Στης εξοχής την απλωσιά, στην ευωδιά κει πέρα
λουλουδογέννα έμπνευση με κέντρισε μια μέρα
με άνθη μυριωμύρωτα να γράψω τ΄όνομά σου
για ν΄αναπλάσω νοερά τη θεία ομορφιά σου.
Το Βήτα σου με άγριες βιολέτες το΄χα ντύσει
που από μοσχολίβαδο τις είχα ψαλιδίσει
καθώς βομβίζανε τρελά οι μέλισσες τριγύρω
μεθώντας απ΄των λουλουδιών το νέκταρ και το μύρο.
Μοσχάνθια απ΄αγιόκλημα στο Άλφα σου ροδίζαν
και πέρα απ΄την ανείπωτη σαγήνη που χαρίζαν
δημιουργούσαν γύρω τους φανταστικές προκλήσεις
στην όσφρηση , την όραση και σ΄όλες τις αισθήσεις.
Το πρώτο Γάμα με ανθούς Γαρδένιας το ΄χα πλέξει,
για τ΄άλλο είχα γιασεμί ευωδιαστό διαλέξει
μη σβήνοντας η χάρη σου στιγμή απ΄το μυαλό μου
Βαγγιούλα , Βαγγελίτσα μου ,Βαγγέλα , Βαγγελιώ μου.
Το Έψιλον στα πεταχτά το φρόντισα κι εκείνο,
χωρίς απ΄την αισθητική διόλου ν΄αποκλίνω,
με άνθη διακοσμώντας το από Ερείκης κλώνο
που μ΄απαλιές ανταύγειες δικό τους δίναν τόνο.
Το Λάμδα σου ειλικρινά ξεχώρισε σε χάρη
αφού το είχα μ΄αγαθά Λεβάντας φινετσάρει
που μ΄ένα τίναγμα γερό απίθανης σβελτάδας
τα έδρεψα από πλαγιά αντικρινής κοιλάδας.
Μοσχοβολούσες Ίριδες στο Γιώτα ιριδίζαν
που της αγνής σου της ψυχής το κάλλος καθρεφτίζαν
καθώς με τρυφερότητα σφιχτά το αγκαλιάζαν
και με πολύ ναρκισσισμό αυτάρεσκα κοιτάζαν.
Τουλίπες ολοπόρφυρες στο Ταυ συνταιριαστήκαν
λες κι΄απ΄τα δυο σου μάγουλα τη λάμψη δανειστήκαν
και στ΄ Άλφα σου το δεύτερο στιλπνές απ΄ τις σταγόνες
σαν τα γλυκά τα μάτια σου φαντάζαν οι Ανεμώνες.
Στο Σίγμα σου σταμάτησα στοχαστικός για λίγο
κανένα κιτς ανούσιο κοιτώντας ν΄αποφύγω
μου βγαίνουν, ξάφνου, από μπρος, λαχταριστές Σεμπόλιες.
Το Ταυ σου του επώνυμου του πατρομητρικού σου
που ζωντανεύει παιδικά σκιρτήματα στο νου σου ,
μικρή που στο Σουφλί παλιά γυρνούσες στα σοκάκια ,
το τίμησα με Τριφυλλιού μενεξεδί ανθάκια .
Το άλλο Σίγμα γέλαγε κι αυτό απ΄τη μεριά του
προβάροντας στη συντροφιά τη μούρλια φορεσιά του
που του ΄πλεξα με φυλλανθούς από Σκαμπόζες δώρο
που αφθονούσαν αισθητά εκεί στο γύρω χώρο.
Το δεύτερο το Γιώτα σου το ύφανα με Ία
σκορπίζοντας τριγύρω του Ολύμπια μαγεία
ωσάν την αύρα που σκορπά τ’ αβρό χαμόγελό σου ,
χαμόγελο μοναδικό , χαμόγελο δικό σου.
Το τρίτο Άλφα στη σειρά το λάμπρυναν τα κάλλη
νυμφόχαρης Αμυγδαλιάς που πείσμα είχε βάλει
να ξεπεράσει η τρελή τα κάλλη τα δικά σου
που πλούσια τ’ αντανακλά η θελκτική θωριά σου.
Ολόδροσα Κυκλάμινα με γούστο διαλεγμένα
και μ΄άπειρη υπομονή κι επιμονή πλεγμένα
στο Κ’απα το μοναδικό αστράφταν μέσα σ΄όλα
σαν ζαφειρόπετρες λαμπρές σε καλλονής βραχιόλια.
Το τρίτο Γιώτα με χαρά του έκανα τη χάρη ,
ενώ στεκότανε γυμνό σαν άχαρο κοντάρι ,
με Ιβίσκους γοητευτικούς το είχα στεφανώσει
με αποτέλεσμα κι αυτό τρελή χαρά να νοιώσει.
Το Ρω σου το καλλώπισα με λούλουδα φλογάτα
με ρόδα κατακόκκινα ερωτισμό γεμάτα.
Και κλείνοντας το Ήτα σου , Βαγγέλα μου γλυκιά μου,
το κέντησα με Ηλιάνεμα βγαλμένα απ΄την καρδιά μου!
Μπροστά σ΄αυτό το σκηνικό αγνάντευα στημένος
τα μυροβόλα λούλουδα , βουβός και μαγεμένος,
καθώς αυτά θεσπέσια κοσμούσαν τ΄όνομά σου
και αντικατοπτρίζανε τη θεία ομορφιά σου.
Η χάρη και η λάμψη τους μου λούζαν τις αισθήσεις
γεννώντας μέσα μου βαθιά ανείπωτες δονήσεις,
που σαν σε θαύμα ένιωθα τους χτύπους του σφυγμού σου
την άχνα της ανάσας σου , την πύρα του κορμιού σου.
Χρωματισμοί και ευωδιές σμίγαν στο πρόσωπό σου
με κείνο το υπέροχο γλυκό χαμόγελό σου
και μέσα στην ουράνια αυτήν την πανδαισία
γευόμουν τις στιγμές αυτές γεμάτος ευτυχία.
Καμάρωνα τα λούλουδα ,καμάρωνα και σένα
με άνθη στα μαλλάκια σου σαν από θεά πλεγμένα.
Μα ξάφνου , ΕΣΥ … ΑΛΗΘΙΝΗ , σαν πρόβαλες μπροστά μου
τα άνθη ΟΛΑ … ΕΣΒΗΣΑΝ με μιας απ΄τη ματιά μου!...
( ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΓΚΙΠΙΚΗ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΤΟΝΟ
ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΤΑΜΠΕΡΑΜΕΝΤΟ)
Β ιολέτες
Τ ριφυλλανθοί
Α γιόκλημα
Σ καμπόζες
Γ αρδένια
Ι α (μενεξέδες)
Γ ιασεμί
Α μυγδαλιά
Ε ρείκη
Κ υκλάμινα
Λ εβάντα
Ι βίσκοι
Ι ριδες
Ρ όδα
Τ ουλίπες
Ηλιάνεμα
Σ εμπόλιες
Α νεμώνες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου