Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Λέξεις: Φανενή φωνητική-γλωσσική παράδοση (Ν νι) Μέρος 10ο


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Εμμανουήλ Μ. Χατζήπαπα: ΦΑΝΕΣ και τοπική διάλεκτος με λέξεις, εκφράσεις, ονομασίες, ντοκουμέντα. 
Τη Φιλολογική και Ετυμολογική επιμέλεια έκανε ο Καθηγητής Παναγιώτης Α. Χαμουζάς. 
Εκδότης του βιβλίου είναι ο Σύλλογος για την Μελέτη και Διάδοση της Ελληνικής Ιστορίας e. V. Weilheim/Βαυαρίας Πρόεδρος του οποίου είναι ο Απόστολος Π. Κυριατσούλης.


Βραχυγραφίες/Επεξηγήσεις:
Αρχαία:                    αρχ.                                          Βλέπε:              βλ.
Τουρκικά:                 τουρκ.                                       Δηλαδή:            δηλ.
Λατινικά:                   λατ.                                           Παράβαλλε:        πρβλ.
Ιταλικά:                     ιταλ.                                          Λεξικό:  λεξ.
Αραβικά:                   αραβ.                                        Σελίδα:  σελ.
Βυζαντινά:                 βυζαν.                                       Πρόθεμα:           προθ.
Σλαβικά:                    σλαβ.                                       Ετυμολογία:       ετυμολ.
Βενετικά:                   βενετ.                                       Μεταφορικά:      μεταφ.
Αγγλικά:                    αγγλ.
Ρουμάνικα:                ρουμ.
Γαλλικά:                    γαλλ.

Ν (νι):

ναβάλλω
βάζω στο νου μου
Ανά-βάλλω.
ναβρατίνι
πολλά νεύρα
Επίθεση, πολύ νευρική, τουρκ. λέξη.
ναγκάζω
αγκομαχώ
«Έχω ναγκατό», δηλ. ακούγεται ο ήχος
ενός βαθιού κόπου.
νάετος
νάντος!
Να - ιδέ - αυτός = να -(δ)ε - τος.
νακατόστρα
αυτή που ασχολείται με ξένες υποθέσεις
Ανά+κατώνω (άνω - κάτω).
νακόλομα
αυτός που δεν κρατά μυστικό (μεταφ.)
Η κάθε αποκάλυψη των οπισθίων,
ανά - κολώνω, ξεδιαντροπιά.
ναμοκκιώρης
αχάριστος  (μεταφ.)
Τυφλός, τουρκ. λέξη.
ναουλκιώ
αναγουλιάζω
Νιώθω αναγούλα, ανά+γούλα, γούλα = οισοφάγος των πτηνών, λατ.: gula.
ναπαμένος
αυτός που αναπαύεται
Αναπαυμένος.
ναπουγκώνου-μαι
ανεβάζω τα μανίκια
ανασκουμπώνομαι, ανά+από+αγκών-ομαι
ή ανακομβώνομαι.
νατριχώ
ανατριχιάζω
Ανά - τριχώ, σηκώνεται η τρίχα μου.
νεκαρώνω
αναθερμαίνω τη φωτιά
Αναζωογονώ τη φωτιά, βάζω κι άλλα
ξύλα στη φωτιά, καρώ - ανακαρώ, νακάρα!
νεμμώ
φυτρώνω
Αναμύω = ανοίγω τα μάτια, το φυτό
ανοίγει τα μάτια!
νεμουκκώ
κλαίω διακεκομένα
Κλαίω με αναφυλλητά, μουγκρίζω. Ίσως από το αρχ.: αναμυκώμαι = αναστενάζω.
νεπέττι
περίοδος
Χρονική περίοδος, σειρά, τουρκ.: nobet.
νέρντε
λογάριασε
Λογάριασε, πόσο χρόνο, τουρκ. λέξη.
νεροκαμένος
διψασμένος
Νερό+καίομαι (έχω ανάγκη νερού).
νεροσταλκία
αναζήτηση νερού
Νεροσταλιά, η ανάγκη νερού. Κοινώς
βλ.: ξεροσταλιάζω, νεροσταλιάζω.
νέρουπας
πτηνό
Μελισσοφάγος. Κατά αρχαίο λεξικό,
μέροψ είναι ο θνητός. Στον ενικό και
είδος πτηνού, μελισσάφος!
νεστορώ
αναφέρομαι σε κάποιον
Ανιστορώ, ερευνώ προσεκτικά.
νεσύρω
ανασύρω
Ανασύρω κυρίως νερό.
νεφαίνω
μόλις φαίνομαι
Αναφαίνομαι, προβάλλω, παρουσιάζομαι.
νέφαλο
σύννεφο
Νέφος - νέφαλο, α+νέφαλο.
νεφερνές
μικρό τσαμπί σταφυλιού
Βοτρύδι, μη ολοκληρωμένο.
νεφέρνω
αναφέρω κάτι
Ανά+φέρω.
νεχαράσσω
αναμασώ την τροφή
Αναχαράζω, μηρυκάζω, ξαναμασώ.
ννύξη
άνοιξα θέμα,
άνοιγμα θέματος
Νύξη αναφορά σ’ ένα θέμα, ρήμα νύττω, νύσσω = κεντώ, τρυπώ.
νοηρεύγκω
συλλογίζομαι
Ψάχνω με τον νου,  νοο, γυρεύω.
νοιώνω
ξυπνώ
Νιώνω, έννοια (νοιώθω, έχω συναίσθηση, νοώ).
νομάτοι, νοματέοι
άτομα
Άνθρωποι με ονόματα, ονομασμένοι, αριθμητικά.
νου-κιανού
έτσι κι αλλιώς
Ετυμολ:. και εκεινού η γνώμη και εκεινού.
νουρά
ουρά
Όπως, ώμος, νώμος, ουρά, νουρά.
ντελιξίζης
κοκαλιάρης
Ντελής = τρελός, τουρκ.: deli.
ντζιάρα
πήλινο βαρέλι λαδιού
Μεγάλο πήλινο δοχείο λαδιού, ξένη λέξη.
ντιονώ
φωνάζω δυνατά
Αντιδονώ, κάνω τη φωνή μου να πάλλεται.
ντιπαριάζω
επιμένω εκεί
Επιμένω αντίθετα, ίσως αντιποδαριάζω = πατώ πόδι, αμύνομαι (όπως ξεποδαριάζω).
ντιπατώ
επιμένω
Αντι-πατώ, επιμένω στις θέσεις μου.
ντιρκιούμαι
πέφτω σε δίλημμα
Διστάζω εν-τηρώ, εντηρούμαι, ντιριέμαι, κοιτάζω μέσα μου, το σκέπτομαι να δράσω!
νυχατά
ξημερώματα
Πολύ πρωί, αρχ.: έννυχα - εν+νύκτα, λίαν πρωί (Ευαγγέλιο, Μάρκος κεφ. α.35).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου