Κοντάκος Αναστάσιος: Αναπληρωτής Καθηγητής, Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ. Πανεπιστημίου Αιγαίου
Παπαδόπουλος Σταύρος : Υποψήφιος Διδάκτορας, Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ. Πανεπιστημίου Αιγαίου
Η εδαφική ολοκλήρωση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους συντελείται το Μάρτιο του 1947 με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου. Τα Δωδεκάνησα για περισσότερο από έξι αιώνες «γνώρισαν» πολλούς κατακτητές. Στις 5 Μαΐου 1912 ανοίγει μια νέα σελίδα στην πολυκύμαντη ιστορία των νησιών. Ο στρατηγός Giovanni Ameglio, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση από τις τουρκικές δυνάμεις που κατείχαν τα νησιά, καταλαμβάνει τη Ρόδο και σε διάστημα λίγων ημερών και τα υπόλοιπα νησιά του συμπλέγματος «περνούν» στην Ιταλική κυριαρχία. Στα τέλη Μαΐου, το σύνολο της Δωδεκανήσου είναι υπό Ιταλική κυριαρχία, τερματίζοντας μια τουρκική κατοχή περίπου τεσσάρων αιώνων.
Ο στρατηγός Ameglio μόλις στις 6 Μαΐου 1912 (την επόμενη της κατάληψης της Ρόδου) τοιχοκολλεί το πρώτο του διάγγελμα προς τους κατοίκους της νήσου της Ρόδου αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατά διαταγήν της Α.Μ. του Βασιλέως Βίκτωρος Εμμανουήλ του Γ’, αναλαμβάνω μεταξύ υμών τα ύψιστα δικαιώματα, πολιτικά και στρατιωτικά, δηλώ δε ότι η Ιταλία, καίτοι διεξάγουσα πόλεμο κατά της κυβερνήσεως του Οθωμανικού στρατού, θεωρεί φίλον τον ειρηνικόν και φιλήσυχον πληθυσμόν της Ρόδου και εις τούτον εννοεί να δώσει τα μεγαλύτερα δείγματα ευμενείας, εξασφαλίζουσα από τούδε τον ύψιστον σεβασμόν της θρησκείας σας, των εθίμων υμών και των παραδόσεων σας»[1]
Αποτέλεσμα των δηλώσεων και των διαγγελμάτων αυτών ήταν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι η πολυπόθητη ένωση των νησιών με την Ελλάδα δε θα αργήσει να συμβεί και να θεωρήσουν την Ιταλική κυριαρχία στα νησιά - αυτό που οι ίδιοι οι Ιταλοί δήλωναν και εξάγγειλαν -προσωρινή.
Ακολουθεί το συνέδριο της Πάτμου ( Ιούνιος 1912) όπου αντιπρόσωποι-δημογέροντες από όλα τα νησιά κηρύσσουν την «πλήρη αυτονομία» των απελευθερωθεισών νήσων και ονομάζουν το σύνολο των νήσων «Πολιτεία του Αιγαίου» και διακηρύσσουν τον προαιώνιον των νησιωτών πόθον της Ενώσεως μετά της μητρός Ελλάδος. [3] Κοινοποιούν το διάβημα στις τότε Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ο ευρωπαϊκός τύπος, με τη βοήθεια των Δωδεκανησίων της διασποράς, κάνει ιδιαίτερη μνεία στις ενέργειες των νησιωτών. Την ίδια στιγμή ο στρατηγός Ameglio δε δέχεται αντίγραφο του ψηφίσματος που του έδωσαν.
Αυτό συμβαίνει 20 μόλις μέρες μετά τα δικά του διαγγέλματα. Η στάση των Ελλήνων αρχικά ήταν εξαιρετικά φιλική προς του Ιταλούς και μερικές ενέργειες τους το δηλώνουν, όπως το γεγονός ότι κυμάτιζαν ιταλικές και ελληνικές σημαίες στις 3 Ιουνίου, ημέρα εορτής της ανακήρυξης του Ιταλικού συντάγματος και οι μαθητές έψαλαν τον ιταλικό και ελληνικό ύμνο, ενέργειες που δείχνουν τη φιλικότατη στάση των Δωδεκανησίων απέναντι στους Ιταλούς.
Οι Ιταλοί από πολύ νωρίς έδειξαν ότι η παρουσία και η κυριαρχία τους στα νησιά όχι μόνο προσωρινή δε θα ήταν αλλά άρχισαν να βάζουν σε εφαρμογή ένα μεγαλόπνοο σχέδιο τους: τον εξιταλισμό των νησιών. Το σχέδιο του εξιταλισμού των νησιών τέθηκε σε εφαρμογή από τα πρώτα κιόλας χρόνια της 32χρονης περίπου κυριαρχίας των Ιταλών στα Δωδεκάνησα. Εξιταλισμός που εκδηλώθηκε σ’ όλους τους τομείς της ζωής: στην οικονομία, στη διοίκηση, στη γεωργία, στην παιδεία.
Το σχέδιο εξιταλισμού στον τομέα της παιδείας είχε πολλές παραμέτρους. Αρχικός στόχος ήταν ο αφελληνισμός και η αποδυνάμωση του Ελληνικού στοιχείου στο χώρο της παιδείας και αφετέρου η εισαγωγή και η ενίσχυση του ιταλικού στοιχείου στην εκπαίδευση. Αναφέρουμε μόνο μερικά από τα μέτρα που πήραν οι Ιταλοί σε βάρος της ελληνικής παιδείας. Έχουμε λοιπόν από τα πρώτα χρόνια της ιταλικής κυριαρχίας την εισαγωγή της ιταλικής γλώσσας στην εκπαίδευση, αρχικά στα «νυχτερινά σχολεία» και μετέπειτα σ’ όλους τους τύπους σχολείων. Η ελληνική παιδεία αρχικά είναι ελεύθερη θεωρείται όμως ιδιωτική και δεν επιχορηγείται. Ιδρύονται ιταλικά σχολεία όλων των βαθμίδων, περιορίζονται αργότερα οι ώρες διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας με αντίστοιχη αύξηση των ωρών διδασκαλίας της ιταλικής. Έρχονται έποικοι δάσκαλοι από την Ιταλία για να διδάξουν στα ιταλικά σχολεία της Δωδεκανήσου. Ιδρύουν διδασκαλείο στο οποίο έπρεπε να φοιτούν υποχρεωτικά οι απόφοιτοι Γυμνασίου για να γίνουν δάσκαλοι. Απαγορεύεται στους απόφοιτους των Ελληνικών Γυμνασίων να φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια και υποχρεώνονται να φοιτούν στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Διώκουν τη δημογεροντία και την Εφορεία Σχολών που ήταν οι αρμόδιοι φορείς για την εξεύρεση πόρων και τη λειτουργία των Ελληνικών σχολείων. Εξορίζονται πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές σχολείων για αντιιταλική δράση, απαγορεύεται η αποβίβαση καθηγητών που έρχονται από την Ελλάδα να διδάξουν στα σχολεία και τέλος απαγορεύεται εντελώς η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και κλείνουν τα ελληνικά σχολεία.
Το συγκεκριμένο άρθρο προκάλεσε αναστάτωση και προβληματισμό στην Ελληνική κυβέρνηση. Ο Έλληνας πρέσβης στη Ρώμη Δ. Κακλαμάνος ζήτησε εξηγήσεις από τον ιταλό υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η ιταλική κυβέρνηση είχε άλλες επείγουσες ανάγκες και προτεραιότητες.[5]
Αναφέρουμε ενδεικτικά το διοικητήριο, το Μανδράκι (αγορά), την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου, το ξενοδοχείο των Ρόδων, τα δικαστήρια, το ναό του Αγίου Ιωάννη, το νοσοκομείο, το κτίριο της Ακαδημίας. Το πρόγραμμα του Lago είχε τρία σημεία, αρχικά τη δημιουργία του λιμανιού, δεύτερο σημείο τη κατασκευή κτιρίων για την ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας και τρίτο τη κατασκευή σχολείων, νοσοκομείων και τραπεζών. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται και η φιλόδοξη σκέψη κατασκευής κτιρίου, στο οποίο θα στεγάζονταν το Πανεπιστήμιο της Ρόδου (Universita di Rodi). O Lago άρχισε να προσπαθεί να υλοποιήσει το μεγαλεπίβολο αυτό στόχο. Αμέσως μετά την άφιξή του στη Ρόδο και την ανάληψη των καθηκόντων του κάλεσε το Florestano di Fausto, πολύ γνωστό και καταξιωμένο αρχιτέκτονα, ο οποίος είχε το γραφείο του στη Ρώμη. Ο Di Fausto ήλθε στη Ρόδο τον Απρίλιο του 1923 και ανέλαβε το σχεδιασμό του ρυθμιστικού σχεδίου της πόλης. Το ρυθμιστικό σχέδιο της πόλης εγκρίθηκε οριστικά στις 29 Ιανουαρίου 1926 και ολοκληρώθηκε το 1936 και περιλαμβάνει 42 άρθρα. Τα έργα για να γίνουν χρειάζονται πόρους και κονδύλια και η Ιταλική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της «διακυβέρνησης του Mario Lago διαθέτει τακτική οικονομική ενίσχυση 8.690.000 λιρετών ετησίως. Μάλιστα τη συγκεκριμένη περίοδο η κυβέρνηση διαθέτει έκτακτα κονδύλια ύψους 60 – 80 εκατομμυρίων λιρετών που τα καταβάλλει τμηματικά.[7]
Η διοίκηση Lago επειδή είχε μεγάλη ευχέρεια χρημάτων δε συνάπτει δάνεια από τράπεζα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα κτίρια της εποχής του Lago εκφράζουν δύο τάσεις στην αρχιτεκτονική των κτιρίων. Η πρώτη τάση είναι ο εκλεκτικισμός με αναγεννησιακά ή γοτθικά στοιχεία. Αυτή ή κατηγορία κτιρίων έχει αναφορές σε στοιχεία της αναγέννηση και του μπαρόκ βασισμένες στην αρχιτεκτονική της βόρειας Ιταλίας, ιδίως της Βενετίας, όπως αετώματα τριγωνικά ή κοίλα, κυκλικά ανοίγματα, γείσα και ανάγλυφες διακοσμήσεις και αναφορές σε γοτθικά ιδιώματα με οξυκόρυφες αψίδες. Η δεύτερη τάση είναι ο εκλεκτισμός με ανατολίτικα στοιχεία. Τα κτίρια αυτά έχουν στοιχεία από τη μουσουλμανική αρχιτεκτονική, όπως θόλους, χαμηλωμένα τόξα και καμπύλες κυματοειδείς στις απολήξεις των στηθαίων.[8]
Για το σκοπό αυτό, με ένα διάταγμα του 1927, απαλλοτριώθηκε «για λόγους δημόσιας χρήσης» οικόπεδο, το οποίο χαρακτηρίστηκε μη καλλιεργήσιμο και στο οποίο υπήρχε ένα σπίτι 80 τ.μ. και ιδιοκτήτρια ήταν η Μαρουλίτσα Βενετοκλή, χήρα του Ιωάννη Βενετοκλή. Το συγκεκριμένο οικόπεδο βρισκόταν κατά προσέγγιση εκεί που βρίσκεται το Εθνικό Θέατρο σήμερα.
Από την έρευνά μας στο Αρχείο ανακαλύψαμε τηλεγράφημα που είχε στείλει ο κυβερνήτης Mario Lago σ’ έναν άλλο αρχιτέκτονα, τον Buscaglione, ο οποίος και αυτός κατασκεύασε σημαντικά κτίρια την εποχή του Lago. Στο συγκεκριμένο έγγραφο ο κυβερνήτης παραθέτει μερικές παρατηρήσεις του και εκφράζει την ικανοποίησή του για τον τρόπο που επεξεργάστηκε ο Buscaglione τα σχέδια του Di Fausto. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο Lago έδωσε και σε άλλους αρχιτέκτονες, μελετητές να επεξεργαστούν την πρόταση του Di Fausto. Από το έγγραφο καταλαβαίνουμε ότι οι συζητήσεις είχαν προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό. Ο Lago παραθέτει παρατηρήσεις προχωρώντας σε λεπτομέρειες όπως για το ημιυπόγειο, το ισόγειο του κτιρίου, τη βιβλιοθήκη, τη μεγάλη αίθουσα των εκδηλώσεων. Εκεί βρίσκουμε λεπτομέρειες που δείχνουν ότι υπήρχε ξεκάθαρη άποψη για το πώς θα ήταν το κτίριο. O Lago αναφέρει,[11] «ίσως να μπορούσε να συμπτηχθεί ο αριθμός των χώρων που προορίζονται για την πρυτανεία και τους καθηγητές» ενώ επιθυμούσε παράλληλα «να υπάρχει στον πρώτο όροφο ένα μουσείο ζωολογίας και βοτανικής» και υπογραμμίζει: «ότι θα πρέπει να θυμίζει ιππότες» και ότι «στη Ρόδο έχουμε αρχιτεκτονική ιπποτική». Σε μια επόμενη παράγραφο για τη βιβλιοθήκη σημειώνει ότι: «η θέση είναι πολύ σωστή και ότι στο μέλλον θα δημιουργηθεί μια μεγάλη αίθουσα διαβάσματος καλύπτοντας την εξωτερική ταράτσα». Κλείνοντας το έγγραφο τονίζει στον αρχιτέκτονα ότι δε «θα πρέπει να κάνει καμιά οικονομία πάνω στα σχέδια και τις προμήθειες του αρχιτέκτονα Di Fausto. Και ότι αν χρειαστεί το τεχνικό γραφείο του κράτους θα επεξεργαστεί τις προσόψεις με βάση τα σκίτσα».[12] Σημειώνει τέλος ότι είναι: «ζωηρή επιθυμία να αρχίσει το κτίσιμο την άνοιξη» και ότι «ο γερουσιαστής Schiaparelli συμφωνεί»
Το σχέδιο αυτό θα είναι άξιο να πείσει, όχι μόνο για τη χρησιμότητα που θα έχει το οικοδόμημα αλλά και για την ομορφιά του. Το οικοδόμημα αυτό θα αποτελέσει ένα κόσμημα για την πόλη της Ρόδου. Στείλτε μου λοιπόν όσα σχεδιαγράμματα έχετε σχετικά με το σκοπό αυτό».[13] Ο Lombardi λοιπόν επεξεργάστηκε δύο σχέδια πολύ διαφορετικά και στο σχήμα και στη μορφή. Το ένα θυμίζει πράγματι τα σχήματα της ιπποτικής αρχιτεκτονικής, ενώ στα άλλα διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του ιταλικού μπαρόκ. Ο Lombardi προβλέπει ένα μεγάλο οικοδόμημα στην προκαθορισμένη θέση όπως το αρχικό σχέδιο στην περιοχή της μελλοντικής «πλατείας αυτοκρατορίας».
[1] Ιπποκράτης Φραγκόπουλος: «Η Δωδεκάνησος υπό Ιταλοκρατία». Σελ. 23.
[2] Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου: «Ιστορία της Ρόδου, από τους προϊστορικούς χρόνους έως την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου», σελ 529-531.
[3] Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου: ο.π., σελ 532
[4] Εφημερίδα “Tribuna”, άρθρο του Paolo Enriques, φύλλο της 14/7/1913, στο βιβλίο του Ζαχαρία Τσιρπανλή: «Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912-1943, αλλοτρίωση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος», σελ. 92.
[5] Ζαχαρίας Τσιρπανλής: ο.π., σελ. 92-93.
[6] Κώστας Τσαλαχούρης: «Η οικονομική πολιτική της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα», σελ. 39. 43.
[7] Κώστας Τσαλαχούρης: ο.π., σελ. 61.
[8] Simona Martinoli – Eliana Perotti: «Architettura coloniale italiana nel Dodecanese » 1912-1943”, σελ. 394-395 στην Εφημερίδα: Il Messaggero di Rodi, φύλλο της 22/3/1928.
[9] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Νομού Δωδεκανήσου, έγγραφο της Governo delle Isole Egee, 11/3/26.
[10] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Νομού Δωδεκανήσου, έγγραφο της Governo delle Isole Egee, 16/8/27.
[11] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Νομού Δωδεκανήσου, έγγραφο της Governo delle Isole Egee, 8/1/27.
[13] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Νομού Δωδεκανήσου, έγγραφο του κυβερνήτη των νησιών, 9/11/1928.
[14] Monica Livadiotti e Giorgio Rocco: «La presenza Italiana, nel Dodecaneso tra il 1912 -1948», σελ. 327.
[15] Monica Livadiotti e Giorgio Rocco: ο.π., σελ. 328-329.
[16] Κώστας Τσαλαχούρης: ο.π., σελ. 40,55,61.
[17] Monica Livadiotti e Giorgio Rocco: ο.π., σελ. 292-293.
[18] Κώστας Τσαλαχούρης: ο.π., σελ. 85,93,105.
Ελληνική Βιβλιογραφία
Βεργωτής, Γεώργιος: «Η εκπαίδευση στο κοινό της Ρόδου κατά την Ιταλοκρατία», Έκδοση Διεθνές Κέντρο Μεσογειακών Μελετών, Ρόδος, 1997.
Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Νομού Δωδεκανήσου, έγγραφα της Ιταλικής περιόδου
α) έγγραφο της Governo delle Isole Egee στις 16 Αυγούστου 1927
β) έγγραφο της Governo delle Isole Egee στις 8 Ιανουαρίου 1927
γ) έγγραφο του κυβερνήτη των νησιών στις 9 Νοεμβρίου 1928.
Διβάνη, Λένα – Κωνσταντοπούλου, Φωτεινή: «Δωδεκάνησος. Η μακρά πορεία προς των Ενσωμάτωση. Διπλωματικά έγγραφα από το ιστορικό αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών», έκδοση υπουργείου Εξωτερικών – Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1996.
Κλαδάκη - Μενεμενλή, Φωτεινή - Αδ. Τιμόθεος Φρέρης: «Από την εκπαιδευτική ιστορία της Ρόδου 1889-1989», Έκδοση Δήμου Ροδίων, Σύρος, 2002.
Νικολάου, Νίκος: «Οδοιπορικό στην Ιστορία της πόλης της Ρόδου μέσα από τα ονόματα των δρόμων της», Έκδοση Δήμου Ροδίων, Ρόδος, 1998.
Παπαϊωάννου, Εμμανουήλ: «Ρόδος και Νεώτερα Κείμενα», Μισός αιώνας Δημοσιογραφικό Οδοιπορικό 91944-1993), Εκδόσεις Νέα Γραμμή, Ρόδος, 1993.
Παπαχριστοδούλου, Χριστοδούλου: «Ιστορία της Ρόδου, από τους προϊστορικούς χρόνους έως την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου 1948», έκδοση Δήμος Ρόδου – Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, Β΄ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα, 1994.
Τ.Ε.Ε. Δωδεκανήσου – Τ.Ε.Ε. Ελλάδος – Υπουργείο Πολιτισμού, Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δωδεκανήσου: «Ρόδος, η πόλη εκτός των τειχών, 1522-1947, Αρχιτεκτονική – Πολεοδομία», Ρόδος, 2005.
Τσαλαχούρης, Κώστας: «Η οικονομική πολιτική της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα», Εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα, Απρίλιος, 2000.
Τσιρπανλής Ζαχαρίας: «Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912-1943, αλλοτρίωση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος», έκδοση Γραφείου Μεσαιωνικής Πόλης Ρόδου – Υπουργείο Πολιτισμού – Τ.Α.Π.Α. – Δήμου Ρόδου, Ρόδος, 1998.
Φραγκόπουλος, Ιπποκράτης: «Η Δωδεκάνησος υπό Ιταλοκρατίαν», Αθήναι, 1958.
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
De Vecchi, Cesare Maria: «Memorie», μετάφραση Μανώλη Παπαϊωάννου, Ρόδος, εκδόσεις Νέα Γραμμή, 1992.
Livadiotti, Monica e Rocco, Giorgio: «La presenza Italiana, nel Dodecaneso tra il 1912 il 1948», Scuola Archeologica Italiana di Atene, Roma 1996/Atene 1997.
Luciani Roberto – Lombardi Pietro: «Da l’ Italia A Rodi», Roma, 1987.
Martinoli, Simona – Perotti, Eliana: «Architettura coloniale italiana nel Dodecanes» 1912-1943”, Edizione Fondozione Giovanni Agnelli Popolazioni e culture italiane del Mondo, Torino, 1999.
Menasce – Fintz, Esther: «Gli Ebrel a Rodi».
Εφημερίδα «Il Messaggero di Rodi», φύλλο 22/3/1928 και 29/7/35.
Εφημερίδα «Tribuna», άρθρο του Paolo Enriques: «Per la cultura italiana in Oriente. Una Univesita a Rodi ? », φύλλο της 14-7-1913.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου