικρός ακόμα. 
296. Φ Εγαλάνησε το κουτί. (ΜΕ) ΝΕ Κουρκούτιανε το κεφάλι μου. 
297. Φ Εξήψαν οι αμιλήγκοι μου. (ΜΕ) ΝΕ Καίνε οι κροτάφοι μου. 
298. Φ Τα ρημάδκια και τα ξελεμματικά. (Βλαστήμια), συνήθως για κτήματα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου