Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (τέταρτο μέρος)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

451. Φ Χα, παραιτα, πρε. ΝΕ Άστα μωρέ, έλα παράτησέ τα. 
452. Φ Σουρτούκι επόμενες και βοττογυρίζεις. ΝΕ Έμεινες και γυρίζεις όλη την ώρα. Ε/Π Σουρτούκι: ιδιότροπο άτομο, τουρκικά: surtuc. Έγινες ιδιότροπος χαρακτήρας. βοττο+γυρίζεις = βόλτα+γυρίζω. 
453. Φ Κάχχεται καραωμένος. ΝΕ Κάθεται και αφουγκράζεται. Ε/Π Έτοιμος να εκραγή. Γεμάτος οργή. 
454. Φ Επόμεινα μόνια-μονάχη. ΝΕ Έμεινα ολομόναχη. 
455. Φ Βουάρα το χωρκιό. ΝΕ Ησυχία στο χωριό. 
456. Φ Και που δω, έβαλε λο. ΝΕ Και από δω έβγαλε λόγο (αναμίχθηκε). Ε/Π Είπε τον κακό του ή καλό του λόγο (λος = λόγος, ο μεγάλος λός) 
457. Φ Ακόπονο πιό, εβάϊσε κιά. ΝΕ Αμάν πιά επιμένει εκεί. Ε/Π Από χαρακτήρα επιμένει πεισματικά εκεί. Βαύζω = γαυγίζω. Απόκονο, ή ακόπονο = εμμονή. 
458. Φ Ετσά, έκοψε το κάφκαλτό του. ΝΕ Έτσι του κατέβηκε. 
459. Φ Ήβγκε σαλαμέττι. ΝΕ Βγήκε σώος. 
460. Φ Χωρείτε να ήτε πρε παιδκιά, γουλκειές. ΝΕ Κοιτάξτε να δείτε δουλειές, βρε παιδιά 
461. Φ Εφαέμας ούλτα τα μαξούλκια. ΝΕ Έφαγα όλα τα έσοδα, όλες τις σοδιές. 
462. Φ Μπρόαλε που τη σόκκα. ΝΕ Πρόβαλε από το στενό. 
463. Φ Μολολάησέ τα ούλτα μαζί. ΝΕ Βάλτα όλα μαζί σε τάξη. 
464. Φ Α πρε πεντοκούλουκο! (Βρισιά) Ε/Π Πεντοκούλουκο: πέντε φορές κουλούκι, μικρό σκυλί. 
465. Φ Χατέστε να παένουμε. ΝΕ Άντε να πηγαίνουμε. 
466. Φ Ξεσκάλτει το φαϊ σαν τη πούλντα. ΝΕ Ανακατώνει το φαγητό σαν την κότα, που σκαλίζει το χώμα. 
467. Φ Τσαρουχάς και πάεις. ΝΕ Σέρνεις τα πόδια σου και πας. 
468. Φ Έκατσε στο καρύ του. ΝΕ Κάθησε στο λαρύγγι του. 
469. Φ Στέρι-στεμές, εκλούφηξάτον. ΝΕ Με το ζόρι τον ακολούθησα. 
470. Φ Ετσιμπολόησε το βοτρύ. ΝΕ Τσίμπησε μερικές ρώγες από το τσαμπί. 
471. Φ Κάχχεται σα βρεμένη πούλντα. (ΜΕ) ΝΕ Όταν φταις για κάτι. Ε/Π Δεν δείχνεις ικανός να δείξεις τη δύναμη σου. 
472. Φ Τ’ αμπέλι χχέλει λολτό νοικοκύρη. ΝΕ Το αμπέλι θέλει τρελό νοικοκύρη Ε/Π Χχέλει - θέλει. Υπετβολή για καλλιέργεια. 
473. Φ Τα λόγια μου επήασι στο βρόντο. ΝΕ Τα λόγια μου πέσαν στο κενό. 
474. Φ Ήρτε ξεπέχχυμος. ΝΕ Ήρθε κεφάτος, χωρίς καμιά επιθυμία. 
475. Φ Εφτά ε φυρούν, άλλτα να χωρείς. ΝΕ Αυτά δεν τελειώνουν, άλλα να βλέπεις. 
476. Φ Νεροκαμένος εκάχχουσουν; ΝΕ Καιγόσουνα για λίγο νερό; Ε/Π Καθόσουν διψασμένος. 
477. Φ Εχασολόησε και πήε στανάθεμα. ΝΕ Τα έχασε και πάει από το κακό στο χειρότερο. 
478. Φ Εναούλγκιασα το φαϊ. ΝΕ Αναγούλιασα από το φαγητό. 
479. Φ Εσυκκηρντίστικα τωρά, μη πα να πείς. ΝΕ Αγανάκτησα τώρα, μη πας να πεις, πόσο! 
480. Φ Έβαλέντο αμέττι-μοχαμέττι. ΝΕ Το ΄βαλε σκοπό, επίμονο. 
481. Φ Έπιασε το λακκιρντί. ΝΕ Έπιασε το κους-κους. Ε/Π Λακκιρντί: κουβεντολόι, (τούρκικa: lacirdi). 
482. Φ Σα του λουβγκιάρη τα γακτήλκια. (Βρισιά) Ε/Π Γακτήλκια: δάκτυλα. Λούβα, αρχαία: Λωβή = λέπρα. 
483. Φ Ετάνισές τον, έμπλεξες. ΝΕ Τον άγγιξες, έμπλεξες. 
484. Φ Τι ακάουμε πιό; ανάγκη, βάρος. ΝΕ Τι να κάνουμε; βλέπεις η ανάγκη το επιτάσσει. 
485. Φ Εφάνην ο σταφυλτίτης του. ΝΕ Φάνηκε ο λάρυγγάς του, η σταφυλή του. 
486. Φ Έστεσε το κανταρμάντου. ΝΕ Έστεισε το κάλλος του. 
487. Φ Κλείσε, πρε, τη μακκέλτα! ΝΕ Κλείσε την πόρτα στο περιβόλι. 
488. Φ Ε΄ θα σε ποστομόσω σήμερο. ΝΕ Δεν μπορώ να σου κλείσω το στόμα σήμερα. 
489. Φ Πρε, που να πρηστής και νάβγκεις ττουλούμι (κουσί). (Βρισιά) 
490. Φ Συνομαέφτου πιό. ΝΕ Μαζέψου πιά. 
491. Φ Εξάναντο οι πούλντες. ΝΕ Τον φάγανε οι κότες. Ε/Π Τον έκαναν άνω κάτω. 
492. Φ Πρε ζο τ’ αλέτρου. (Βρισιά) Ε/Π Το βόδι, που σέρνει το αλέτρι. 
493. Φ Είναι μιά φάουσα. ΝΕ Είναι πάρα πολλοί, κακοί άνθρωποι. Ε/Π Φάουσα: ασθένεια που κατατρώει το σώμα (αρχαία: φαγέδαινα). 
494. Φ Μπονάτσα τ’ Αβούστου. (ΜΕ) ΝΕ Ο ήρεμος άνθρωπος. 
495. Φ Κάτσε να ψακωχχείς τον πόνο και τη φάουσα. (Βλαστήμια) 
496. Φ Εξήψαν τα μέσα μου. (ΜΕ) ΝΕ Καίνε τα σωθηκά μου. Ε/Π Υποφέρω από νερό. Έξηψα, εξάπτω = ανάβω. 
497. Φ Η γουλκειά επίττησε. ΝΕ Η δουλειά πέτυχε, τελείωσε. 
498. Φ Στελκιάρι που χχέλεις. ΝΕ Ξύλο που θέλεις!! 
499. Φ Κόψεμε μιά ολκιά τυρί. ΝΕ Κόψε μου λίγο τυρί. 
500. Φ Ήρτε γέρι-γερινέ. ΝΕ Ήρθε στα καλά καθούμενα και με το έτσι θέλω. 
501. Φ Το νερό είναι πούζι. ΝΕ Το νερό είναι παγωμένο. 
502. Φ Κουνιού πρε, κόμα κιά είσαι; ΝΕ Κουνήσου ρε, ακόμα εκεί είσαι; 
503. Φ Ε συγκαλαμίζεται φτος. ΝΕ Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, στα καλαμια του. 
504. Φ Εντιονήσαν τα φτιά μου. ΝΕ Σφυρίζουν τ’ αφτιά μου. Ε/Π Εντιονήσαν: αντιδονούν. 
505. Φ Επογρομάχησεν ο άχρωπος. ΝΕ Ίδρωσε ο άνθρωπος πάρα πολύ. 
506. Φ Έππεσε και μισερέφτη. ΝΕ Έπεσε και χτύπησε άσχημα. 
507. Φ Επήρες άξαμο; Ν Πήρες μέτρα; 
508. Φ Εμακκελτοκόπη, με τη ψέλτα. ΝΕ Κόπηκε με το μαχαίρι. 
509. Φ Κολοκύτια στον απαταρό. Ε/Π Πράγματα ανάξια λόγου. 
510. Φ Χάννια χαπίπουλτο, βα είσαι πρώτη. ΝΕ Πεθαίνεις για κουβέντα, κουτσομπολιό! 
511. Φ Έβαλε τη τσαγκριά, φιέστε που μπρός. ΝΕ Έβαλε μια φωνή, κάντε στην άκρη. 
512. Φ Πόψε είχαμε ποσπέρι. ΝΕ Απόψε ξενυχτήσαμε. 
513. Φ Κάτσε κάτω τα χαράκια. (Βρισιά) 
514. Φ Είσαι σαν τον ακούρκιο. ΝΕ Είσαι ακούρευτος (αναμαλλιασμένος). Ε/Π Ακούρκιος, ακούρευτος, αναμαλλιασμένος. 
515. Φ Κάχχεται σα τον αγκινόβατο. ΝΕ Κάθεται και ψάχνει αιτία, για να δημιουργήσει πρόβλημα. 
516. Φ Εκκουπάσαν τα μέσα μου. (ΜΕ) ΝΕ Ανακατώθηκαν τα σωθηκάμου. Ε/Π Συνήθως λέγεται στην έλλειψη φαγητού, πείνας. 
517. Φ Ελτίανεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Λιγόστεψε η καρδιά μου (εφοβήθηκα). Ε/Π Λέγεται σε περίπτωση φόβου, αγωνίας. 
518. Φ Εσηκώστηκε που τα νυχατά. ΝΕ Σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Νυχατά: αρχαία = έννυχα. 
519. Φ Ενέβηκαν τα ψωμιά; ΝΕ Ανέβηκαν τα ψωμιά; (είναι τα ψωμιά έτοιμα για τον φούρνο;) 
520. Φ Έπεσε και νεχαράσση. ΝΕ Έπεσε και αναμασάει (την τροφή, μηρυκάζει). 
521. Φ Επάενε με μιά στίμη! ΝΕ Πήγαινε φουλαριστός, έτρεχε πολύ γρήγορα. Ε/Π Στίμη: από το λατινικλο Stimulo = κεντρίζω. Stimulus = το κεντρί. 
522. Φ Ούλτα καλά καωμένα. ΝΕ Όλα καλά καμωμένα. 
523. Φ Εφκρίστηκέντον, μπρος - πίσω. ΝΕ Τον κοίταξε μπρος-πίσω. Ε/Π Τον ακροάστηκε μπρος-πίσω ο γιατρός. 
524. Φ Σφίξε τη ποκατενή. (ΜΕ) ΝΕ Κάνε οικονομία, για ν’ αντέξεις τις δυσκολίες. Ε/Π Όπως στηρίζει η αποκατενή το σαμάρι στα άλογα. 
525. Φ Πολτύ καταπαλίκι κάμνεις. ΝΕ Πολύ φασαρία κάνεις. 
526. Φ Κχιά, ξένη πούλτα. ΝΕ Έξω, ξένη κότα. 
527. Φ Λάμενε πρε βα. ΝΕ Περίμενε εδώ. 
528. Φ Αππανάς που ήταν νάβγκη. ΝΕ Ατημέλητος που ήτανε να βγει (βρόμικος στις δουλείες του). 
529. Φ Τρώε-τρώε εγίνη σαντό ττουσούνι. ΝΕ Απο το πολύ φαγητό πάχυνε. 
530. Φ Μη χαστιάζεις πρε! ΝΕ Μην αφαιρείσαι βρε! 
531. Φ Πηλοϊσου μωρή ε γκούεις; ΝΕ Απάντησε βρε, δεν ακούς; (απολογήσου). 
532. Φ Πιάσε πατός σου, α ξέρουμε τι κάμνουμε. ΝΕ Ανάλαβε ο ίδιος, για να έχουμε αποτέλεσμα. 
533. Φ Η γουλκειά εμπατάλεψε. ΝΕ Η δουλειά χάλασε. 
534. Φ Εστάχχει σα τον γράμπαπα. ΝΕ Στάθηκε σαν άγαλμα. Ε/Π Γράμπαπα: grande papa 
535. Φ Εβά έχει βραστασκιά. ΝΕ Εδώ έχει ζέστη. 
536. Φ Εποσκέφτηκα κομμάτι. ΝΕ Βολεύτηκα κάπου, προστατεύτηκα κάπου. 
537. Φ Ούλτο βερεσίδκια. ΝΕ Όλο βερεσέ, πάντα με πίστωση. 
538. Φ Τωρά σ’ έπιασε το συκλέττι. ΝΕ Τώρα σ’ έπιασε το ζόρι; η ανάγκη; 
539. Φ Ο καιρός εμπονοφάλκιασε. ΝΕ Ο καιρός συννέφιασε. 
540. Φ Φτος γα είναι πήουλος. ΝΕ Αυτός είναι ύπουλος. Ε/Π Πήουλος: ύπουλος, επίβουλος = σκέπτεται πάντα το κακό. 
541. Φ Ούλτα για λτόου του. ΝΕ Όλα για τον εαυτό του. 
542. Φ Ετσά κόττου-πλώρου. ΝΕ Έτσι στα καλά καθούμενα. 
543. Φ Εμπυαλτόχχηκε η αελκιά. ΝΕ Απέβαλε η αγγελάδα. 
544. Φ Ακκοπέττι, α νεφάνει χχέλει. ΝΕ Που θα πάει θα φανεί, θάρθει η ώρα κάποτε. 
545. Φ Εκουλτουργκιάστηκε μάνι-μάνι. ΝΕ Ξάπλωσε γρήγορα - γρήγορα. Ε/Π Κουλουριάζω = γίνομαι κουλούρι για να κοιμηθώ. 
546. Φ Ένα καφίζι σκάδκια. ΝΕ Ένας κουβάς ξερά σύκα. Ε/Π Καφίζι, τούρκικο μέτρο χωρητικότητας. 
547. Φ Κουρέτο που ππέφτει!! ΝΕ Το κους-κους (κουβεντολόι) πάει σύννεφο. 
548. Φ Επήα στο ργκιολόησμα πορνό-πορνό. ΝΕ Πήγα στο κορφολόγισμα (ή αραιολόγισμα) πρωί-πρωί. 
549. Φ Κουκουλτώσου, γιατί έχει κρυάβα όξω. ΝΕ Σκεπάσου καλά, γιατί κάνει κρύο. 
550. Φ Ένας κουτουμανάς μέχρι κιά πάνω, ΝΕ Ένας ματράχαλος, μέχρι κει πάνω. 
551. Φ Α, πρε, λύχνο τριφύτηλτε. (Βρισιά) 
552. Φ Έψε τη καλαφούνα. ΝΕ Άναψε τη φωτιά. 
553. Φ Αούμε που βόσκει! (ΜΕ) ΝΕ Να δούμε, πού γυρίζει. 
554. Φ Χοχλάζει η ρότσα. (ΜΕ) ΝΕ Η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο. 
555. Φ Εστέκνωσεν ο στόμας μου. ΝΕ Στέγνωσε το στόμα μου. 
556. Φ Τ’ Αη-Γιαννιού η κολυμπήθρα. ΝΕ Αυτός που τάχει τετρακόσια. Ε/Π Τοπική έκφραση αλαζονείας των χωριανών μας. 
557. Φ Επετάχτηκε μιά φιάκλα. ΝΕ Πετάχτηκε ένα μεγάλο φίδι. 
558. Φ Έπιασε μας τριμυστήριση. ΝΕ Μας έπιασε τρεμούλα και φόβος. 
559. Φ Εστράγγιξεν η καρντιά μου. (ΜΕ) ΝΕ Στράγγιξε η καρδιάμου. 
560. Φ Είσαι ένας κεβερσελές, που ε λέεται. ΝΕ Είσαι μιά πληγή, που δεν λέγεται. 
561. Φ Ανορεξιά έχει, ε τον χωρείς; ΝΕ Δεν έχει όρεξη, δεν το βλέπεις; 
562. Φ Γιαβάχης άχρωπος. ΝΕ Ήρεμος άνθρωπος. 
563. Φ Έσπρισε που τον φο του. ΝΕ Χλώμιασε απο τον φόβο του. 
564. Φ Εκαμέντα φλούκο! ΝΕ Τα έφαγε όλα. 
565. Φ Κάχχε λτίο και λτιάκι, κρι-κρι. ΝΕ Κάθε λίγο και λιγάκι γκρινιάζει. 
566. Φ Λαφροπαλάτζα που είναι! ΝΕ Είναι πολύ αγαθός. 
567. Φ Εμαχίστηκα πιό να τα λέω. ΝΕ Βαρέθηκα πιά να τα λέω. 
568. Φ Μοναχοφάς είσαι. ΝΕ Τα θέλεις όλα για σένα. 
569. Φ Νοάς, πρε, για ενεννοάς; ΝΕ Καταλαβαίνεις βρε ή όχι; 
570. Φ Μη με ρίζεσαι, καίχω και βω τάικά μου. ΝΕ Μη με συνορίζεσαι, έχω κι’ εγώ τα δικά μου προβλήματα. 
571. Φ Έκαμα τη φέσταντου να με θυμάται. ΝΕ Έκανα την ποινή του, να με θυμάται. 
572. Φ Εφτό είν’αγκίνιο. ΝΕ Αυτό είναι καινούργιο. 
573. Φ Εκουσούμαρα τα κοφίνια. ΝΕ Δοκίμασα (δούλεψα) τα κοφίνια, τα χρησιμοποίησα. 
574. Φ Εκόλτησεν η βελόνα. (ΜΕ) ΝΕ Λέει τα ίδια και τα ίδια. Ε/Π Όπως, όταν πάθει βλάβη η βελόνα του φωνογράφου. 
575. Φ Με φτα εννά ποσοστής; ΝΕ Μ’ αυτά θα σωθείς; 
576. Φ Τταμαχιάρης που είναι. ΝΕ Πέφτει με τα μούτρα στη δουλεία. 
577. Φ Πιά μωρή, φτοά του κουχιό; (Βρισιά) 
578. Φ Επίνταρε κιά, άτε να ξεκολτήσει. ΝΕ Πιστεύει αυτά και δεν του αλλάζεις γνώμη. 
579. Φ Λείπει που τα ρούχα του. (ΜΕ) ΝΕ Είναι έξω από τα ρούχα του (δεν προσέχει, δεν σκέπτεται καθόλου). 
580. Φ Σφογγίστου καλά! ΝΕ Σκουπίσου καλά. 
581. Φ Μπακοτίλκιας είναι πρε. ΝΕ Αδιαφόρετος είσαι, ρε! 
582. Φ Ήβρες τι στράτα, κήρτες πιό; ΝΕ Βρήκες το δρόμο κι’ ήρθες πια; Ε/Π Το καταδέχτηκες να έρθεις πια; (ειρωνεία). 
583. Φ Έφαε το βασταό. ΝΕ Χάλασε τα σύνορα του χωραφιού. 
584. Φ Τσάππωσε πρε, ναούμε σήμερο. ΝΕ Σπρώξε να δούμε. 
585. Φ Αστριόλους έχεις που κάτω; (Βρισιά) 
586. Φ Α πρε κνιάρη!! ΝΕ Α βρε τεμπέλη (οκνηρέ)!! 
587. Φ Μάεψε τα καταπαλίκια. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. 
588. Φ Μιά φλέτσα μπακκαλκιέρο. ΝΕ Ένα κομμάτι βακαλάο. 
589. Φ Ήβγκε κουσί. ΝΕ Πρήστηκε ολόκληρος. 
590. Φ Ε κάμνει στέμμα. ΝΕ Δεν σταματά πουθενά. 
591. Φ Επιασέ με στελτίτης (ποδάγρα). ΝΕ Πιάστηκα από την ορθοστασία. 
592. Φ Πάει κιά που είν’ το ζαράρι. ΝΕ Πάει εκεί που κάνουν ζημιά. 
593. Φ Έβγκαλε το τσάρουγκα, να φωνάζει. ΝΕ Έβγαλε τα λαρύγγι του να φωνάζει. 
594. Φ Τοσογά ναγκατό!! ΝΕ Τόσο αγκομαχητό!! 
595. Φ Χώρκιε κει ο λείπης. ΝΕ Βλέπε κει, αχαϊρευτε! Ε/Π Βλέπε εκεί αυτόν, που λείπει από τα ρούχα του. 
596. Φ Παλταρός, πρε, είσαι; ΝΕ Δεν πιάνουν τα χέρια σου, βρε; (είσαι παλαβός!) 
597. Φ Είναι φτη μιά σκιάστρα. ΝΕ Ξέρει και μπαλώνει τις καταστάσεις. 
598. Φ Φάωμα που είσαι!! (ΜΕ) ΝΕ Σαν το σαράκι, που τρώει το ξύλο. 
599. Φ Βρομεί που την απλησκιά. ΝΕ Δεν πλένεται και βρομάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου