Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Ζ ζήτα) Μέρος 5ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Ζ (ζήτα):
ζάβαλτης
καϋμένος
Τουρκ.: zebbeli.
ζαβλοπατώ
πάω δω και κει
Χωρίς βηματισμό. Ζαβός = λοξός,
αδέξιος. Στο Καστελλόριζο: ζαβλοπατώ, περπατώ αδέξια.
ζάερι
οπωσδήποτε, βέβαια
Λείπει, δεν είν’ εδώ ο τάδε. Τουρκ.: zahiri.
Ζάερί μου, είναι άρρωστος!
ζαλάπατα
βήματα
Σάλος+πατώ, σάλος = θόρυβος, κυματισμού θόρυβος. Λέμε και (τ)σαλαπατώ.
ζαμάνι
περίοδος
Χρόνια και ζαμάνια έκανα να σε δω! Τουρκ.: zaman.
ζαπούνης
αδύνατος
Μάλλον τουρκ.: zebun ή zabun = ισχνός.
ζαράρι
ζημία
- (Τουρκ.;).
ζαττί
όπως και νάχει
Ωστόσο, έτσι κι αλλιώς. Τουρκ.: zat.
ζάφτι
δεν τον κάνω καλά
Δεν μπορώ να τον συγκρατήσω.
α) αραβ.: zabt, τούρκ.:  zapt = κράτηση,
β) από το ρήμα ζάφτω = χτυπώ. Αρχ.: διάφτω = ιάπτω = βλάπτω, τραυματίζω.
ζβουντουρώ
πετώ μακριά κάτι
Ηχοποίητη λέξη από το ζβιν = ο θόρυβος της ταχύτητας αντικειμένου, που ρίχνεται μακρυά
ζεματίζω
ρίχνω ζεστό νερό
Ρήμα: ζέω = καίω.
ζέννω
βρομάω
Βρομάω: αρχ. όζω = μυρίζω άσχημα. Φράση: ζέννει πολύ = βρομοκοπά. Ίσως
και από το: ζέω. «Σκωλήκων ζέσας»,
γεμάτο σκουλήκια; άρα βρομάει.
ζερβοκουτάλα
αριστερόχειρας
Και ο ιδιότροπος και κακός άνθρωπος. Ζερβός – ζαρβός – ζαβός – στραβός, όχι ευθύς.
ζέχνω
οργώνω
Αρχ: ζεύγνυμι - ζευγνύω = ενώνω τα δύο ζώα με ζυγό (βλ.: ζεύγος – ζευγαρίζω – ζευγάς, έζεξε το χωράφι!). Μετέπεσε στην έννοια: οργώνω.
ζίγκα (ή τίγκα)
πολύ γεμάτο
Δεν χωρά άλλο, τουρκ.: diga, αλλά και φίσκα, κάργα γεμάτο.
ζιμπίλτι
ψυγείο της εποχής,
καλάθι
Καλάθι από χόρτο ή βούρλα. Ή απλώς
το πανέρι. Τουρκ.: zebil.
ζιντάνι
σκοτάδι
Τουρκ.: zindan = φυλακή.
ζιρίττι
γρήγορα
Ταχυδρομικό άλογο της ερήμου.
ζις ή τζις
δίωχνω το γατί
Βλ.: ζίττι!
ζίττι
διώχνω το γατί
Ζίττι βρε! φύγε, βρε γάτε!
ζόππα
χοντρό ξύλο
Θα πιάσω τη ζόππα. Ίσως τουρκ. λέξη;
ζουλάπα
μεγάλο ώριμο φρούτο (σύκο)
Κρυμμένο στο βάθος... στη ζούλα;
ζουμαχνίζω
τσιμπάω δυνατά
- (Ζωμός+αχνίζω = καίω…;).
ζούμπερο
έντομο ή κάθε άγριο ζώο
Ζούμπρος, σλαβ.: zoubrou = άγριο ζώο.
ζούππα
ψωμί βουτηγμένο στο λάδι
Βάπτισμα του ψωμιού στο λάδι. (βλ.:
έγινα ζουππί στον ιδρώτα, στη βροχή!)
Να ζουππίσουμε το παιδί, δηλ. να το
βαπτίσουμε!  Ιταλ.: zuppo = βαπτίζω.
ζουππί
μούσκεμα
Βλ.: ζούππα.
ζουργκιάζω
στριμώχνω
Ζορίζω κάποιον, από το ζόρι,  τoυρκ.: zor.
ζουρλαμάς
τρελός
Ζουρλός, από το σβουρλός, σβουρίζω, γυρίζω σαν σβούρα!
ζωνός
κλανιά
Ίσως από το: όζω = βρομώ άσχημα,
ζέννω,  έζεσε τον κόσμο!
ζωντόβολο
ανόητος, βλάκας
Βυζαντ. λέξή: ζώον + βόλος. Ρήμα: βάλλω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου