Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (έβδομο μέρος)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης. 

Φ = φανενά, ΝΕ = νέα ελληνικά, Ε/Π = ετυμολογία/παρατήρηση, εάν υπάρχει, 
ΜΕ = μεταφορική έννοια 

901. Φ Σαν τον γιρούκην εκατάντισες πιό! ΝΕ Κατάντησες σαν τον αλήτη. Ε/Π Γιρούκης: τούρκος στρατιώτης 
902. Φ Έντο χωρείς που τσουμουκλαίει; ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που σιγοκλαίει; 
903. Φ Α με τουφλοπανιάσεις ξαννείς; ΝΕ Θέλεις να μου ρίξεις στάχτι στα μάτια; Ε/Π Να μου κλείσεις τα μάτια με πανιά προσπαθείς; 
904. Φ Εστούππωσε πιό, που το τσιάρο. ΝΕ Έκλεισε ο λαιμός του από το τσιγάρο. 
905. Φ Κόλτα του σιταρκιού. (ΜΕ, βρισιά) Ε/Π Κόλτα = αρρώστια κολλώδης. 
906. Φ Παχιαρντίζιτα ούλτα. ΝΕ Τα προλαβαίνει όλα. 
907. Φ Εμούραρε κια, που να μεταπατήσει; ΝΕ Επιμένει εκεί, και δεν αλλάζει γνώμη. Ε/Π Εμούραρε = έπεσε με τα μούτρα, όρμησε. 
908. Φ Επάεννε ζιρίττι. ΝΕ Πήγαινε γρήγορα-γρήγορα. Ε/Π Ζιρίττι: άλογο της ερήμου, για ταχυδρομικές μεταφορές. 
909. Φ Καματέβγκει πάνω - κάτω. ΝΕ Πάει πάνω-κάτω, εργάζεται πολύ. 
910. Φ Κκιούρου το νερό. ΝΕ Το νερό έπεσε απότομα σαν καταράκτης. Ε/Π Κιούρου = λέξη ηχοποίητη από τον θόρυβο του νερού. 
911. Φ Καλντικά πάνω και δρόμο. ΝΕ Κάθεται πάνω φεύγει. Ε/Π Καθίζει (καβαλλά) στο άλογο (στο κινητό) και φεύγει γρήγορος. 
912. Φ Ρχινά πιο και μαμμαλά. ΝΕ Αρχίζει πιά και πάει γονατιστός (και με τα τέσσερα). Ε/Π Μαμμαλά: μπουσουλάει. 
913. Φ Έκαμα μιά λέβα γύρου-γύρου. ΝΕ Έκανα ένα γύρο για να δω. 
914. Φ Επέρασε που τις αραμάες. (ΜΕ) ΝΕ Πέρασε από τις χαραμάδες. Ε/Π Κατάφερε το ακατόρθωτο. 
915. Φ Μίχχι κακομά, είες μυρωδκιά; ΝΕ Πώς μυρίζει, είδες μυρωδιά, κακομοίρα μου! 
916. Φ Ππούφφου εβρόμεσε τον κόσμο. ΝΕ Πω-πω βρόμισε το μέρος γύρω. 
917. Φ Είμαι νηστική, καρβούνι! ΝΕ Δεν έχω βάλει μπουκιά στο στόμα μου. 
918. Φ Πάνω που έσπασεν η κούνια του. (ΜΕ) ΝΕ Ναι παιρνιέται για μικρός ακόμα. Ε/Π Ειρωνικά, για όποιον θέλει να τρέφει αυταπάτες, ότι είναι νέος ακόμα. 
919. Φ Εδκιαλίστηκα στον καρβέττη. ΝΕ Χτενίστηκα στον καθρέφτη. Ε/Π Διάλα = κτένα. 
920. Φ Εχτήπα πάπλα. ΝΕ Χτυπούσε παλαμάκια. 
921. Φ Ήβρεν εφτός ένα λουφέ! ΝΕ Βρήκε αυτός τα έτοιμα! Ε/Π Λούφες: τούρκικα = μισθός. 
922. Φ Έριξα μερικά ρόσιτα τις πούλτες. ΝΕ Έριξα φαγητό στις κότες. Ε/Π Ρόσιτα: παράσιτα του σιταριού. 
923. Φ Τα λόγια ε φυρούν. ΝΕ Τα λόγια δεν τελειώνουν. 
924. Φ Σαρπετός άχρωπος. ΝΕ Ευκολοκίνητος άνθρωπος. Ε/Π Ευέλικτος σαν ερπετό. 
925. Φ Νακατόστρα που είναι! ΝΕ Ανακατεύει τον κόσμο. Ε/Π Δημιουργεί προβλήματα. 
926. Φ Ξαννά, α την εβγκάλει πόχηκα. ΝΕ Προσπαθεί να τη βγάλει καθαρή, χωρίς να καταβάλει κόπο, μόχθο. 
927. Φ Εποκάμμυσέμμε το κουλούκι και τρεξε. ΝΕ Με κοίμησε ο μικρός και έτρεξε, το’σκασε. 
928. Φ Όξω είναι ζιντάνι. ΝΕ Έξω είναι σκοτάδι. Ε/Π Ζιντάνι = φυλακής σκοτάδι 929. Φ Επέρασε ένα ζαμάνι. ΝΕ Πέρασε χρόνος. 
930. Φ Το λεφορείον είναι ζίγκα μέσα. ΝΕ Το λεωφορείο είναι γεμάτο κόσμο, αδιαχώρητο. 
931. Φ Τράβα-τράβα, ήβγκε λωνάρι. ΝΕ Από το πολύ τράβηγμα, κόπηκε. Ε/Π Λωνάρι: κομμάτι ρούχου (λπυρί, λώρος). 
932. Φ Α σε όκω μιά στραβοκουππιά. ΝΕ Να σου δώσω μιά ανάποδη. 
933. Φ Είναι κάργκα-πίλα. ΝΕ Είναι πάρα πολύ γεμάτο. 
934. Φ Επαίξαμεν ένα καβγκά τριτσάτο. ΝΕ Παίξαμε καυγά τρικούβερτο. 
935. Φ Α γελάσουν, τα Μασαρομάλωνα. ΝΕ Θα γελάσουν και τα γύρω χωριά. Ε/Π Μασαρομάλωνα: τα χωριά Μάσαρι και Μαλώνα. 
936. Φ Ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Θα βγει μιά είδηση. 
937. Φ Ήρτε λτίγκι-λτίγκι. ΝΕ Ήρθε σιγά-σιγά, περπατώντας. Ε/Π Λτίγκι-λτίγκι: σινάμενος κουνάμενος και με άνεση. 
938. Φ Εκαμέντα πιτούτου. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
939. Φ Επάεννε μούλτα-μούλτα. ΝΕ Πήγαινε σιγά-σιγά, σκυφτός. 
940. Φ Το φαϊ, είν’ ανήψητο. ΝΕ Το φαγητό είναι άψητο. 
941. Φ Τυραννείς με άϊκα των αΐκων. ΝΕ Άδικα με τυραννάς, είναι ποιο μεγάλη αδικία. 
942. Φ Κόψε φτες γα τις ποκροκίες. ΝΕ Κόψε τα τσουλιά, από τα μακριά μαλλιά. 
943. Φ Εγίνηκες σα την αφτάλτα. ΝΕ Έγινες ολόμαυρος. 
944. Φ Επετάχτηκε σα το σκατοπάμπουλτο. ΝΕ Πετάχτηκε ξαφνικά να πάρει το λόγο. Ε/Π Όπως πετάγεται το καλαμπόκι, όταν ζεσταίνεται. 
945. Φ Εκάμασι τον αλοϊνό. ΝΕ Κάνανε τα πάνω κάτω. 
946. Φ Έφαε μιά φουρτιά κούννες. ΝΕ Έφαγε μιά φούχτα πασατέμπο, κουκούτσια. 
947. Φ Τρίτσαρε τη καρέκλα παραπέρα. ΝΕ Τράβηξε το κάθισμα πιό πέρα. 
948. Φ Το χώμα ήταν κούμι. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ μαλακό. 
949. Φ Ήταν κόμμα-ράμμα. ΝΕ Σταμάτησε, μέχρι εδώ. Ε/Π Παροιμία. 
950. Φ Α πρε κοκιά λύχνος. ΝΕ Αχ βρε ολόκληρος άντρας. 
951. Φ Ε ττοπέ πιό. ΝΕ Αμάν πιά. 
952. Φ Σούκκιουρου και ήρθε βολικά, πάλε εστράβωσε η γουλκειά. ΝΕ Μιας κι’ ήρθαν βολικά τα πράγματα, κάτι πήγε στραβά πάλι. 
953. Φ Ζαττί, αδκιαφόρετα μιλώ. ΝΕ Έτσι κι’ αλλοιως, τζάμπα μιλώ. 
954. Φ Ε ντο χωρείς που είναι σαλούκι. ΝΕ Δεν τον βλέπεις, που είναι μεθυσμένος. 
955. Φ Πάει με το σεσελέ ντου. ΝΕ Πάει με το πάσο του. 
956. Φ Πετά ο κώλος του τσαμπιρίες. (ΜΕ) ΝΕ Τρέχει και δεν προλαβαίνει. Ε/Π Για τον βιαστικό λόγω ανάγκης. Τσαμπιρίες, τσάμπες = φλόγες, Τσαμπίκος, Τσαμπίκα. 
957. Φ Εκαλάντισάτον ένα χεράκι. ΝΕ Του τάψαλα ένα χεράκι. 
958. Φ Φτογά το τρισβαρί, ε με κούει. ΝΕ Αυτός ο βλάκας δεν ακούει. Ε/Π Τρισβαρί = τρις βαρύς. 
959. Φ Σπαρί την εβγκάλαμε. ΝΕ Καλά τα βολέψαμε. Ε/Π Σπαρί = σπάρος, ψάρι. 
960. Φ Εί ναι, σιά τώρα. ΝΕ Όχι καλέ, σιγά τώρα. 
961. Φ Άλτα λε, σώπα καλέ. ΝΕ Όχι δα, σώπα τώρα. Ε/Π Άλλα λεγε, σώπα τώρα! Δεν είναι έτσι. 
962. Φ Εκαμέντα μαξούς καλέ. ΝΕ Τάκανε επίτηδες. 
963. Φ Ξέρεις τι αμάχη την έχω; ΝΕ Ξέρεις πόσο την μισώ, την μάχομαι. 
964. Φ Φτα καλέ είναι ξερά κούκκουρα. ΝΕ Αυτά είναι κατάξερα (όχι απλά ξερά). Ε/Π Πέρα για πέρα, πλεονασμός. 
965. Φ Έχει όξω μια παγιά, άστα να πάει. ΝΕ Έξω έχει κρύο, μη το συζητάς. 
966. Φ Κόμα λεχούην είναι, άϊστον. ΝΕ Ακόμα μωρό είναι, άστο. 
967. Φ Καλή μου φορτοτήρα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
968. Φ Εγίνασι μιά μαλαή. ΝΕ Γίνανε αχταρμάς. Ε/Π Μαλαή, αχταρμάς = μείγμα. 
969. Φ Εμολάρασι τα κοκκαλά μου. ΝΕ Λύσανε τα κόκκαλά μου. 
970. Φ Καννέβγκεις καλά; ΝΕ Σημαδεύεις καλά; 
971. Φ Τι το μαγντανίζεις και το μαγντανίζεις. ΝΕ Τι το ψάχνεις και το ψάχνεις. 
972. Φ Εγίναμε χιούμουντο στο χωρκιό. ΝΕ Γίναμε ρεζίλι στο χωριό. Ε/Π ( χι, χι, χι, γελάνε όλοι). 
973. Φ Επήε γιαπανά. ΝΕ Πήγε τσάμπα. Ε/Π Γιαπανά = τσάμπα = άδικα. 
974. Φ Χρόνο γυρί, φτιά η γουλκειά. ΝΕ Συνέχεια αυτή τη δουλειά. 
975. Φ Έριξε δκιό με το τσιφτέ. ΝΕ Έριξε δυό ντουφεκιές με το όπλο. 
976. Φ Εχάχηκε που της γης την όψη. ΝΕ Λες και τον κατάπιε η γη. 
977. Φ Η πούντα του χάρου είν’ όξω. (ΜΕ) ΝΕ Τα κρύα του χάρου είναι έξω. Ε/Π Κρύο, όπως ο χάρος γυρνά, φυσά έξω. 
978. Φ Επόμεινεν ένα στίμμα καιν εβγκαίνει. ΝΕ Έμεινε ένα σημάδι και δεν καθαρίζει. Ε/Π Στίμμα = στίγμα = σημάδι. 
979. Φ Σα τον τσόλτο είσαι. ΝΕ Σα τον ρακένδυτο είσαι. 
980. Φ Βάλε τη πόησή σου. ΝΕ Βάλε τα παπούτσια σου. Ε/Π Πόηση = υπόδηση, υποδήματα 
981. Φ Ραντουλντά και πάει. ΝΕ Αυτός που περπατώντας, του πέφτουν αυτά που κρατά. Ε/Π Ρίχνει σταγόνες νερού (Λαντουρώ, ψεκάζω - ραντουρώ - ραντίζω). 
982. Φ Ρέντουλντος άχρωπος ΝΕ Ανοικοκύρευτος άνθρωπος. 
983. Φ Ήρτεν ο σκιαστικός. ΝΕ Ήρθε ο αρραβωνιαστικός 
984. Φ Που να σε φάει η βλάττα και να μη σε φήκει. (Βρισιά) Ε/Π Αρρώστια με ερυθρό εξάνθημα (οστρακιά). 
985. Φ Εφκέρωσέντα ούλτα βα! ΝΕ Όλα εδώ τα άδειασε. Ε/Π Εφκέρωσέ = εκένωσε = άδειασε. 
986. Φ Πού να πιαστείς και να μη λυάς. (Βρισιά) Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου - θέση και άρση εκφράζουν το ίδιο! 
987. Φ Άλλντο κάρο με πατάτες. (Κοροϊδία) ΝΕ Αυτός που δεν του κόβει. 
988. Φ Που να καμώνεσαι και να μπιρίζεσαι. (Βρισιά) 
989. Φ Καλή μου ζόππα. ΝΕ Καλό μου ξύλο. 
990. Φ Τρέχουν τα αργκιακούλκια. ΝΕ Τρέχουν τα ρυάκια νερό. 
991. Φ Έφαε το χάκκι του. ΝΕ Έφαγε τον κόπο του άλλου. 
992. Φ Α πρε λολντοκόπελντο. ΝΕ Α, βρε τρελό παιδαρέλι. 
993. Φ Εννάρτει σε τρία τέρμενα. ΝΕ Θάρθει σε τρεις -ώρες, μέρες, μήνες κ.λ.π. 
994. Φ Έϊ ναι κουκουνούκους. ΝΕ Όχι, τίποτε. 
995. Φ Εν ποτάσσει ο τύμπανος. ΝΕ Δεν έχει μια, ο αδιαφόρετος. 
996. Φ Ένοιξε το ξεμισκιλντί που πίσω. ΝΕ Άνοιξε το κατουρίδι. Ε/Π Έπιασε το φυτό, πέταξε μάτι (η καταβολάδα). 
997. Φ Εφτή είναι πιάνα-πιάνα (ΜΕ) ΝΕ Δε μπορεις να τη βρεις. Ε/Π Μια λέει έτσι, μια αλλοιώς. 
998. Φ Άλι-άλι πρε. ΝΕ Σιγά-σιγά, βρε. 
999. Φ Επόμεινε και μπροκκόνει τον. ΝΕ Έμεινε να του βάζει λόγια. 
1000. Φ Η γουλκειά ήρτε στάφνι. ΝΕ Ήρθε κι’ έδεσε. Ε/Π Στάνι - στάθμη, αλφάδι. 
1001. Φ Εννά χέλει να πρεσβάρουμε και μεις. ΝΕ Θα θέλει να πάμε κι’ εμείς. Ε/Π Να παρουσιαστούμε, πρέσβεις! 
1002. Φ Μάεψε τις αβγκοφιλτίες που κάτω. ΝΕ Μάζεψε τα τσόφλια του αβγού από χάμω. 
1003. Φ Άτε πάλε, ξαναπίταχά. ΝΕ Άντε πάλι, ξανα από την αρχή. 
1004. Φ Εφτή είναι φεβγκιά που τα χάνια. ΝΕ Έφυγε εδώ και πολύ χρόνο. 
1005. Φ Α πιάσω ένα κοντόκουρο καιννά κάμω τα παϊδγκια σου μελανά. ΝΕ Θα πάρω ένα ξύλο και θα σπάσω τα πλευρά σου. 
1006. Φ Άταν μπρός-αλκιώς να χώργκιες. ΝΕ Ας ήταν διαφορετικά και θάβλεπες. 
1007. Φ Κοκιά κκαμάννα αδκιαφόρετη. ΝΕ Δυό μέτρα ύψος, αλλά τίποτα. 
1008. Φ Φτιά η ξεκεφάλιση έλειπε τωρά. ΝΕ Αυτός ο πονοκέφαλος έλειπε τώρα. Ε/Π Αυτός ο πρόσθετος συλλογισμος. 
1009. Φ Το χωράφιν έχει ανάωση. ΝΕ Το χωράφι μπορεί να σκαφτεί, να οργωθεί. Ε/Π Ανάωση = ανάδοση = υγρασία. 
1010. Φ Ήπιεντο μολολάη. ΝΕ Το ήπιε όλο με μια. 
1011. Φ Στραγκά η καρντιά σου. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που μιλά αργά και περιμένεις πότε να τελειώσει. Ε/Π Η καρδιά μου χάνει τη δύναμη της (στραγγίζει). 
1012. Φ Ετρουλτόφτιασε να κούσει. ΝΕ Τέντωσε τ’ αφτιά του, ν’ ακούσει. Ε/Π Τα αυτιά της τα έκανε τρούλα, τα ύψωσε. 
1013. Φ Ήμπε πούμπε, άϊστο κιά. ΝΕ Μπήκε που μπήκε, άστο εκεί. 
1014. Φ Εν τον χχέλω φτογά, μακάρι και τι. ΝΕ Δεν τον θέλω αυτόν, ότι και να μου πεις. 
1015. Φ Πόψε, ε ννάβγκει έναν άκουσμα. ΝΕ Απόψε θα μας ακούσει το χωριό. 
1016. Φ Ήβρε τη γλύτια ντου. ΝΕ Μπόρεσε και γλύτωσε. 
1017. Φ Κουβαλά μαζί ντου ούλτη τη τσέργκα. ΝΕ Κουβαλάει μαζί του όλα τα πράγματα. 
1018. Φ Έκαμε τη μπόρκα ντου. ΝΕ Έκανε χωρίστρα στα μαλλιά του. 
1019. Φ Αναπάμπουλτος άχρωπος. ΝΕ Άσκεφτος άνθρωπος, ασυνάρτητος. 
1020. Φ Ελίμαξε που τη πείνα. ΝΕ Πείνασε πολύ. 
1021. Φ Έφηκε ένα ζωνό και ποβρόμεσε το κόσμο. ΝΕ Αερίστηκε και βρόμισε τον κόσμο. 
1022. Φ Α! μωρή μέκκια!! (ΜΕ) ΝΕ Α μωρή καμωματού. Ε/Π Μέκκια: μικ(κ)ός - μική, μιτσός = πολύ μικρός (αρχαία). Προφανώς λέγεται για μικροκαμωματού. 
1023. Φ Το χώμα είναι καπάϊκο. ΝΕ Το χωράφι είναι έτοιμο για όργωμα. 
1024. Φ Ακόπονο πιο, είχε μέσα κι’ έναν άϊκο. ΝΕ Είχε μέσα πολύ πράμα. Ε/Π Ακόπονο: συν τοις άλλοις επιπλέον. 
1025. Φ Τώρα είμαι δκιό όρη και δκιό βουνά. (Παροιμία) ΝΕ Είμαι πολύ αγανακτισμένος. 
1026. Φ Ά πρε χλωραππία. (Βρισιά) Ε/Π Χλωρό απίδι, αγίνωτο. Χλωρέ. 
1027. Φ Το ζον είναι φορτωμένο κατά ψόφου. ΝΕ Το ζώο είναι παραφορτωμένο. 
1028. Φ Εμάνιζε και πάεννε. ΝΕ Μίλαγε και χειρονομούσε νευρικά μόνος του. 
1029. Φ Εκατόρτεν ο άχρωπος. ΝΕ Πήρε την κάτω βόλτα. 
1030. Φ Επήα στη στάλα, καίρμεξα τις αελκιές. ΝΕ Πήγα στον στάβλο κι’ άρμεξα τις αγελάδες. Ε/Π Σχήμα εκ παραλλήλου. 
1031. Φ Εκλειοστόμιασε καιν τον ενοί. ΝΕ Έκλεισε το στόμα του και δεν το ανοίγει. 
1032. Φ Τον έκαμα ταρντάνια. ΝΕ Τον έκανα τα πάνω-κάτω. 
1033. Φ Ά πάεις στον ανήστροφο. (Βρισιά) Ε/Π Να νη γυρίσεις, στο αγύριστο 
1034. Φ Πάει σαν τα βρυά του ποταμού. (ΜΕ) ΝΕ Αυτός που τρεκλίζει, δεν μπορεί να αντιστέκεται. 
1035. Φ Μέλτι μου εξαιρέστα καίνηπες τίποτα. ΝΕ Δηλαδή τάξερες και δεν είπες τίποτα. 
1036. Φ Κάχεται και χαίνει. ΝΕ Κάθεται μ’ ανοιχτό το στόμα. 
1037. Φ Ήρτε φωνηστός. ΝΕ Ήρθε γρήγορα και πολύ απότομα. 
1038. Φ Κάχεται ναπαμένος. ΝΕ Κάθεται ησυχασμένος. 
1039. Φ Η ψέλτα είναι κοκκιασμένη. ΝΕ Το μαχαίρι δεν κόβει. 
1040. Φ Ά την έβρω, ά τη σουραλτίσω καλά. ΝΕ Δε θα τη βρω; θα τη φτιάξω καλά. 
1041. Φ Εφαέντον η κνιά. ΝΕ Τον έφαγε η τεμπελιά (οκνηρία). 
1042. Φ Ήβρεντα χαζίρικα ΝΕ Τα βρήκε έτοιμα. 
1043. Φ Εκάχουμουν νιοτός και λάμενα ΝΕ Καθόμουν ξύπνιος και περίμενα. 
1044. Φ Έκατσε γιπλοπόη. ΝΕ Κάθησε διπλοπόδι. 
1045. Φ Άτε πατί. ΝΕ Άντε δρόμο τώρα. 
1046. Φ Η μέντα τη βαστά ΝΕ Είναι θυμωμένη. 
1047. Φ Ξάννα νάναι γερλεστισμένα. ΝΕ Κοίταξε νάναι γερά, τακτοποιημένα. 
1048. Φ Χαρείς και κατάπιε το γόντι ντου. (ΜΕ) ΝΕ Τόλεγαν για κάτι καχεκτικό. Ε/Π Υπάρχει η πρόληψη «όποιος καταπίνει το δόντι του στη μικρή ηλικία δεν μεγαλώνει». 
1049. Φ Ήβγκε κιά ξετσινί. ΝΕ Εκεί φύτρωσε. Ε/Π Φύτρωσε κάποιο μάτι φυτού. 
1050. Φ Άχανε πρε. ΝΕ Άνοιξε το στόμα σου. 
1051. Φ Εν έχει γινάντηση. ΝΕ Δεν είναι της εμπιστισύνης. 
1052. Φ Να σε πάρουν οι δκιαόλοι και οι τριόλοι. (Βρισιά) Ε/Π Κατάρα για τιμωρία από τους κακούς (διαβόλους, τροβόλους). 
1053. Φ Κακόν αγγειό. ΝΕ Κακής ποιότητας άνθρωπος. Ε/Π κακκό αγγείο. 
1054. Φ Έφαε τον άμπακα. ΝΕ Εκείνος που έτρωγε τα φαγητά των άλλων, φαταούλας. Ε/Π Είναι ο αρχαίος «άβαξ». Ήταν ένα ορθογωνικό τραπέζι - ένας πίνακας - που παίζανε ντάμα και ήταν αριθμημένος. Φαίνεται πως βάζανε κάνω τα φαγητά, έτσι ο φαταούλας, ήταν εκείνος που έτρωγε τον άμπακο των φαγητών. 
1055. Φ Το χωράφι ήταν μπινιάς. ΝΕ Το χώμα ήταν πολύ σκληρό. Ε/Π Μπινιάς: λέξη τούρκικη, «λεπτή ξύλινη σανίδα τοποθετημένη για στήριξη - σταθεροποίηση. 
1056. Φ Εβραστολόισε το πετσί μου. ΝΕ Ζεστάθηκα πολύ. Ε/Π Βραστολογώ = ζεσταίνομαι. 
1057. Φ Εκουσούμαρα τα κοφίνια. ΝΕ Χρησιμοποίησα τα κοφίνια. Ε/Π Κουσουμέρνω = χρησιμοποιώ. 
1058. Φ Τταμαχιάρης άχρωπος. ΝΕ Αυτός που πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Ε/Π Τταμαχιάρης = άπληστος (τουρκ.: tamah). 
1059. Φ Μάεψε που και τα μπράτη. ΝΕ Μάζεψε τα πράγματα. Ε/Π Μπράτη = αποσκευές, ίσως από την ιταλική λέξη: baratta. 
1060. Φ Τώρα έχει μιάλην άγκρη. ΝΕ Έχει μεγάλη γκρίνια. Ε/Π Άγγρη = διχόνοια, έχθρα, γκρίνια (αρχ.). Ιταλικά: Grugno = κλάμα αλλά και τσαγγρίζω φωνάζω. 
1061. Φ Χχένια μη τα πεις πούετα. ΝΕ Μη τυχόν και τα πεις πουθενά. Ε/Π Έχε έννοια = χένια! 
1062. Φ Νεσακκά και πάει. ΝΕ Πάει αγκομαχώντας. Ε/Π Ίσως από το ανασαίνει δύσκολα 
1063. Φ Εκαμνέντο χάζι. ΝΕ Τόβλεπε με ευχαρίστηση. Ε/Π Χάζι, τουρκ. λέξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου