Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Λ λάμδα) Μέρος 8ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.



Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Λ (λάμδα):

λαΐνα
λαγήνι
Λάγυνος, λάγηνος, πήλινο δοχείο, λατ.: lagena.
λακέρντα
κουβεντολόι
Πολυλογία, λατ.: lacerta = είδος παστού ψαριού. Συνέπεσε παρετυμολογικά με
την τουρκ. λέξη: lacirdi = κουβέντα.
λαμένω
περιμένω
Από το: αναμένω - ναμένω - λαμένω.
λαμπατίνα
λάμπα του φακού
Αρχ.: λαμπάς, λαμπάδα, ιταλ.: lampa (λάμπω).
λαμπριώτης
πασχαλινό αρνί
Κάθε ζώο προς σφαγή την περίοδο του Πάσχα, της Λαμπρής.
λάου-λάου
σιγά-σιγά
Λαγού-λαγού περπάτημα.
λαούμα
λαγούμι
Υπόγειο όρυγμα, οχετός. Τουρκ.: lagim.
λαουμάνος
κανάτα νερού
Lavo+manus, αντιστοιχία προς το
ομηρικό χέρ-νιψ = χέρνιβας (χειρ+νίπτω) χερνίπτομαι.
λαουνιάρης
Ζώο, σκύλος που ψάχνει καλά
Κυριολεκτείται για τον σκύλο που έχει
την ικανότητα να βρίσκει λαγούς.
λαουργκιά
μεγάλος λαγός
Μεγεθυντική λέξη.
λαούτες
οχετός, όρυγμα
Λαγούτες, τουρκ.: lagim = όρυγμα, οχετός.
Λούκι, λούκια, ολούκα = ξύλινο αυλάκι.
λατός
χαβάσι, διάθεση
Βαθιά επιθυμία: ελάω, ελαύνω. «έλασε το ζώο». Περίοδος οργασμού των κατσικιών, κατά συνέπεια λατός = επιθυμία. Αρχ.: ελάω = διεγείρω.
λατσωμένος
λερωμένος
Λετσωμένος, λέτσος = βρόμικος. Ιταλ.: lezzo.
λαττάς
χοντρό ξύλο
Ξύλο από μεγάλο κορμό δέντρου, τουρκ. λέξη.
λαφαντάρης
λαχανιασμένος
Αρχ.: λαφύσσω = αναπνέω βαθιά, λαχανιάζω.
λαφάσσω
λαχανιάζω
Αρχ.: λαφύσσω.
λαφατός
λαχάνιασμα
Λαφάσσω = ασθμαίνω, αρχ.: λαφύσσω = ροφώ άπληστα.
λαφροπάλαντζα
αυτός που χάνει
Ελαφρόμυαλος, αμφιταλαντευόμενος. Παλάντζα: φορητή ζυγαριά, βεν.: balanza, αρχ.: φάλαγξ!
λαχαίνω
συναντώ
Αρχ.: λαγχάνω.
λέβα
βόλτα
Σήκωμα για βόλτα, λατ.: levo = σηκώνομαι.
λείβγω
αλείφω
Αρχ.: λείφω.
λείπης (ο)
το μυαλό του είναι αλλού
Σήμερα χρησιμοποιείται ως «φευγάτος», ρήμα: λείπω, απουσιάζω (υποχωρητικός τύπος).
λείψουμε, λείψου-με
παράταμε
Απο-λείψου με! απολείπω = εγκαταλείπω.
λε-λε
λέγε-λέγε
Λέγε-λέγε, τα κατάφερες!
λέρα
βρομιά, κακός χαρακτήρας
Αρχ.: ολερός = λασπερός.
λεσπέρης
αγρότης
Γεωργός, τουρκ.: zencper.
λεχούι
μωρό
Λεχούδι, το νεογέννητο που είναι κοντά
στη λεχώνα.
ληνός
πατητήρι των σταφυλιών
Δεξαμενή, αρχ.: ληνός.
λιβόρβορο
περίστροφο
Ιταλ. λέξη, αγγλ.: revolver.
λίγδα
βρομιά
Αρχ.: λίγδην - λιγδερός = λιπαρός.
λικοτίζουμαι
χασομερώ
Χάνω χρόνο εργασίας μου.
λίλιρα
ιλαρά
Ιλαρός - ιλαρά, λίλτιρα.
λίλτηρας
ιλαρά
Ίληρη: ιλαρός = χαρούμενος, καλοσήμαντη λέξη για την αρρώστια (ευφημισμός) και λίληρη.
λίμα
κουτσομπολιό, πολυλογία
Λιμάρω = ομιλώ, μεταφορικά από το
ιταλ.: lima = εργαλείο λείανσης σκληρής επιφάνειας,
λιμάγρα
βουλιμία
Λιμάζω, πεινώ πολύ, αρχ.: λιμώττω, ιταλ.: limare, λιμάγρα από το λιμός = πείνα και μάργος = άπληστος = άπληστη πείνα.
λιμασμένος
πεινασμένος
Αρχ.: λιμώττω.
λιμόγντουρο
αδύνατος
Το παιδί που πεινά και δεν χορταίνει (βλ.: λιμός - λίμα - λιμώττω). Λιμοκτονώ, λιμόγδουρο, πρβλ.: ξυλάγγουρο.
λιμπί
συνήθεια
Ρήμα: λιμπίζομαι, λιμβόζομαι. Λατ.: libido.
λιμπίζομαι
επιθυμώ
Λιμβίζομαι. Λατ.: libido = επιθυμία.
λίφι
σφουγγάρι
Το αλείφειν, το λείφειν, το λείφι!
λιφτήρι
καλάμι με σφουγγάρι για το άλειμμα
Κάθε τι που αλείφει, αλείφω - αλειφτήριο όργανο!
λκιώμα
έλιωσε
Αλλοίωμα, αλλοιώνω, λοιώμα, εξουδετέρωση, ή λειώνω - λειώμα.
λοές
ποικιλίες σταφυλιών
Λογές-λογές, λογή. «Τι λογής είναι;» ή «λογιών - λογιών», «τί λιος είναι ο άνθρωπος» = πώς είναι; ποιάς λογής είναι;
λόκοπα
κόψιμο θάμνων
Υλο-κοπώ, ύλη = δάσος = ξυλεία,
υλόκοπα, λόκοπα!
λολντοκόπελντο
τρελό παιδί
Λωλό+κοπέλι, λωλός (απολωλώς), κοπέλι
= αγόρι, βυζαν.: κοπέλιο = το παιδί του καπηλειού της ταβέρνας. Στις Φάνες: Κόπελτος.
λολός
τρελός
Απο-λωλός = χαμένος.
λόπια (τα)
φασόλια
Αρχ.:  λοβός = φασόλι.
λόρδα
η μεγάλη πείνα
Ειρωνεία, από το: Λόρδος.
λούβα
μια αρρώστια
Λέπρα, αρχ.: λώβη (λουβιάρης). Ρήμα: λωβώμαι.
λουβιάρης
βρομιάρης
Αρχ.: λωβός = λεπρός.
λούγκρα
θηλυκός χοίρος
Σκρόφα, η γουρούνα που έχει γεννήσει. Αρχ.: γρομφάς.
λούτσικας
λόξυγγας
Κλώξυγγας - κλώξος, από το κλώζω = βγάζω τραχύ ήχο.
λτίγκι-λτίγκι
βήμα-βήμα
Ειρωνική διατύπωση, νάτος, ήρθε λτίγκι-λτίγκι. Προφανώς από τα κουδούνια του αλόγου της άμαξας. Λέξη ηχομιμητική.
λτιολέης
λίγες φορές το λές
Ολιγολογώ, -εις, λέω λίγα = λιγολέω.
λωνάρι
κομμένο σε πολλά μέρη
«Το πουκάμισο έγινε λωνάρι», κόπηκε κι έγινε κομμάτια, λωρίδες! ρίζα λώρος = ζώνη, ιμάντας. Λατ.: lorum.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου